Έντονο αποτύπωμα στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας αφήνει η παρατεταμένη περίοδος υψηλών θερμοκρασιών που πλήττει μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Η αυξημένη ζήτηση για ηλεκτρισμό, σε συνδυασμό με περιορισμούς στην παραγωγή σε ορισμένες χώρες, έχει οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των χονδρεμπορικών τιμών, ενώ οι πιέσεις μεταφέρονται σταδιακά και προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Στην Ελλάδα, η εικόνα παραμένει μέχρι στιγμής πιο ελεγχόμενη σε σχέση με αγορές όπως η Ουγγαρία και η Ρουμανία, χωρίς ωστόσο να λείπουν οι ενδείξεις ότι η εγχώρια αγορά εισέρχεται σε περίοδο αυξημένης μεταβλητότητας όσο ο καύσωνας επεκτείνεται και στη χώρα.
Γιατί ο καύσωνας ανεβάζει το κόστος ηλεκτρισμού
Από τη μία, η εκτεταμένη χρήση κλιματιστικών αυξάνει αισθητά τη ζήτηση, οδηγώντας σε μεγαλύτερη ενεργοποίηση μονάδων παραγωγής με υψηλότερο μεταβλητό κόστος.
Από την άλλη, οι ακραίες καιρικές συνθήκες μπορούν να περιορίσουν τη διαθέσιμη παραγωγή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η Ουγγαρία, όπου η άνοδος της θερμοκρασίας των υδάτων του Δούναβη πάνω από τα επιτρεπτά όρια για την ψύξη πυρηνικών εγκαταστάσεων οδήγησε σε διακοπή λειτουργίας του πυρηνικού σταθμού Παξ. Το κενό καλύφθηκε από ακριβότερες μονάδες φυσικού αερίου και πετρελαίου, γεγονός που μεταφράστηκε σε εκρηκτική άνοδο των τιμών στη χονδρική αγορά.
Σε αρκετές ώρες της ημέρας οι τιμές στην Ουγγαρία προσέγγισαν ακόμη και τα 1.000 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ ο ημερήσιος μέσος όρος κινήθηκε κοντά στα 300 ευρώ/MWh. Αντίστοιχες έντονες πιέσεις καταγράφηκαν και στη Ρουμανία.
Με άνοδο ξεκίνησε ο Ιούλιος
Η επίδραση του καύσωνα έγινε πάντως περισσότερο αισθητή στην εγχώρια αγορά από την πρώτη ημέρα του Ιουλίου. Στην Αγορά Επόμενης Ημέρας του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας, η μέση χονδρεμπορική τιμή για την Τετάρτη 1 Ιουλίου διαμορφώθηκε στα 169,11 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικές είναι οι ενδοημερήσιες διακυμάνσεις. Η μέγιστη τιμή της ημέρας αγγίζει τα 400 ευρώ/MWh, ενώ μία ημέρα νωρίτερα η αγορά είχε κινηθεί από μηδενικές τιμές έως και τα 519,29 ευρώ/MWh, επιβεβαιώνοντας τη μεγάλη μεταβλητότητα που δημιουργούν η αυξημένη ζήτηση και η μεταβολή της παραγωγής από τις ανανεώσιμες πηγές.
Παρά την άνοδο, η ελληνική αγορά εξακολουθεί να εμφανίζει χαμηλότερες τιμές από αρκετές γειτονικές χώρες. Για την ίδια ημέρα η Ουγγαρία κινήθηκε στα 235 ευρώ/MWh, η Ρουμανία στα 227 ευρώ/MWh και η Βουλγαρία στα 170 ευρώ/MWh.
Οι ΑΠΕ συνεχίζουν να λειτουργούν ως «ανάχωμα»
Καθοριστικό ρόλο στη συγκράτηση των τιμών εξακολουθεί να διαδραματίζει η υψηλή συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο εγχώριο ενεργειακό μείγμα.
