Η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν λύνει το πρόβλημα ή απλώς το παγώνει;
Shutterstock
Shutterstock
Α. Καράμπαμπας

Η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν λύνει το πρόβλημα ή απλώς το παγώνει;

Η πιθανότητα μιας νέας συμφωνίας μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν παρουσιάζεται από πολλούς ως μια μεγάλη διπλωματική επιτυχία. Για τον Ντόναλντ Τραμπ θα αποτελούσε τη σημαντικότερη εξωτερική πολιτική νίκη της δεύτερης θητείας του: θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι απέτρεψε έναν ευρύτερο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, σταθεροποίησε τις αγορές και ανάγκασε την Τεχεράνη να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Όμως πίσω από τους τίτλους περί «ειρήνης» και «αποκλιμάκωσης» κρύβεται μια δυσάρεστη αλήθεια. Η συμφωνία που συζητείται δεν λύνει το πρόβλημα. Στην καλύτερη περίπτωση το παγώνει. Στη χειρότερη, το μεταθέτει για αργότερα, ίσως σε ακόμη δυσμενέστερες συνθήκες.

Ο Τραμπ έχει ισχυρό πολιτικό κίνητρο να κλείσει μια συμφωνία το συντομότερο δυνατό. Ένας παρατεταμένος κύκλος έντασης στη Μέση Ανατολή αυξάνει την αβεβαιότητα στις αγορές, πιέζει τις τιμές της ενέργειας και δημιουργεί κινδύνους για την αμερικανική οικονομία. Με την προεκλογική εκστρατεία για τις ενδιάμεσες εκλογές να έχει ήδη ξεκινήσει, ο Αμερικανός πρόεδρος χρειάζεται ένα ισχυρό αφήγημα επιτυχίας: μια συμφωνία που θα παρουσιαστεί ως προσωπικός θρίαμβος και ως απόδειξη ότι η πολιτική πίεσης προς το Ιράν απέδωσε.

Από την άλλη πλευρά, ούτε η Τεχεράνη προσέρχεται στις συνομιλίες από θέση ισχύος. Οι στρατιωτικές πιέσεις που δέχθηκε το τελευταίο διάστημα, το κόστος των κυρώσεων και η οικονομική ασφυξία έχουν δημιουργήσει σοβαρές ανάγκες ανασύνταξης. Το Ιράν χρειάζεται χρόνο, πόρους και οικονομικό οξυγόνο για να απορροφήσει τα πλήγματα και να αναδιοργανώσει τις δυνατότητές του. Μια συμφωνία προσφέρει ακριβώς αυτό: ανάσα.

Το πρόβλημα είναι ότι όταν και οι δύο πλευρές θέλουν επειγόντως μια συμφωνία, αυξάνεται ο κίνδυνος να υπογραφεί μια συμφωνία που εξυπηρετεί τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες τους, χωρίς να αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες της κρίσης.

Αυτό ακριβώς φοβάται το Ισραήλ. Η ισραηλινή ανησυχία δεν αφορά μόνο το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Αφορά το συνολικό πλέγμα ισχύος που έχει οικοδομήσει η Τεχεράνη τα τελευταία χρόνια: το δίκτυο περιφερειακών συμμάχων και ένοπλων ισλαμιστικών οργανώσεων που υποστηρίζει, όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς και οι Χούθι, καθώς και τις δυνατότητες παραγωγής και ανάπτυξης βαλλιστικών πυραύλων. Μια συμφωνία που θα περιορίζει προσωρινά ορισμένες πτυχές του πυρηνικού προγράμματος, αφήνοντας σχεδόν ανέγγιχτα τα υπόλοιπα στοιχεία, δεν εξαλείφει την απειλή όπως την αντιλαμβάνεται το Ισραήλ.

Υπάρχει μάλιστα ο φόβος ότι η συμφωνία μπορεί να οδηγήσει στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που διαφημίζεται. Η μερική άρση κυρώσεων ή η οικονομική χαλάρωση θα μπορούσε να επιτρέψει στην Τεχεράνη να ανακτήσει πόρους και να ενισχύσει τη θέση της σε μια περίοδο που βρίσκεται υπό πίεση. Με άλλα λόγια, το Ιράν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την περίοδο ηρεμίας όχι για να αλλάξει στρατηγική, αλλά για να ανασυγκροτηθεί.

