Μετά από περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες συνεχούς παρουσίας στο ηλεκτρικό σύστημα της χώρας, ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου στην Κοζάνη ολοκληρώνει σήμερα τη λειτουργία του, σηματοδοτώντας το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για τον ελληνικό λιγνίτη.
Ο μεγαλύτερος λιγνιτικός σταθμός της ΔΕΗ, με συνολική εγκατεστημένη ισχύ που άγγιζε τα 1.600 MW, ολοκληρώνει τον κύκλο λειτουργίας του, αποτελώντας μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στην πορεία απομάκρυνσης της χώρας από τον λιγνίτη.
Οι πέντε μονάδες του σταθμού, που από τη δεκαετία του ’80 αποτέλεσαν τη «ραχοκοκαλιά» της ηλεκτροπαραγωγής της χώρας, σβήνουν οριστικά, αφήνοντας πίσω τους ένα ισχυρό αποτύπωμα τόσο στην οικονομία της Δυτικής Μακεδονίας όσο και στην ενεργειακή ιστορία της Ελλάδας. Για χρόνια, ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου τροφοδοτούσε με ηλεκτρική ενέργεια το εθνικό σύστημα, ενώ παράλληλα στήριζε χιλιάδες θέσεις εργασίας, άμεσα και έμμεσα, στην ευρύτερη περιοχή.
Η επόμενη φάση προβλέπει την αποξήλωση και κατεδάφιση βασικών εγκαταστάσεων του συγκροτήματος. Σύμφωνα με πληροφορίες από την τοπική κοινωνία, οι εμβληματικοί πύργοι ψύξης αναμένεται να κατεδαφιστούν με τη χρήση εκρηκτικών, σε μια διαδικασία που ήδη προκαλεί έντονες αντιδράσεις από εργαζόμενους και κατοίκους, οι οποίοι θεωρούν ότι πρόκειται για ένα συμβολικό «σβήσιμο» της βιομηχανικής ταυτότητας της περιοχής.
Η πορεία προς την παύση λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων είχε ουσιαστικά ξεκινήσει το 2019, όταν ανακοινώθηκε επίσημα το σχέδιο απολιγνιτοποίησης της χώρας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πράσινης μετάβασης. Από τότε, το ενεργειακό μείγμα της Ελλάδας άλλαξε ριζικά. Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας καλύπτουν πλέον περίπου το ήμισυ της ηλεκτροπαραγωγής, ενώ το φυσικό αέριο έχει αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στη συμβατική παραγωγή.
Καθοριστικό ρόλο στην επιτάχυνση της απόσυρσης του λιγνίτη διαδραμάτισε η ευρωπαϊκή πολιτική για το κλίμα και ειδικότερα το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS). Η συνεχής αύξηση της τιμής των δικαιωμάτων CO2 έχει εκτοξεύσει το λειτουργικό κόστος των λιγνιτικών μονάδων, περιορίζοντας δραστικά την ανταγωνιστικότητά τους. Με τις τιμές των δικαιωμάτων να κινούνται πλέον κοντά στα 73 ευρώ ανά τόνο διοξειδίου του άνθρακα, η λειτουργία των μονάδων κατέστη οικονομικά ασύμφορη.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά τη μειωμένη συμμετοχή του στο σύστημα τα τελευταία χρόνια, ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου παρέμεινε το 2025 η πλέον ρυπογόνος ενεργειακή εγκατάσταση της χώρας, με εκπομπές που έφτασαν τα 2,7 εκατομμύρια τόνους CO2. Το αντίστοιχο κόστος δικαιωμάτων εκπομπών υπολογίζεται ότι πλησίασε τα 200 εκατ. ευρώ.
Πλέον, μετά την οριστική απόσυρση του Αγίου Δημητρίου, μοναδική λιγνιτική μονάδα που παραμένει ενεργή είναι η «Πτολεμαΐδα 5», η οποία επίσης αναμένεται να ολοκληρώσει τη λειτουργία της μέχρι το τέλος του έτους. Με την εξέλιξη αυτή, η Ελλάδα κλείνει οριστικά το κεφάλαιο της λιγνιτικής ηλεκτροπαραγωγής που κυριάρχησε για δεκαετίες στο ενεργειακό της μοντέλο.
Την ίδια στιγμή, η ΔΕΗ επιχειρεί να μεταφέρει το κέντρο βάρους της Δυτικής Μακεδονίας στη νέα ενεργειακή εποχή. Η επιχείρηση προωθεί επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 5,75 δισ. ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει μεγάλης κλίμακας φωτοβολταϊκά έργα, συστήματα αποθήκευσης ενέργειας, μονάδες αντλησιοταμίευσης, data centers και νέες ενεργειακές υποδομές.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της επιχείρησης, οι επενδύσεις αυτές εκτιμάται ότι θα δημιουργήσουν έως και 20.000 θέσεις εργασίας κατά την κατασκευαστική περίοδο, ενώ παράλληλα βρίσκονται σε εξέλιξη προγράμματα επανεκπαίδευσης προσωπικού ώστε οι εργαζόμενοι των πρώην λιγνιτικών δραστηριοτήτων να ενταχθούν στις νέες παραγωγικές δομές.
To mega project για το data center
Αυτό που ξεχωρίζει από τον νέο σχεδιαμό του ομίλου στην περιοχή είναι το εμβληματικό projet για το mega data center, αξίας €1,2 δισ., το οποίο θα κατασκευαστεί στις πρώην λιγνιτικές περιοχές. Η δημιουργία του data center θα φτάσει τα 300 MW στην περιοχή της Κοζάνης, ενώ σε δεύτερο στάδιο εξετάζεται ακόμη μεγαλύτερη επέκταση της υποδομής, για την εξέλιξή της σε giga data center, αγγίζοντας το 1 GW ενώ μακροπρόθεσμα μπορεί να πιάσει και τα 2 GW.
Αν επιβεβαιωθεί ένα τέτοιο μέγεθος, θα πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες αναπτύξεις κέντρων δεδομένων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η διοίκηση όπως έχει αναφέρει πρόσφατα βρίσκεται σε θερμές συζητήσεις με μεγάλους διεθνείς παρόχους τεχνολογίας, οι οποίοι αναζητούν νέα σημεία εγκατάστασης στην Ευρώπη.
Οι πρώην λιγνιτικές περιοχές θεωρούνται ιδανικές για τέτοιες επενδύσεις γιατί διαθέτουν έτοιμη ηλεκτρική υποδομή, βιομηχανικό χαρακτήρα, μεγάλες συνεχόμενες εκτάσεις και πολιτική στήριξη για μετάβαση σε νέο παραγωγικό μοντέλο. Επιπλέον, μπορούν να προσφέρουν κάτι σπάνιο στην ευρωπαϊκή αγορά: μεγάλες ποσότητες ισχύος σε έναν ενιαίο χώρο.