Tην 1η Ιουλίου, οι ΑΠΕ κάλυψαν το 44,05% της ηλεκτροπαραγωγής, με σημαντική συνεισφορά και των αιολικών πάρκων κατά τις βραδινές ώρες. Το φυσικό αέριο συμμετέχει με περίπου 40%, ενώ ακολουθούν τα υδροηλεκτρικά με 6,48%, ο λιγνίτης μέσω της μονάδας Πτολεμαΐδα 5 με 5,24% και οι εισαγωγές με μόλις 3,64%.
Οι εξαγωγές λειτουργούν ως «ασπίδα»
Ένας ακόμη παράγοντας που διαφοροποιεί τη φετινή εικόνα είναι η ισχυρή εξαγωγική θέση της Ελλάδας στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Σύμφωνα με πρόσφατες αναλύσεις, στο πρώτο πεντάμηνο του 2026 οι καθαρές εξαγωγές ηλεκτρισμού ανήλθαν στις 4,42 TWh, με οικονομική αξία περίπου 390 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, η μέση τιμή των ελληνικών εξαγωγών διαμορφώθηκε στα 91,8 ευρώ/MWh έναντι 101,7 ευρώ/MWh για τις εισαγωγές, στοιχείο που αναδεικνύει τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της εγχώριας αγοράς.
Ενδεικτικό είναι επίσης ότι στις 29 Ιουνίου η χώρα κατέγραψε καθαρές εξαγωγές 41,2 GWh, με εξαγωγικό ισοζύγιο σε όλες τις διεθνείς ηλεκτρικές διασυνδέσεις.
Η εξέλιξη αυτή επέτρεψε στην Ελλάδα να περιορίσει τις εισαγωγές ακριβής ηλεκτρικής ενέργειας από τις βορειότερες αγορές που δέχθηκαν τις μεγαλύτερες πιέσεις λόγω του καύσωνα.
Ιστορικό χαμηλό στις εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας
Τα τελευταία στοιχεία του ΑΔΜΗΕ επιβεβαιώνουν τη μεταβολή του ισοζυγίου ηλεκτρικής ενέργειας υπέρ των εξαγωγών. Τον Μάιο του 2026 οι εισαγωγές περιορίστηκαν μόλις στις 31 GWh, καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδο που έχει σημειωθεί ποτέ στη χώρα.
Την ίδια περίοδο οι εξαγωγές ανήλθαν στις 922 GWh, μετά τις 451 GWh του Απριλίου, ενώ το ιστορικό ρεκόρ εξακολουθεί να ανήκει στον Ιανουάριο του 2026, όταν είχαν φτάσει τις 1.338 GWh.
Σύμφωνα με ανάλυση του Green Tank για το πρώτο εξάμηνο του έτους, η Ελλάδα ήταν καθαρά εξαγωγική προς τη Βουλγαρία στο 84% των ωρών λειτουργίας της διασύνδεσης, γεγονός που καταρρίπτει την αντίληψη ότι η χώρα εξάγει μόνο τις μεσημεριανές ώρες χαμηλών τιμών και εισάγει ακριβή ενέργεια κατά τις βραδινές ώρες.
Η ίδια ανάλυση αποδίδει τη βελτίωση της ελληνικής αγοράς στη σημαντική αύξηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές και υδροηλεκτρικά, εξέλιξη που περιόρισε αισθητά τις ώρες κατά τις οποίες το φυσικό αέριο και ο λιγνίτης διαμόρφωναν την οριακή τιμή του συστήματος.
Παρά τις πιέσεις που προκαλεί ο ευρωπαϊκός καύσωνας στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, η ελληνική αγορά εμφανίζει μέχρι στιγμής μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σχέση με άλλες χώρες της περιοχής. Ωστόσο, καθώς οι υψηλές θερμοκρασίες αναμένεται να κορυφωθούν και στη χώρα τις επόμενες ημέρες, η πορεία της ζήτησης, η διαθεσιμότητα των ΑΠΕ και οι διασυνοριακές ροές ηλεκτρικής ενέργειας θα αποτελέσουν τους βασικούς παράγοντες που θα καθορίσουν την εξέλιξη των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά.