Αρκεί να θυμηθεί κανείς ποιοι ήταν οι στόχοι που έθετε η ίδια η αμερικανική πλευρά στην αρχή της κρίσης. Ο Τραμπ ζητούσε ουσιαστικά τη δραστική αποδυνάμωση του ιρανικού μηχανισμού ισχύος: τερματισμό της χρηματοδότησης των τρομοκρατικών οργανώσεων-δορυφόρων, περιορισμό του βαλλιστικού πυραυλικού προγράμματος και πλήρη διασφάλιση ότι το Ιράν δεν θα μπορούσε να αποκτήσει πυρηνικά όπλα.

Σήμερα, όμως, ελάχιστα από αυτά φαίνεται να περιλαμβάνονται στη συζητούμενη συμφωνία. Το ζήτημα της στήριξης των πληρεξούσιων οργανώσεων της Τεχεράνης ουσιαστικά δεν βρίσκεται στο τραπέζι. Το βαλλιστικό πρόγραμμα παραμένει εκτός διαπραγμάτευσης. Ακόμη και στο πυρηνικό πεδίο, οι λεπτομέρειες για το εύρος και τη διάρκεια των περιορισμών παραμένουν ασαφείς. Αντίθετα, η πιο χειροπιαστή εξέλιξη αφορά την αποκλιμάκωση της έντασης στον Περσικό Κόλπο και την αποκατάσταση της ομαλής ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, ένα ζήτημα που αναδείχθηκε κυρίως κατά τη διάρκεια του πολέμου. Με άλλα λόγια, η συμφωνία φαίνεται να αντιμετωπίζει περισσότερο τις συνέπειες της σύγκρουσης παρά τις αιτίες της.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι καμία συμφωνία δεν φαίνεται ικανή να αλλάξει τις βασικές επιδιώξεις των πρωταγωνιστών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να θέλουν περιορισμό της ιρανικής ισχύος. Το Ιράν θα συνεχίσει να επιδιώκει μεγαλύτερη περιφερειακή επιρροή. Το Ισραήλ θα εξακολουθήσει να θεωρεί το Ιράν υπαρξιακή απειλή. Αυτές οι στρατηγικές πραγματικότητες δεν εξαφανίζονται με μια υπογραφή.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να γίνεται με όρους «ειρήνης ή πολέμου». Μια συμφωνία είναι αναμφίβολα προτιμότερη από μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση. Πρόκειται όμως περισσότερο για μια προσωρινή ανακωχή συμφερόντων.

Το θεμελιώδες πρόβλημα, όμως, παραμένει άθικτο. Και όταν οι στρατηγικοί στόχοι των εμπλεκομένων δεν αλλάζουν, οι κρίσεις δεν τελειώνουν, απλώς αναβάλλονται. Επιπλέον, παραμένει αναπάντητο ένα κρίσιμο ερώτημα: τι θα συμβεί στο μέτωπο Ισραήλ–Χεζμπολάχ; Ακόμη κι αν η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη καταλήξουν σε συμφωνία, τίποτα δεν εγγυάται ότι η ένταση στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ θα εκτονωθεί οριστικά. Η Χεζμπολάχ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες, ενώ η ισραηλινή ηγεσία θεωρεί ότι η απειλή δεν έχει εξαλειφθεί. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν κλείσει προσωρινά το αμερικανοϊρανικό κεφάλαιο, η σημαντικότερη ίσως σύγκρουση που γεννά η ιρανική επιρροή στην περιοχή παραμένει ανοιχτή.

Γι’ αυτό και μια συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν, αν τελικά επιτευχθεί, δύσκολα θα αποτελέσει ιστορική λύση. Πιθανότερο είναι να αποτελέσει μια πολιτική νίκη για τον Τραμπ, μια πολύτιμη ανάσα για το Ιράν και μια προσωρινή ανακούφιση για τις διεθνείς αγορές. Όμως η Μέση Ανατολή έχει διδάξει επανειλημμένα ότι οι συγκρούσεις δεν τελειώνουν όταν σταματούν τα πυρά, αλλά όταν αντιμετωπίζονται οι αιτίες που τα προκαλούν. Και αυτές οι αιτίες παραμένουν σήμερα, σχεδόν στο σύνολό τους, στη θέση τους.


* Ο Αναστάσιος Καράμπαμπας είναι Ιστορικός - Πολιτικός αναλυτής.