Σε νέα φάση φαίνεται να εισέρχεται το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου (Great Sea Interconnector – GSI), μετά τις τελευταίες κινήσεις Αθήνας, Λευκωσίας και Βρυξελλών, που επαναφέρουν στο προσκήνιο την προοπτική χρηματοδοτικής και επενδυτικής ενίσχυσης του project.
Η απόφαση να προχωρήσει ο ΑΔΜΗΕ στην υποβολή αιτήματος χρηματοδότησης προς την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) θεωρείται από κυβερνητικές και ενεργειακές πηγές κομβικής σημασίας για την πορεία του έργου, καθώς ανοίγει επίσημα τον δρόμο για την αξιολόγηση της επένδυσης από τον ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό βραχίονα και δημιουργεί νέα δεδομένα για τη συνολική χρηματοδοτική του δομή.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το έργο είχε περάσει παρατεταμένη φάση αβεβαιότητας, εξαιτίας ρυθμιστικών εκκρεμοτήτων, προβληματισμών για τη βιωσιμότητα της επένδυσης αλλά και γεωπολιτικών παραγόντων που επηρέασαν το κλίμα γύρω από τη διασύνδεση.
Επιστρέφει δυναμικά στο ευρωπαϊκό ενεργειακό κάδρο
Το τελευταίο διήμερο, στο περιθώριο των επαφών στη Λευκωσία για το άτυπο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας της Ε.Ε., καταγράφηκε σαφής ευρωπαϊκή επανατοποθέτηση υπέρ του έργου.
Στη συνάντηση συμμετείχαν εκπρόσωποι των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου, στελέχη της Κομισιόν, η διοίκηση του ΑΔΜΗΕ αλλά και η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, με βασικό αντικείμενο την επανεκκίνηση της χρηματοδοτικής διαδικασίας.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι Αθήνα και Λευκωσία επιδιώκουν πλέον να «κλειδώσουν» μια πιο σταθερή ευρωπαϊκή ομπρέλα στήριξης για το έργο, ώστε να περιοριστούν οι αβεβαιότητες που είχαν δημιουργηθεί το προηγούμενο διάστημα.
Η αποστολή κοινού αιτήματος προς την ΕΤΕπ από τους υπουργούς Ενέργειας των δύο χωρών αποτυπώνει, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, την προσπάθεια να σταλεί πολιτικό μήνυμα συνέχειας και δέσμευσης απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και στις αγορές.
Η ΕΤΕπ στο μικροσκόπιο του έργου
Το επόμενο κρίσιμο βήμα αφορά πλέον τη διαδικασία αξιολόγησης από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, η οποία αναμένεται να εξετάσει διεξοδικά τα τεχνικά, οικονομικά και χρηματοδοτικά χαρακτηριστικά του GSI.
Σύμφωνα με πληροφορίες από ευρωπαϊκές πηγές, το αίτημα του ΑΔΜΗΕ αναμένεται να κινηθεί κοντά στο 1 δισ. ευρώ, σε μια προσπάθεια να ενισχυθεί η χρηματοδοτική επάρκεια του project, του οποίου ο συνολικός προϋπολογισμός προσεγγίζει τα 2 δισ. ευρώ.
Η διαδικασία due diligence που θα ακολουθήσει θεωρείται καθοριστική, καθώς η ΕΤΕπ θα αξιολογήσει τόσο τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του έργου όσο και τις προοπτικές απόδοσης της επένδυσης.
Στελέχη της αγοράς εκτιμούν ότι ενδεχόμενη συμμετοχή της ΕΤΕπ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για την είσοδο πρόσθετων επενδυτικών κεφαλαίων στο έργο, ενισχύοντας σημαντικά την αξιοπιστία και τη χρηματοδοτική του σταθερότητα.
Το ευρωπαϊκό μήνυμα για την ενεργειακή ασφάλεια
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν και οι δημόσιες παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία επαναλαμβάνει ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου αποτελεί στρατηγικό έργο για την ενεργειακή ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου και την ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρισμού.
Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν υπογράμμισε ότι ο GSI μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου, στην ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού αλλά και στη μεγαλύτερη ενσωμάτωση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο περιφερειακό σύστημα.
