CSA2: Τεστ «αντοχής» για τις ευρωπαϊκές τηλεπικοινωνίες

CSA2: Τεστ «αντοχής» για τις ευρωπαϊκές τηλεπικοινωνίες

print_article
Σύμφωνα με εκτίμηση της GSMA για τον οικονομικό αντίκτυπο των περιορισμών στην εφοδιαστική αλυσίδα 5G στην ΕΕ, η απαγόρευση ή σταδιακή απομάκρυνση συγκεκριμένων προμηθευτών θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος ανάπτυξης των δικτύων 5G κατά περίπου 55 έως 60 δισ. ευρώ.

Το νέο προτεινόμενο κείμενο του ευρωπαϊκού Cybersecurity Act, γνωστού ως CSA2, ανοίγει μια από τις πιο κρίσιμες συζητήσεις των τελευταίων ετών για την ψηφιακή ασφάλεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στόχος της πρότασης είναι να ενισχύσει την κυβερνοανθεκτικότητα της Ε.Ε., να περιορίσει τον κατακερματισμό στην ενιαία αγορά και να δημιουργήσει ένα πιο συνεκτικό πλαίσιο πιστοποίησης για τεχνολογίες, υπηρεσίες και προμηθευτές.

Πίσω όμως από τη θεσμική γλώσσα της κυβερνοασφάλειας υπάρχει ένα ερώτημα με πολύ πρακτικές συνέπειες: ποιος θα πληρώσει το κόστος αυτής της μετάβασης;

Για τον κλάδο των τηλεπικοινωνιών, το CSA2 δεν είναι απλώς ακόμη ένας κανονισμός συμμόρφωσης. Αγγίζει τον πυρήνα των δικτύων 5G, τις εφοδιαστικές αλυσίδες, τις σχέσεις με διεθνείς προμηθευτές και την ικανότητα των παρόχων να συνεχίσουν να επενδύουν σε δίκτυα νέας γενιάς.

Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται η πρόβλεψη για υποχρεωτική σταδιακή απόσυρση συγκεκριμένων Τεχνολογιών Πληροφορικής & Επικοινωνιών (ΤΠΕ) και εξοπλισμών από δίκτυα 5G, όταν αυτά προέρχονται από τους επονομαζόμενους «high-risk suppliers». Η λογική των Βρυξελλών είναι κατανοητή. Τα δίκτυα 5G και εν γένει οι τηλεπικοινωνίες, δεν είναι απλές εμπορικές υποδομές. Πάνω τους θα στηριχθούν η βιομηχανία, οι μεταφορές, η ενέργεια, οι δημόσιες υπηρεσίες, οι έξυπνες πόλεις και ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ψηφιακής οικονομίας. Η ασφάλειά τους δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα.

Ωστόσο, για τις τηλεπικοινωνιακές εταιρείες, η ίδια πρόβλεψη μεταφράζεται σε μια εξαιρετικά σύνθετη επιχειρησιακή άσκηση. Τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας αναπτύσσονται σε πολυετείς κύκλους επενδύσεων, με σύνθετες τεχνικές αρχιτεκτονικές, μακροχρόνιες συμβάσεις και κρίσιμες εξαρτήσεις μεταξύ εξοπλισμού, λογισμικού και υπηρεσιών. Η υποχρεωτική αντικατάσταση στοιχείων των δικτύων αυτών, δεν είναι μια απλή αλλαγή προμηθευτή. Μπορεί να σημαίνει νέες προμήθειες, επανασχεδιασμό τμημάτων υποδομής, πρόσθετες δοκιμές, τεχνικές προσαρμογές και πιθανές καθυστερήσεις σε έργα αναβάθμισης.

Το οικονομικό σκέλος είναι ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία της συζήτησης. Σύμφωνα με εκτίμηση της GSMA για τον οικονομικό αντίκτυπο των περιορισμών στην εφοδιαστική αλυσίδα 5G στην ΕΕ, η απαγόρευση ή σταδιακή απομάκρυνση συγκεκριμένων προμηθευτών θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος ανάπτυξης των δικτύων 5G κατά περίπου 55 έως 60 δισ. ευρώ. Περίπου το μισό ποσό συνδέεται με την αντικατάσταση υφιστάμενων υποδομών πριν ολοκληρωθεί ο κύκλος ζωής τους, ενώ το υπόλοιπο αποδίδεται σε πιθανή αύξηση του κόστους εξοπλισμού λόγω περιορισμού του ανταγωνισμού στην αγορά προμηθευτών [1].

Με άλλα λόγια, οι πάροχοι θα κληθούν να διοχετεύσουν κεφάλαια όχι σε νέα κάλυψη, καλύτερες ταχύτητες ή καινοτόμες υπηρεσίες, αλλά στη συμμόρφωση και στην αντικατάσταση υφιστάμενων στοιχείων δικτύου. Σε έναν κλάδο που ήδη αντιμετωπίζει υψηλές επενδυτικές ανάγκες για 5G, οπτικές ίνες, ενεργειακή αναβάθμιση και μελλοντικές τεχνολογίες, το πρόσθετο βάρος μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό.

Οι πιθανές επιπτώσεις δεν περιορίζονται στους ισολογισμούς των εταιρειών. Εάν σημαντικοί πόροι στραφούν προς την αντικατάσταση εξοπλισμού, ενδέχεται να επηρεαστεί η ταχύτητα ανάπτυξης δικτύων 5G και η μετάβαση σε πιο προηγμένες δικτυακές λειτουργίες και σε υποβάθμιση υπηρεσιών στους πολίτες. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη προσπαθεί να ενισχύσει τη θέση της στην παγκόσμια ψηφιακή οικονομία και να καλύψει αποστάσεις από άλλες μεγάλες αγορές.

