78 χρόνια Ανεξαρτησίας του Ισραήλ: Η μακρά διαδρομή από την ιστορική μνήμη στην κρατική ισχύ
(AP Photo/Ariel Schalit)
(AP Photo/Ariel Schalit)

78 χρόνια Ανεξαρτησίας του Ισραήλ: Η μακρά διαδρομή από την ιστορική μνήμη στην κρατική ισχύ

Υπάρχει μια βολική αλλά ιστορικά αβάσιμη ιδέα στη σημερινή δημόσια συζήτηση: ότι το Ισραήλ εμφανίστηκε σχεδόν «από το μηδέν» το 1948, ως ένα ξένο αποικιακό μόσχευμα σε μια γη με την οποία οι Εβραίοι δεν είχαν καμία πραγματική συνέχεια. Η αλήθεια είναι πιο σύνθετη. Το σύγχρονο Ισραήλ προέκυψε από τη συνάντηση πέντε παραγόντων: μιας αδιάλειπτης ιστορικής και θρησκευτικής σχέσης του εβραϊκού λαού με τη γη· μιας συνεχούς εβραϊκής παρουσίας στην περιοχή· της ανόδου του σύγχρονου σιωνισμού στην εποχή των εθνικισμών· της οικοδόμησης θεσμών στην ύστερη οθωμανική περίοδο και κατά τη διάρκεια της Βρετανικής Εντολής για την Παλαιστίνη (Palestine Mandate)· και, τελικά, της διεθνούς διπλωματίας και του πολέμου. Αυτό δεν αναιρεί την αραβική παρουσία ούτε τις τραγωδίες που ακολούθησαν. Ωστόσο, το σχήμα ότι «ένα κράτος έπεσε από τον ουρανό το 1948» δεν αντέχει σε μια στοιχειώδη ιστορική εξέταση.

Ο σιωνισμός δεν ήταν μονοσήμαντο σύνθημα αλλά το σύγχρονο εβραϊκό εθνικό κίνημα: η προσπάθεια να αποκατασταθεί η εβραϊκή πολιτική αυτοδιάθεση στην προγονική πατρίδα. Γεννήθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, όταν η Ευρώπη των εθνικών κρατών άφηνε όλο και λιγότερο χώρο για την ψευδαίσθηση ότι η εβραϊκή χειραφέτηση αρκούσε από μόνη της. Η άνοδος του αντισημιτισμού, τα πογκρόμ και η διαπίστωση ότι ακόμη και «εκσυγχρονισμένες» κοινωνίες εξακολουθούσαν να θεωρούν τους Εβραίους ξένο σώμα, οδήγησαν πολλούς στο συμπέρασμα ότι χωρίς πολιτική κυριαρχία δεν υπήρχε ασφάλεια. Μέσα στο ίδιο κίνημα συνυπήρξαν πολιτικός, εργατικός, αναθεωρητικός και θρησκευτικός σιωνισμός, μαζί με πολιτισμικές εκδοχές που έβλεπαν την εβραϊκή αναγέννηση ως γλωσσικό και μορφωτικό εγχείρημα. Ο σιωνισμός ήταν οικογένεια ρευμάτων με κοινό πυρήνα: ότι ο εβραϊκός λαός είναι έθνος και όχι απλώς θρησκευτική κοινότητα.

Εδώ βρίσκεται και η πρώτη μεγάλη ιστορική ανακρίβεια που πρέπει να διορθωθεί: το ότι όλοι οι Εβραίοι έφυγαν από την Ιουδαία στην αρχαιότητα και οι μεταγενέστεροι σιωνιστές επέστρεψαν ως πλήρεις εξωτερικοί ξένοι. Οι ρωμαϊκές καταστολές μετά τον πόλεμο του Μπαρ Κοχμπά ήταν συντριπτικές, αλλά δεν εξάλειψαν την εβραϊκή παρουσία. Σημαντικά κέντρα επιβίωσαν και μετατοπίστηκαν, ιδίως στην Τιβέρια (Tiberias), όπου εγκαταστάθηκαν το Σανχεδρίν (Ανώτατο Εβραϊκό Δικαστήριο) και σχολεία ραββινικής μάθησης (yeshiva)· στους επόμενους αιώνες, κοινότητες συνέχισαν να υπάρχουν στην Ιερουσαλήμ, στη Χεβρώνα, στη Σαφέντ (Tzfat) και αλλού. Ακόμη όταν οι αριθμοί ήταν μικροί, η σύνδεση με τη Γη παρέμεινε ζωντανή στη λειτουργική μνήμη, στην προσευχή, στη νομική παράδοση, στην προσκυνηματική ιδέα της aliyah και στη σταθερή τοποθέτηση της Ιερουσαλήμ στο κέντρο της εβραϊκής συνείδησης. Υπήρξε διασπορά, αλλά όχι ιστορικό κενό.