Παράλληλα, στις Βρυξέλλες αντιμετωπίζουν πλέον τη διασύνδεση όχι μόνο ως ενεργειακό έργο, αλλά και ως γεωπολιτική υποδομή με ιδιαίτερη σημασία για τη συνοχή της ευρωπαϊκής ενεργειακής ένωσης σε μια περίοδο αυξημένων διεθνών αναταράξεων.
Οι καθυστερήσεις και οι επιφυλάξεις
Το προηγούμενο διάστημα το project είχε βρεθεί αντιμέτωπο με σειρά δυσκολιών, καθώς υπήρχαν ανοιχτά ζητήματα σχετικά με τη χρηματοδοτική δομή, την κατανομή του κόστους αλλά και την ανάκτηση των χρεώσεων που συνδέονται με τη λειτουργία της διασύνδεσης.
Στην κυπριακή πλευρά είχαν εκφραστεί επιφυλάξεις αναφορικά με το οικονομικό αποτύπωμα του έργου και τη δυνατότητα απόσβεσης μιας τόσο μεγάλης επένδυσης, γεγονός που είχε οδηγήσει σε επιβράδυνση των διαδικασιών.
Η νέα μελέτη βιωσιμότητας που συμφωνήθηκε σε πολιτικό επίπεδο μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας φαίνεται πως λειτούργησε ως σημείο επανεκκίνησης, προσφέροντας πιο σαφή εικόνα για τις οικονομικές και τεχνικές παραμέτρους του έργου.
Ο παράγοντας Τουρκία παραμένει στο προσκήνιο
Παρά το θετικό ευρωπαϊκό momentum, διπλωματικές πηγές επισημαίνουν ότι η γεωπολιτική διάσταση του έργου εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα.
Η Τουρκία έχει εκφράσει επανειλημμένα την αντίθεσή της σε ενεργειακές πρωτοβουλίες στην Ανατολική Μεσόγειο που προχωρούν χωρίς τη συμμετοχή της, ενώ στο παρελθόν είχε υπάρξει έντονη κινητικότητα στην περιοχή με αφορμή τις έρευνες και τις εργασίες που σχετίζονταν με το project.
H τουρκική πλευρά εξακολουθεί να προβάλλει διεκδικήσεις σε θαλάσσιες ζώνες του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, δημιουργώντας ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας. Υπενθυμίζεται ότι το τελευταίο διάστημα έχουν καταγραφεί νέες παρενοχλήσεις ερευνητικών πλοίων νοτίως της Κάσου, ενώ ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν αναφέρει με κάθε ευκαιρία ότι κανένα έργο στη Μεσόγειο δεν πρόκειται να προχωρήσει χωρίς την ανάμειξή της.
Στην παρούσα φάση, Αθήνα, Λευκωσία και Βρυξέλλες επιχειρούν να διατηρήσουν ενεργό το έργο μέσα από ένα ισχυρό ευρωπαϊκό πλαίσιο πολιτικής και χρηματοδοτικής στήριξης, επιδιώκοντας παράλληλα να περιορίσουν τις γεωπολιτικές τριβές.
Στρατηγικός στόχος η άρση της ενεργειακής απομόνωσης
Το Great Sea Interconnector αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα ενεργειακής διασύνδεσης στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, καθώς στόχος του είναι να συνδέσει ηλεκτρικά την Κύπρο με το ευρωπαϊκό σύστημα μέσω Ελλάδας, βάζοντας τέλος στην ενεργειακή απομόνωση του νησιού.
Το έργο έχει ήδη εξασφαλίσει χρηματοδότηση εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ από τον μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη» (CEF), ενώ η ένταξή του στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος της Ε.Ε. θεωρείται κομβική για τη συνέχιση της ευρωπαϊκής στήριξης.
Η ενεργοποίηση πλέον της ΕΤΕπ θεωρείται από πολλούς στην αγορά ως το επόμενο μεγάλο τεστ για το μέλλον του GSI και για το κατά πόσο το έργο θα μπορέσει τελικά να περάσει από τη φάση των σχεδιασμών στη φάση της πλήρους υλοποίησης.