Η ανάπτυξη αυτόνομων οχημάτων, έξυπνων εργοστασίων, βιομηχανικού Internet of Things, υπηρεσιών τεχνητής νοημοσύνης και κρίσιμων δημόσιων ψηφιακών υποδομών προϋποθέτει ισχυρά, αξιόπιστα και εκτεταμένα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα. Αν οι επενδύσεις επιβραδυνθούν, η τεχνολογική ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης θα δεχθεί πίεση στην πράξη.

Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η αναλογικότητα. Η τηλεπικοινωνιακή υποδομή δεν είναι ένα ενιαίο και ομοιογενές σύνολο. Άλλη βαρύτητα έχει ένα κρίσιμο στοιχείο του πυρήνα του δικτύου και άλλη ένας λιγότερο ευαίσθητος περιφερειακός εξοπλισμός. Η οριζόντια αντιμετώπιση όλων των στοιχείων ενός δικτύου, μπορεί να οδηγήσει σε δυσανάλογες παρεμβάσεις, ιδίως εάν δεν προηγηθεί λεπτομερής τεχνική αξιολόγηση κινδύνου ανά κατηγορία εξοπλισμού, χρήση και επίπεδο πρόσβασης.

Από την πλευρά της βιομηχανίας, το βασικό αίτημα είναι ένα πλαίσιο αυστηρό αλλά εφαρμόσιμο. Οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι δεν αμφισβητούν την ανάγκη για ασφαλή και ανθεκτικά δίκτυα. Επισημαίνουν, όμως, ότι τα μέτρα πρέπει να είναι στοχευμένα, βασισμένα σε πραγματική αξιολόγηση κινδύνου, με ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα και προβλεψιμότητα για τις επενδύσεις.

Για τις τηλεπικοινωνίες, αυτή η συζήτηση δεν είναι θεωρητική. Οι αποφάσεις για τους προμηθευτές δικτύου είναι μακροπρόθεσμες, κεφαλαιουχικά απαιτητικές και τεχνικά πολύπλοκες. Ένας πάροχος που καλείται να αποσύρει εξοπλισμό πριν από το τέλος του κύκλου ζωής του δεν αντιμετωπίζει μόνο κόστος αγοράς νέου εξοπλισμού. Αντιμετωπίζει επίσης τον κίνδυνο τεχνικής ασυμβατότητας, καθυστερήσεων σε έργα, πρόσθετων λειτουργικών δαπανών και περιορισμού επιλογών.

Εάν, επιπλέον, ο περιορισμός προμηθευτών μειώσει τον ανταγωνισμό στην αγορά εξοπλισμού, οι πάροχοι μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με υψηλότερες τιμές και μικρότερη διαπραγματευτική ισχύ, με αποτέλεσμα μια νέα μορφή εξάρτησης από λίγες ευρωπαϊκές εταιρείες. 

Η εμπειρία των τελευταίων ετών σε χώρες που υπήρξε απαγόρευση προμηθευτή έχει δείξει ότι αφενός ο ψηφιακός μετασχηματισμός της χώρας υποχώρησε δραματικά σε σύγκριση με την περίοδο προ απαγόρευσης και αφετέρου ότι η κυβερνοασφάλεια δεν είναι μόνο τεχνικό θέμα, αλλά ταυτόχρονα συνδέεται και με την μετακύλιση του κόστους στους καταναλωτές όταν δεν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ προμηθευτών. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ευρώπη χρειάζεται ισχυρότερη κυβερνοασφάλεια. Αυτό θεωρείται δεδομένο και ευρέως αποδεκτό. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να επιβαρυνθεί υπέρμετρα ο κλάδος που καλείται να στηρίξει την ψηφιακή μετάβαση.

Η ισορροπία είναι λεπτή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να διαμορφώσει ένα ενιαίο και πιο ισχυρό πλαίσιο προστασίας των ψηφιακών υποδομών. Οι τηλεπικοινωνιακές εταιρείες, από την πλευρά τους, ζητούν κανόνες που να λαμβάνουν υπόψη την πραγματική λειτουργία των δικτύων, τους επενδυτικούς κύκλους και τις τεχνικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιμέρους στοιχείων υποδομής.

Καθώς η πρόταση για τo CSA2 βρίσκεται ακόμη υπό επεξεργασία σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι τελικές ισορροπίες δεν έχουν διαμορφωθεί. Το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης θα δείξει εάν το CSA2 θα λειτουργήσει ως εργαλείο ενίσχυσης της ευρωπαϊκής κυβερνοασφάλειας με διαχειρίσιμο κόστος για τους παρόχους ή εάν θα οδηγήσει σε μια πιο σύνθετη και δαπανηρή μετάβαση για έναν κλάδο που βρίσκεται ήδη υπό μεγάλη πίεση.

Σε κάθε περίπτωση, το CSA2 αναδεικνύει ένα κεντρικό δίλημμα της ευρωπαϊκής ψηφιακής πολιτικής: πώς μπορεί η Ευρώπη να γίνει ασφαλέστερη και πιο αυτόνομη, χωρίς να επιβραδύνει την ανάπτυξη των ίδιων των δικτύων πάνω στα οποία θα στηριχθεί το ψηφιακό της μέλλον.

 
[1] GSMA, Economic impact assessment of 5G supply chain restrictions in the EU, April 2019, Connect Europe statement, Euractiv’s Advocacy Lab; Expansion