Το αμερικανικό αδιέξοδο στο Στενό του Ορμούζ
shutterstock
shutterstock

Το αμερικανικό αδιέξοδο στο Στενό του Ορμούζ

Η πολιτική και στρατηγική διεισδυτικότητα του Πρώσου στρατηγού Κάρλ φον Κλαούζεβιτς, πως ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής και με άλλα μέσα, αποτελεί κρίσιμη αφετηρία για να κατανοήσουμε σε πραγματικό χρόνο τη φύση μιας διαφοράς μεταξύ κρατών. Ωστόσο, σήμερα η σχέση του χρόνου και της τεχνολογίας μάς υποβάλλει πλέον διαρκώς στην ανάγκη, να εκτιμήσουμε και να αξιολογήσουμε σωστά το γκρίζο φάσμα που εκτείνεται ανάμεσα σε ό,τι οριοθετούμε ως πόλεμο και ειρήνη.

Μαύρο και άσπρο υπάρχει σε μια σκακιέρα όπου η σύγκρουση εκτυλίσσεται με τους ίδιους κανόνες για όλους που δεν αλλάζουν ποτέ, σε ένα οριοθετημένο πεδίο εξηντατεσσάρων τετραγώνων. Όμως, στη διεθνή πολιτική, ο γκρίζος χώρος μεταξύ άσπρου και μαύρου είναι απεριόριστος και δυστυχώς, δεν ρυθμίζεται πάντα από κοινά αποδεκτούς κανόνες. Η σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν είναι το πιο πρόσφατο παράδειγμα αυτού του γκρίζου πεδίου.

Οι διαφορές που χωρίζουν τα δύο κράτη, άλλοτε κορυφώνονται με τη μορφή μιας ελεγχόμενης ένοπλης σύρραξης, κατά τη διάρκεια της οποίας αποφεύγεται η στοχοποίηση πολιτικών υποδομών και η επιδίωξη της εδαφικής κατάκτησης. Άλλοτε αποκλιμακώνονται, καθώς επικρατεί η ιδέα μιας εκεχειρίας που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ειρηνευτική συμφωνία, και η οποία καλλιεργεί την προσδοκία της ανακούφισης, ακόμα κι αν υπάρχουν διαλείμματα ρητορικής αντιπαράθεσης ή ένοπλων αντιποίνων που συντηρούν μια κατάσταση χαμηλής έντασης, ανάμεσα στην οριοθετημένη περιοχή μεταξύ πολέμου και ειρήνης.

 Το Μνημόνιο του Ισλαμαμπάντ είναι το ελάχιστο δυνατό επίτευγμα της πακιστανικής μεσολάβησης, που άφησε άθικτες τις κόκκινες γραμμές των δύο πλευρών και πρόσφερε πολιτικό χρόνο και επίχρισμα σε μια κατάσταση χαμηλής έντασης μεταξύ των δύο πλευρών, όσο η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη επιλέγουν να απέχουν από τη γενικευμένη στρατιωτική αντιπαράθεση. Παρόλα αυτά, το Μνημόνιο του Ισλαμαμπάντ ως διπλωματική πλατφόρμα για το διάλειμμα χαμηλής έντασης στην ένοπλη σύρραξη μεταξύ των δύο πλευρών, προσφέρει ένα σημαντικό πλεονέκτημα στην ιρανική πλευρά. Η Τεχεράνη μπορεί να παίζει με την χρονοτριβή απέναντι στις ΗΠΑ και τα ένοπλα αντίποινά τους, με την ίδια ευκολία που σε βάθος χρόνου καταστέλλει και καταπνίγει κάθε αντίθετη πολιτική φωνή στο εσωτερικό της χώρας. Για το ιρανικό καθεστώς, υπάρχει η σιγουριά πως μπορεί να απορροφήσει τα ένοπλα χτυπήματα των ΗΠΑ, όσο σκληρά κι αν είναι, χωρίς να αναγκαστεί να σπάσει τις δικές του κόκκινες γραμμές. 

Με άλλα λόγια, το καθεστώς της Τεχεράνης δεν πρόκειται να υποχωρήσει ή να παρεκκλίνει εκατοστό από την πορεία του για την απόκτηση πυρηνικού όπλου. Η ίδια παρελκυστική πολιτική, που βασιζόταν στη χρονοτριβή και χαρακτήριζε την στάση των Ιρανών διπλωματών και πολιτικών απέναντι στο Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης για το πυρηνικό πρόγραμμά του το 2015 (το σχέδιο Ομπάμα, όπως συνηθίζει να το αποκαλεί περιφρονητικά ο Πρόεδρος Τράμπ) εφαρμόζεται και σήμερα με την ίδια μεθοδικότητα και επιμονή, απέναντι στις μεγαλοστομίες του ενοίκου του Λευκού Οίκου.

Πώς αλλιώς θα μπορούσε να συμβεί, άλλωστε, αφού ο Αμερικανός Πρόεδρος μας είχε ενημερώσει για την εξάλειψη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν μετά το τέλος του Πολέμου των Δώδεκα Ημερών ήδη το προηγούμενο καλοκαίρι. Και πριν αλέκτορα φωνήσαι, οι ΗΠΑ επανήλθαν με τους βομβαρδισμούς που ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου για να εξαλειφθεί και πάλι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, και ακόμη μια φορά ο Πρόεδρος Τράμπ διακήρυξε μονομερώς το τέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων με την ίδια βεβαιότητα.