Όταν αρχίζουν οι μεγάλες aliyot στη διάρκεια του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, δεν μιλάμε για πρώτη «ανακάλυψη» της χώρας από τους Εβραίους αλλά για μαζική επιτάχυνση μιας παλαιότερης σχέσης. Η Πρώτη Aliyah (1882–1903) τροφοδοτήθηκε κυρίως από τη ρωσική αυτοκρατορική καταπίεση και τα πογκρόμ· έφερε παραδοσιακότερο, αγροτικό πληθυσμό, με έμφαση στις πρώτες κοινότητες και στην αναβίωση της εβραϊκής γλώσσας. Η Δεύτερη Aliyah (1904–1914) είχε πιο νέο, κοσμικό και σοσιαλιστικό χαρακτήρα· εδώ εμφανίζονται οι κολεκτιβιστικές μορφές εργασίας και οι βάσεις των kibbutz. Στην οθωμανική ακόμη περίοδο, το εγχείρημα δεν βασίστηκε σε στρατιωτική κατάκτηση αλλά σε μετανάστευση, εξαιρετικά νόμιμες αγορές γης, γεωργική εγκατάσταση και σταδιακή πληθυσμιακή πύκνωση.

Οι επόμενες τρεις aliyot έδωσαν στην εβραϊκή παρουσία ποσοτικό και θεσμικό βάθος. Η Τρίτη, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έφερε σοσιαλιστές και εθνικούς αναβιωτές ενθαρρυμένους από τη Διακήρυξη Μπάλφουρ. Η Τέταρτη, τη δεκαετία του 1920, είχε πιο μεσοαστικά και επιχειρηματικά χαρακτηριστικά, με ιδιαίτερη συμβολή στην εγκαθίδρυση του Τελ Αβίβ. Η Πέμπτη (1929–1939) έφερε περίπου 250.000 Εβραίους από την ανατολική, κεντρική και δυτική Ευρώπη — επιστήμονες, γιατρούς και επαγγελματίες που έφταναν υπό την πίεση του ναζισμού. Παράλληλα, το Yishuv απέκτησε αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, σχολεία, συνδικάτα, υπηρεσίες υγείας, φορολογικούς και δικαιοδοτικούς μηχανισμούς, και μέσω του Jewish Agency οικοδόμησε έναν σχεδόν προκρατικό μηχανισμό. Η θεσμική οικοδόμηση προηγήθηκε, κυριολεκτικά, του κράτους.

Η μετάβαση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη βρετανική κυριαρχία ήταν καθοριστική. Η Διακήρυξη Μπάλφουρ του 1917 δήλωσε βρετανική υποστήριξη για «εθνική εστία» του εβραϊκού λαού στην Παλαιστίνη, υποσχόμενη ταυτόχρονα ότι δεν θα θίγονταν τα αστικά και θρησκευτικά δικαιώματα των μη εβραϊκών κοινοτήτων. Η ίδια αμφισημία ενσωματώθηκε στο καθεστώς της Εντολής της Κοινωνίας των Εθνών: αναγνώριση της ιστορικής σχέσης των Εβραίων με τη χώρα και τη Γη και υποχρέωση της Εντολοδόχου Δύναμης να διευκολύνει την εβραϊκή μετανάστευση από τη μία· υποχρέωση προστασίας όλων των κατοίκων από την άλλη. Η Μεγάλη Βρετανία δεν κινήθηκε από αλτρουισμό αλλά από αυτοκρατορικό υπολογισμό: έβλεπε οδούς προς τη Διώρυγα του Σουέζ, την ασφάλεια της Ινδίας και τη γενικότερη ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή. 

Η εβραϊκή πλευρά δεν ήταν ποτέ μονολιθική. Η κυρίαρχη γραμμή του Yishuv, που συνδέθηκε αργότερα με την ηγεσία του Νταβίντ Μπεν-Γκουριόν, στηρίχθηκε στον εργατικό σιωνισμό και στην πειθαρχημένη κρατική οικοδόμηση. Γύρω από αυτήν αναπτύχθηκε η Χαγκανά, που επί μακρόν ακολούθησε τη γραμμή της havlaga, της «αυτοσυγκράτησης». Στον αντίποδα, το αναθεωρητικό ρεύμα του Βλαντίμιρ Ζαμποτίνσκι έδωσε έμφαση στην ισχύ και στην άρνηση εξάρτησης από βρετανική εύνοια· από αυτό το περιβάλλον προήλθαν η Ιργκούν και αργότερα η Λεχί. Η Αραβική Εξέγερση του 1936–39 επιτάχυνε τις διαφοροποιήσεις: οι Άραβες απαιτούσαν τερματισμό της μετανάστευσης, απαγόρευση πωλήσεων γης και λήξη της βρετανικής κυριαρχίας· η βία βοήθησε το Yishuv να κάνει άλμα στην αυτοοργάνωση και στην ιδέα ότι δίχως δικές του δυνάμεις δεν θα επιβίωνε.

