Σε ευρωπαϊκό επίπεδο μεταφέρεται πλέον η προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις ισχυρές πιέσεις που δέχεται ο κλάδος των μικρομεσαίων φωτοβολταϊκών, εξαιτίας της κατάρρευσης των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κατά τις ώρες υψηλής παραγωγής.
Το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας έχει ήδη αποστείλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τις προτάσεις του για την προσωρινή στήριξη των παραγωγών, με το ενδιαφέρον να στρέφεται πλέον στη στάση που θα κρατήσει η Κομισιόν απέναντι στις ελληνικές παρεμβάσεις και στους δημοσιονομικούς και κανονιστικούς όρους που πιθανόν θα θέσει.
Η παρέμβαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας βιώνει όλο και συχνότερα φαινόμενα μηδενικών ή ακόμη και αρνητικών τιμών στο Χρηματιστήριο Ενέργειας, κυρίως τις μεσημβρινές ώρες, όταν η παραγωγή από φωτοβολταϊκά κορυφώνεται.
Οι στρεβλώσεις της αγοράς και το αδιέξοδο των παραγωγών
Το πρόβλημα αφορά κυρίως έργα που λειτουργούν με συμβάσεις διαφορικής προσαύξησης (CfD), δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων της χώρας. Με βάση το ισχύον καθεστώς, όταν η τιμή στην αγορά παραμένει στο μηδέν για δύο συνεχόμενες ώρες ή περισσότερο, οι παραγωγοί δεν λαμβάνουν αποζημίωση για την ενέργεια που παράγουν.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι πολλές μονάδες λειτουργούν χωρίς έσοδα για σημαντικό μέρος της ημέρας, παρότι συνεχίζουν να έχουν κανονικά λειτουργικά κόστη, δανειακές υποχρεώσεις και υποχρεώσεις συντήρησης.
Οι πιέσεις έχουν γίνει ιδιαίτερα αισθητές στους μικρομεσαίους επενδυτές και στους αγρότες παραγωγούς, με εκπροσώπους του κλάδου να κάνουν λόγο για συνθήκες που απειλούν τη βιωσιμότητα χιλιάδων μικρών έργων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Απρίλιο η ειδική τιμή αγοράς για τα φωτοβολταϊκά κινήθηκε κοντά στα 27 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επίπεδο σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο των υπόλοιπων τεχνολογιών ΑΠΕ.
Το ζήτημα τέθηκε εκ νέου σε συνάντηση του ΥΠΕΝ με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Παραγωγών Ηλεκτρικής Ενέργειας από Φωτοβολταϊκά (ΠΟΣΠΗΕΦ), όπου οι εκπρόσωποι της αγοράς ζήτησαν άμεσες κινήσεις για να περιοριστούν οι οικονομικές απώλειες.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η ελληνική πρόταση προς την Κομισιόν περιλαμβάνει δύο βασικούς άξονες:
- αποζημίωση των παραγωγών για τις ώρες μηδενικών τιμών,
- επέκταση των συμβάσεων λειτουργικής ενίσχυσης κατά πέντε έτη.
Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκεται και ένα συμπληρωματικό μοντέλο προσωρινής ενίσχυσης της τιμής αναφοράς, το οποίο θα μπορούσε να συνδεθεί με μηχανισμό επιστροφής ποσών όταν οι συνθήκες της αγοράς ομαλοποιηθούν.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου φέρεται να έδωσε σαφές πολιτικό στίγμα υπέρ της στήριξης των μικρομεσαίων παραγωγών, αναγνωρίζοντας ότι αποτελούν βασικό τμήμα της ελληνικής αγοράς ΑΠΕ και ότι το πρόβλημα έχει πλέον και κοινωνικές διαστάσεις.
Πέρα από την έγκριση της Κομισιόν, κομβικό παραμένει το ζήτημα της χρηματοδότησης των μέτρων. Με βάση το μοντέλο που εξετάζεται, η λειτουργία της αγοράς ηλεκτρισμού δεν θα αλλάξει. Οι μηδενικές τιμές θα συνεχίσουν να εμφανίζονται στο Χρηματιστήριο Ενέργειας όταν υπάρχει υπερπροσφορά πράσινης ενέργειας, χωρίς άμεση επίπτωση στη διαμόρφωση της χονδρικής αγοράς για τους καταναλωτές.
Ωστόσο, οι αποζημιώσεις προς τους παραγωγούς θα πρέπει να καλυφθούν μέσω του μηχανισμού ΑΠΕ και ειδικότερα μέσω του ΔΑΠΕΕΠ, γεγονός που δημιουργεί ανησυχίες για πιθανή διεύρυνση των ελλειμμάτων του ειδικού λογαριασμού.
Στην αγορά συζητείται ως θεωρητικό ενδεχόμενο ακόμη και η αύξηση του ΕΤΜΕΑΡ, ωστόσο κυβερνητικές πηγές θεωρούν ένα τέτοιο σενάριο πολιτικά εξαιρετικά δύσκολο. Έτσι, ενισχύονται οι εκτιμήσεις ότι, εφόσον εγκριθούν οι παρεμβάσεις, η λύση θα αναζητηθεί κυρίως μέσω κρατικής δημοσιονομικής στήριξης.
Η απάντηση των Βρυξελλών αναμένεται να καθορίσει όχι μόνο το εύρος των παρεμβάσεων αλλά και τη συνολική στρατηγική της Ελλάδας απέναντι στις στρεβλώσεις που δημιουργεί η ταχεία διείσδυση των ΑΠΕ στο ηλεκτρικό σύστημα.
Η συζήτηση που έχει ανοίξει στην Ελλάδα δεν είναι μεμονωμένη. Αντίστοιχα προβλήματα εμφανίζονται πλέον σε αρκετές ευρωπαϊκές αγορές, καθώς η υπερπαραγωγή πράσινης ενέργειας τις ώρες αιχμής πιέζει τις τιμές και αναδεικνύει τα όρια του σημερινού μοντέλου αποζημίωσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
