Η είσοδος της ΔΕΗ στις τηλεπικοινωνίες δεν αντιμετωπίζεται πλέον από την αγορά ως ένα παράπλευρο project διαφοροποίησης δραστηριοτήτων. Αντιθέτως, όσο επεκτείνεται το ΔΕΗ Fiber και αυξάνεται η κάλυψη του δικτύου FTTH της FiberGrid, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι ο Όμιλος επιχειρεί να χτίσει έναν νέο πυλώνα ανάπτυξης, ο οποίος φιλοδοξεί να σταθεί απέναντι στους παραδοσιακούς τηλεπικοινωνιακούς παρόχους με όρους κανονικού ανταγωνισμού.
Η στρατηγική αυτή βασίζεται σε ένα αφήγημα που στελέχη της εταιρείας επαναλαμβάνουν με ιδιαίτερη αυτοπεποίθηση, ότι αν υπάρχει ένας οργανισμός στην Ελλάδα που γνωρίζει πώς να σχεδιάζει, να αναπτύσσει και να λειτουργεί κρίσιμα δίκτυα μεγάλης κλίμακας, αυτός είναι η ΔΕΗ.
Και πράγματι, ο Όμιλος κουβαλά πίσω του δεκαετίες εμπειρίας στη διαχείριση δικτύων εθνικής κλίμακας. Πρόκειται για ένα know-how, που η διοίκηση θεωρεί ότι μπορεί να μεταφερθεί με σχετική ευκολία και στις οπτικές ίνες. Στη λογική της ΔΕΗ, το FTTH δεν αποτελεί μια ξένη δραστηριότητα, αλλά μια φυσική επέκταση της τεχνογνωσίας που έχει ήδη αναπτύξει σε επίπεδο υποδομών.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει σήμερα η FiberGrid. Μέσα σε μόλις τρία χρόνια, το δίκτυο 100% οπτικών ινών της θυγατρικής έχει φτάσει σε 1,8 εκατ. νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με 1 εκατ. ready for service συνδέσεις σε 42 περιοχές της χώρας, ενώ το στρατηγικό πλάνο προβλέπει κάλυψη 3,8 εκατ. νοικοκυριών και επιχειρήσεων έως το 2028.
Το μέγεθος της ανάπτυξης θεωρείται εντυπωσιακό όχι μόνο λόγω του αριθμού των συνδέσεων, αλλά κυρίως λόγω της ταχύτητας υλοποίησης. Στη ΔΕΗ θεωρούν ότι αυτό αποδεικνύει στην πράξη πως η εμπειρία σε δίκτυα μεγάλης κλίμακας λειτουργεί τελικά ως πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Το εναέριο δίκτυο και η «internet-first» λογική
Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα της ΔΕΗ είναι το μοντέλο ανάπτυξης του δικτύου της. Η αξιοποίηση του εκτεταμένου αποτυπώματος του Ομίλου και ειδικά του εναέριου δικτύου επιτρέπει ταχύτερη και οικονομικότερη ανάπτυξη υποδομών FTTH.
Αυτό έχει διπλή σημασία. Από τη μία μειώνει σημαντικά το κόστος ανάπτυξης και από την άλλη επιτρέπει στη ΔΕΗ να προσφέρει πιο επιθετική εμπορική πολιτική. Στην αγορά θεωρείται ότι αυτή ακριβώς η δυνατότητα είναι που επιτρέπει στην εταιρεία να δίνει συμμετρικές ταχύτητες και ανταγωνιστικές τιμές χωρίς να κουβαλά το υψηλό legacy cost των παραδοσιακών τηλεπικοινωνιακών υποδομών.
Ωστόσο, το ανταγωνιστικό αφήγημα της ΔΕΗ δεν περιορίζεται μόνο στην υποδομή. Η εταιρεία επιχειρεί να διαφοροποιηθεί και σε επίπεδο φιλοσοφίας, υιοθετώντας ένα καθαρά «internet-first» μοντέλο. Σε αντίθεση με τη λογική των παραδοσιακών bundles της αγοράς, όπου η τηλεφωνία και άλλες υπηρεσίες ενσωματώνονται υποχρεωτικά στα πακέτα, η ΔΕΗ δίνει στον πελάτη μεγαλύτερη ευελιξία.
Η νέα υπηρεσία σταθερής τηλεφωνίας προσφέρεται ως add-on και όχι ως υποχρεωτικό στοιχείο του πακέτου. Με 4 ευρώ τον μήνα ο χρήστης αποκτά απεριόριστες κλήσεις προς εθνικά σταθερά και κινητά, ενώ υπάρχει και δεύτερο add-on για διεθνείς κλήσεις προς 35 προορισμούς.
Η λογική πίσω από αυτή την επιλογή είναι ότι ένα μεγάλο μέρος των καταναλωτών χρησιμοποιεί πλέον εφαρμογές όπως Viber, WhatsApp ή άλλες broadband υπηρεσίες φωνής και δεν έχει ανάγκη από ένα «φορτωμένο» τηλεπικοινωνιακό πακέτο. Έτσι, επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πιο modular μοντέλο υπηρεσιών, στο οποίο ο πελάτης επιλέγει μόνο όσα πραγματικά χρειάζεται.