Αυτές οι «βεβαιότητες» και κυρίως οι προεδρικές ρητορικές εξάρσεις και η ανάμειξη στις διπλωματικές επαφές ανθρώπων που διαθέτουν επιτυχημένο επιχειρηματικό προφίλ, όμως καθόλου διεθνοπολιτική εμπειρία, εξηγούν τη θνησιγενή φύση του Μνημονίου του Ισλαμαμπάντ και την σκλήρυνση της στάσης του καθεστώς της Τεχεράνης κατά το δοκούν.

Η αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ιράν κινείται σε δύο άξονες, από τους οποίους λείπουν μερικά γρανάζια ακόμη προκειμένου να θέσουν σε κίνηση μια νέα πολιτική πραγματικότητα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Μια εκδοχή, λοιπόν, του σχετικά κοντινού μέλλοντος, περιλαμβάνει ένα Ιράν που έχει πραγματοποιήσει επιτυχημένη πυρηνική δοκιμή. Σε αυτή την περίπτωση, η πυρηνική απειλή δεν θα περιορίζεται μόνο στο Ισραήλ. Άλλωστε, το Ισραήλ κατά κοινή παραδοχή είναι ήδη πυρηνική δύναμη. Επομένως, ένα πυρηνικό Ιράν θα διαμόρφωνε συνθήκες ισορροπίας τρόμου, εξουδετερώνοντας την οπλική ανωτερότητα του Ισραήλ σε επίπεδο όπλων μαζικής καταστροφής.

Παράλληλα, όμως, ένα πυρηνικό Ιράν θα έχει θέσει σε ομηρία όλα τα γειτονικά αραβικά κράτη και θα μπορεί να αλλάξει δομικά τις ισορροπίες στην περιοχή. Αν για παράδειγμα, το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ αποτελεί τον αυτόματο πολιτικό εκβιασμό που θέτει σε ομηρία την ελεύθερη ναυσιπλοΐα και ένα σημαντικό κομμάτι της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας, τότε η κατασκευή πυρηνικού όπλου για το καθεστώς της Τεχεράνης, θα ήταν μια επιτυχία με πολλές προεκτάσεις.

Οι μοναρχίες του Κόλπου θα αναγκαζόντουσαν να συγκλίνουν στις θέσεις της Τεχεράνης, ενδεχόμενο που θα δημιουργούσε νέους και πολύ πιο χρήσιμους proxies για το ιρανικό καθεστώς. Και, αν τα κράτη μπορούν να αντιμετωπίσουν τους πολιτικούς εκβιασμούς της Τεχεράνης, αναφορικά με την ομηρία του Στενού του Ορμούζ κάθε φορά που το κλείνουν οι Φρουροί της Επανάστασης, δημιουργώντας καινούργιες οδεύσεις για τη μεταφορά των υδρογονανθράκων, μια ενδεχόμενη ευόδωση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, θα μπορούσε να οδηγήσει σε πυρηνικό ανταγωνισμό στη Μέση Ανατολή.

Οι δε πρώτες χώρες που θα έσπευδαν να πυρηνικοποιηθούν στρατιωτικά θα ήταν πιθανόν η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και η Τουρκία. Σε αυτό το ιδιαίτερα ανησυχητικό ενδεχόμενο, κοινός παρονομαστής θα ήταν ο ρόλος του Πακιστάν στη διάχυση της πυρηνικής τεχνογνωσίας.

 Επιστρέφουμε, λοιπόν, στην πακιστανική μεσολάβηση και την εκεχειρία που καρκινοβατεί στο ναρκοπέδιο που οριοθέτησε το ίδιο το Μνημόνιο του Ισλαμαμπάντ, για να δώσει την ελάχιστη πολιτική ταυτότητα στη σύγκρουση χαμηλής έντασης που συντηρούν και οι δύο πλευρές. Το μεν Ιράν πορεύεται με τη βεβαιότητα, ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να σπάσουν τις κόκκινες γραμμές του, όσο εκείνο μπορεί να απορροφά τις απώλειες των χτυπημάτων και να συσπειρώνει τον λαό.

Οι δε ΗΠΑ πορεύονται με την προσδοκία πως θα μπορέσουν να μετουσιώσουν μια στρατιωτική νίκη σε στρατηγική. Ο κριτής είναι ο ίδιος και για τις δύο πλευρές, και φυσικά είναι ο χρόνος. Όσο οι ΗΠΑ καθυστερούν και επιτρέπουν στο καθεστώς της Τεχεράνης να επιβιώνει και να σκληραίνει τις θέσεις του με τη δημόσια ρητορική του, τόσο πιο δύσκολο καθίσταται το εγχείρημα της πραγματικής εξάλειψης του πυρηνικού προγράμματος και της επιστροφής σε καθεστώς ελεύθερης ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ. 

Με άλλα λόγια, όταν οι ΗΠΑ επέλεξαν την απευθείας στρατιωτική αντιπαράθεση με το Ιράν πέρυσι τον Ιούνιο και ξανά εφέτος τον Φεβρουάριο, θα πρέπει να είχαν υπολογίσει όλα τα πιθανά σενάρια και ενδεχόμενα. Αν το έπραξαν χωρίς την αυτονόητη προεργασία, ή έστω κάνοντας λανθασμένους υπολογισμούς, τότε δυστυχώς έχουμε βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να υπομένουμε τις αρνητικές συνέπειες, και ενδεχομένως να αντιμετωπίσουμε ακόμη χειρότερες, των επιλογών και των σχεδίων ανθρώπων που δυσκολεύονται να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο ο πόλεμος συμπληρώνει την πολιτική για να άρει αδιέξοδα. Όχι, να δημιουργήσει νέα.


* Ο Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, Αναπληρωτής Κοσμήτορας, Νομική Σχολή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Μέλος του ΔΣ του Οργανισμού της ΕΕ για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα (FRA).