Η μεγάλη τομή ήρθε με τη Λευκή Βίβλο του 1939. Το Λονδίνο περιόρισε τη μετανάστευση σε 75.000 άτομα σε πέντε χρόνια — ετήσια ποσόστωση 10.000 συν εφάπαξ 25.000 προσφύγων — και προέβλεψε ότι καμία περαιτέρω μετανάστευση δεν θα επιτρεπόταν χωρίς αραβική συγκατάθεση. Τη στιγμή που οι Εβραίοι της Ευρώπης οδηγούνταν στη ναζιστική εξόντωση, η Παλαιστίνη ουσιαστικά έκλεινε. Αυτό εξηγεί γιατί η πολιτική διαφωνία μετατράπηκε σε υπαρξιακή ρήξη. Το Aliyah Bet έγινε ηθική αναγκαιότητα· χιλιάδες προσπάθησαν να φτάσουν στην Παλαιστίνη και, ιδίως στη μεταπολεμική περίοδο 1946–1949, οι Βρετανοί εκτόπισαν δεκάδες χιλιάδες —επιζώντες του Ολοκαυτώματος στη συντριπτική τους πλειοψηφία— σε στρατόπεδα κράτησης στην Κύπρο. Μετά το Ολοκαύτωμα, η συνέχιση των βρετανικών περιορισμών έκανε την Εντολή πολιτικά αδύνατη, υπό την πίεση Αράβων, Yishuv, Ηνωμένων Πολιτειών και του μεταπολεμικού κόσμου.

Το 1947 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ πρότεινε, με το Σχέδιο Διαμελισμού της απόφασης 181, τη δημιουργία δύο κρατών — ενός εβραϊκού και ενός αραβικού — με την Ιερουσαλήμ σε ειδικό διεθνές καθεστώς. Η εβραϊκή πλευρά το αποδέχθηκε ως, έστω ατελή, νομιμοποίηση της κρατικής επιδίωξης· η αραβική το απέρριψε. Η σύγκρουση ξέσπασε αμέσως με μορφή εμφυλιοπολεμικής αναμέτρησης μέσα στην Εντολή, πριν αποχωρήσουν οι Βρετανοί. Στις 14 Μαΐου 1948, λίγες ώρες πριν το τυπικό τέλος της Εντολής, ο Μπεν-Γκουριόν διάβασε στο Τελ Αβίβ τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας — έγγραφο που συμπύκνωνε ιστορική μνήμη, διεθνή νομιμοποίηση και απόφαση για άμεση κυριαρχία. Δεν ήταν η αρχή της εβραϊκής ιστορίας στη χώρα· ήταν η στιγμή που η προκρατική συσσώρευση μετατράπηκε σε κράτος.

Αμέσως μετά, δυνάμεις από Αίγυπτο, Transjordan (σήμερα Ιορδανία), Συρία, Λίβανο και Ιράκ εισέβαλαν. Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας υπήρξε θεμελιώδης όχι μόνο επειδή έσωσε το νεοσύστατο κράτος, αλλά επειδή καθόρισε τη συλλογική του αυτοαντίληψη: ότι η κυριαρχία δεν χαρίζεται, κερδίζεται και υπερασπίζεται στρατιωτικά. Ο πόλεμος τελείωσε με ανακωχές το 1949, με το Ισραήλ να ελέγχει περισσότερη έκταση από εκείνη που προέβλεπε το σχέδιο του ΟΗΕ. Ταυτόχρονα, εκατοντάδες χιλιάδες Άραβες εκτοπίστηκαν ή έφυγαν, ενώ η Ιορδανία κατέλαβε τη Δυτική Όχθη και η Αίγυπτος τη Γάζα. Αυτή είναι η διπλή κληρονομιά του 1948: για τους Ισραηλινούς, ανεξαρτησία· για τους Παλαιστινίους, Nakba. Όποιος αγνοεί το ένα από τα δύο απλώς δεν καταλαβαίνει την ιστορία.

