Η Γεωπολιτική ενηλικίωση της Ελλάδας: Γιατί η Γαλλία ποντάρει στον «Άξονα της Αθήνας»
Εurokinissi
Εurokinissi

Η Γεωπολιτική ενηλικίωση της Ελλάδας: Γιατί η Γαλλία ποντάρει στον «Άξονα της Αθήνας»

Πέραν από το «η Γαλλία αγαπά την Ελλάδα και η Ελλάδα αγαπά την Γαλλία» που ακούστηκε κατ’ επανάληψη στην επίσκεψη του Γάλλου Προέδρου στην Αθήνα, η πραγματικότητα είναι λιγότερο ρομαντική.

Η υπογραφή της Συμφωνίας Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας το 2021 αποτέλεσε μια ψυχρή, ορθολογική γεωπολιτική επιλογή του Παρισιού. Για τη Γαλλία, η Ελλάδα μετεξελίχθηκε σε έναν κρίσιμο περιφερειακό δρώντα που προσφέρει στρατηγικό βάθος στις γαλλικές επιδιώξεις στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η αναβάθμιση αυτή εδράζεται σε τρεις κεντρικούς πυλώνες:

  1. Οικονομική και Στρατιωτική Ισχύς της Ελλάδος: η Γαλλία, είναι  δύναμη που επιδιώκει την «Ευρωπαϊκή Στρατηγική Αυτονομία», συνεπώς αναζητά εταίρους που διαθέτουν εσωτερική σταθερότητα και επιχειρησιακή ικανότητα.
  2. Οικονομία: Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και οι ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας έπεισαν το Παρίσι ότι η Αθήνα μπορεί να υποστηρίξει μακροχρόνια εξοπλιστικά προγράμματα.
  3. Στρατιωτική Ισχύς: Η αγορά των μαχητικών Rafale και των φρεγατών FDI (Belharra) δεν ήταν απλώς εμπορικές πράξεις. Δημιούργησαν μια οργανική διασύνδεση των δύο ενόπλων δυνάμεων, καθιστώντας την Ελλάδα το «προκεχωρημένο φυλάκιο» της γαλλικής τεχνολογίας και ισχύος στην περιοχή.

Η γαλλική στροφή προς την Ελλάδα δικαιολογείται και από την επιτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής να οικοδομήσει ένα ισχυρό πλέγμα συμμαχιών με ΗΠΑ και Ισραήλ που κατέστησε την Ελλάδα τον κεντρικό πυλώνα του σχήματος 3+1. 

Η αξιοποίηση του ενιαίου αμυντικού χώρου της Ελλάδος με την Κύπρο προσφέρει στη Γαλλία διευκολύνσεις (ναυτικές και αεροπορικές βάσεις) για να προβάλλει την ισχύ της στην Αν. Μεσόγειο.

Η Γαλλία μέσω της Ελλάδας αποκτά έμμεση πρόσβαση και επιρροή σε αυτή τη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας, η οποία στοχεύει στην ανάσχεση του αναθεωρητισμού και στη σταθερότητα των ενεργειακών ροών.

Επίσης, η Ελλάδα επιχειρεί να καταστεί πύλη εισόδου για τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC).

Έτσι η  σύσφιξη των σχέσεων της Αθήνας με το Νέο Δελχί και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δημιουργεί μια νέα γεωγραφία εμπορίου. Η Γαλλία, ως παγκόσμια εμπορική δύναμη, επιδιώκει να διασφαλίσει ότι ο τερματικός σταθμός αυτού του διαδρόμου θα βρίσκεται σε μια χώρα-σύμμαχο, η οποία εγγυάται την ασφάλεια των υποδομών (λιμάνια, ενεργειακοί αγωγοί, καλώδια δεδομένων).

Για τους παραπάνω λόγους προχωρά και η διακρατική συνεργασία με την Γαλλία και η εμπλοκή της ελληνικής βιομηχανίας στα εξοπλιστικά προγράμματα όπως τα ναυπηγικά έργα. Στόχος είναι η ανάπτυξη κοινών έργων που θα δημιουργούν προστιθέμενη αξία και για τις δύο πλευρές, ενισχύοντας παράλληλα την ευρωπαϊκή αμυντική βάση. Όπως ελέχθη, η σύμπραξη με την ελληνική βιομηχανία μπορεί να καλύψει επιχειρησιακές ανάγκες και ταυτόχρονα να ενισχύσει την ευρωπαϊκή τεχνολογική βάση.

Συμπέρασμα Η Γαλλία δεν «επέλεξε» την Ελλάδα από συναισθηματισμό. Την επέλεξε γιατί η Ελλάδα κατάφερε να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε γεωπολιτικό κεφάλαιο. Η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της Αθήνας, σε συνδυασμό με την πολυεπίπεδη εξωτερική πολιτική της, την καθιστούν τον απαραίτητο «μεντεσέ» που συνδέει την Ευρώπη με τον Ινδο-Ειρηνικό και τη Μέση Ανατολή. 

Για το Παρίσι, μια ισχυρή Ελλάδα είναι η προϋπόθεση για μια ισχυρή γαλλική παρουσία στη Μεσόγειο του 21ου αιώνα.