Στην πράξη, πρόκειται για μια διαφορετική φιλοσοφία προϊόντος, που προσπαθεί να απαντήσει στη μεταβολή της ίδιας της αγοράς τηλεπικοινωνιών. Το internet μετατρέπεται στην κεντρική υπηρεσία και η φωνή λειτουργεί πλέον ως συμπληρωματικό χαρακτηριστικό.
Το στοίχημα του VoBB και η αξιοπιστία της υπηρεσίας
Η νέα υπηρεσία σταθερής τηλεφωνίας βασίζεται αποκλειστικά στην τεχνολογία Voice over Broadband (VoBB), δηλαδή στη μεταφορά φωνής πάνω από το broadband δίκτυο της εταιρείας. Πρόκειται ουσιαστικά για τηλεφωνία νέας γενιάς, πλήρως βασισμένη σε IP υποδομές και όχι σε παραδοσιακά δίκτυα χαλκού.
Η ΔΕΗ επιμένει ιδιαίτερα στην ποιότητα και στην αρχιτεκτονική του δικτύου. Σύμφωνα με την εταιρεία, η υπηρεσία έχει σχεδιαστεί με carrier-grade υποδομές, τεχνολογία IMS και μηχανισμούς QoS που εξασφαλίζουν προτεραιοποίηση της φωνής σε όλη τη διαδρομή του δικτύου.
Το επιχείρημα της εταιρείας είναι ότι η αποκλειστική χρήση FTTH υποδομών προσφέρει εξαιρετικά χαμηλό latency, ελάχιστο jitter και πρακτικά μηδενικό packet loss, στοιχεία που θεωρούνται κρίσιμα για τη σταθερότητα μιας IP-based υπηρεσίας τηλεφωνίας. Παράλληλα, η υπηρεσία υποστηρίζει κανονικά κλήσεις έκτακτης ανάγκης, φορητότητα αριθμού και όλες τις βασικές λειτουργίες σταθερής τηλεφωνίας.
Παρόλα αυτά, η πραγματική δοκιμασία δεν θα είναι οι τεχνικές προδιαγραφές, αλλά η καθημερινή εμπειρία χρήσης. Η τηλεπικοινωνιακή αγορά είναι μια αγορά στην οποία η αξιοπιστία κρίνεται σε πραγματικό χρόνο από τον τελικό πελάτη. Διακοπές, καθυστερήσεις εξυπηρέτησης ή αστοχίες εγκαταστάσεων μπορούν πολύ γρήγορα να επηρεάσουν την εικόνα ενός νέου παίκτη.
Για αυτό και το μεγάλο στοίχημα της ΔΕΗ δεν είναι μόνο να αναπτύξει γρήγορα δίκτυο, αλλά να πείσει ότι μπορεί να λειτουργήσει με standards τηλεπικοινωνιακού παρόχου.
Η μάχη για μερίδιο αγοράς και το PowerTech αφήγημα
Με βάση τις μέχρι σήμερα ανακοινώσεις της διοίκησης, ο ρυθμός ανάπτυξης κινείται περίπου στις 200 νέες συνδέσεις ημερησίως, ενώ στο τέλος του 2025 οι συνδρομητές είχαν φτάσει περίπου τις 12.000 συνδέσεις.
Αν οι ρυθμοί αυτοί διατηρηθούν, η ΔΕΗ μπορεί σταδιακά να αποκτήσει υπολογίσιμο αποτύπωμα στη λιανική αγορά σταθερού internet, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η ανάπτυξη FTTH υποδομών παραμένει περιορισμένη.
Ωστόσο, για τον Όμιλο το Fiber δεν αποτελεί μόνο μια νέα εμπορική δραστηριότητα. Είναι κομμάτι ενός πολύ ευρύτερου μετασχηματισμού, αυτού που η διοίκηση περιγράφει ως μετάβαση της ΔΕΗ σε PowerTech οργανισμό.
Η λογική πίσω από το αφήγημα είναι ότι στην επόμενη δεκαετία ενέργεια και δεδομένα θα λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Οι οπτικές ίνες θεωρούνται οι «ψηφιακές λεωφόροι» πάνω στις οποίες θα αναπτυχθούν data centers, cloud υπηρεσίες, εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και νέα ψηφιακά οικοσυστήματα.
Σε αυτό το πλαίσιο, το FTTH δίκτυο δεν αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένη τηλεπικοινωνιακή επένδυση αλλά ως τμήμα μιας συνολικής στρατηγικής ψηφιακών υποδομών. Το East to Med Data Corridor, οι διεθνείς διασυνδέσεις δεδομένων, τα projects data centers και οι πρωτοβουλίες AI εντάσσονται στην ίδια μεγάλη εικόνα.
Να υπενθυμίσουμε ότι η ΔΕΗ ήδη προχωρά στην ανάπτυξη data center στα Σπάτα μέσω της συνεργασίας με τη DAMAC, ενώ παράλληλα σχεδιάζει mega data center 300 MW στη Δυτική Μακεδονία, με δυνατότητα επέκτασης ακόμη και στο 1 GW.