Στα επόμενα χρόνια η σύγκρουση δεν πάγωσε· μετασχηματίστηκε. Οι ανακωχές έφεραν συνοριακή ανασφάλεια, επιδρομές fedayeen, αραβικό μποϊκοτάζ και διαρκή στρατιωτική επιφυλακή. Η κρίση του Σουέζ το 1956 έδειξε ότι το Ισραήλ σκεφτόταν στρατηγικά πέρα από την άμεση άμυνα. Η πραγματική τομή ήρθε το 1967. Στον Πόλεμο των Έξι Ημερών, απέκτησε τον έλεγχο του Σινά και της Γάζας από την Αίγυπτο, της βιβλικής Ιουδαίας και Σαμάριας (Δυτικής Όχθης) και της ανατολικής Ιερουσαλήμ από την Ιορδανία, και των Υψιπέδων του Γκολάν από τη Συρία. Στρατηγικά απέκτησε βάθος άμυνας. Ιστορικά και ψυχολογικά, ξαναβρήκε πρόσβαση στην Παλιά Πόλη και στους ιερούς τόπους του Ιουδαϊσμού. Πολιτικά άνοιξε νέα εποχή: το ζήτημα δεν ήταν πια μόνο η ύπαρξη του Ισραήλ, αλλά τι θα γίνει με τα εδάφη που κατέλαβε και με τον παλαιστινιακό πληθυσμό υπό τον έλεγχό του. Η απόφαση 242 του Συμβουλίου Ασφαλείας, με τη γλώσσα περί αποχώρησης από εδάφη και «ασφαλών και αναγνωρισμένων συνόρων», έμεινε στο κέντρο κάθε διπλωματικής συζήτησης.

Από εκεί και πέρα, η ισραηλινή πορεία έχει διπλή όψη: στρατηγική ωρίμανση και διαρκές άλυτο πρόβλημα. Η ειρήνη με την Αίγυπτο, μέσω των Συμφωνιών του Camp David (1978) και της συνθήκης ειρήνης του 1979, επέστρεψε σταδιακά το Σινά στον Κάιρο και κατοχύρωσε το πρώτο αραβοϊσραηλινό σύμφωνο ειρήνης. Οι επεμβάσεις στον Λίβανο έδειξαν τα όρια της ισχύος ακόμη και με στρατιωτική υπεροχή. Το Oslo άνοιξε δυνατότητα αμοιβαίας αναγνώρισης με την PLO, αλλά δεν έλυσε τις σκληρότερες εκκρεμότητες: σύνορα, προσφυγικό, Ιερουσαλήμ, οικισμούς, ασφάλεια. Η κατάρρευση του Camp David το 2000 και η Δεύτερη Ιντιφάντα πλήγωσαν την εμπιστοσύνη. Η αποχώρηση από τη Γάζα το 2005 δεν έφερε σταθερότητα· η άνοδος της Χαμάς και το ιρανικό δίκτυο «αντίστασης» μετέτρεψαν την ισραηλινή στρατηγική σε πολυμέτωπη εξίσωση. Μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, η ισραηλινή ηγεσία βλέπει το περιβάλλον ασφαλείας όχι ως τοπική κρίση αλλά ως ενιαίο θέατρο από τη Γάζα μέχρι τον Λίβανο, τη Συρία και το ιρανικό πλέγμα. Παράλληλα, οι Συμφωνίες του Αβραάμ έδειξαν ότι η περιφερειακή ενσωμάτωση του Ισραήλ είναι εφικτή, με τμήμα του αραβικού κόσμου.

Πού βρίσκεται σήμερα το Ισραήλ; Σε μια θέση ταυτόχρονα ισχυρή και εκτεθειμένη. Κράτος με οικονομία που προσεγγίζει τα 560–580 δισ. δολάρια το 2025, με υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα, χαμηλή ανεργία και αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα παρά την παρατεταμένη πίεση του πολέμου και τις δημοσιονομικές επιβαρύνσεις. 

Το υψηλής τεχνολογίας οικοσύστημά του παραμένει βασικός κινητήρας: ο κλάδος αντιστοιχεί σε περίπου 20% του ΑΕΠ και σε πάνω από το ήμισυ των εξαγωγών το 2025, επιβεβαιώνοντας τη δομική του σημασία για την οικονομία, ενώ οι εξαγωγές υψηλής τεχνολογίας διατηρούν μερίδιο άνω του 57% του συνόλου. Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη και οι deep-tech τομείς συνεχίζουν να συγκεντρώνουν μεγάλο μέρος της επενδυτικής δραστηριότητας, με την αγορά να ανακάμπτει σε επίπεδα προ πανδημίας και να καταγράφει υψηλές χρηματοδοτήσεις και εξαγορές. 

Η χώρα παραμένει από τις πιο εντατικές σε R&D παγκοσμίως και από τις κορυφαίες στον ΟΟΣΑ ως προς τη σχετική επένδυση στην έρευνα και την καινοτομία. Την ίδια ώρα, η στρατιωτική δαπάνη παραμένει σε υψηλά επίπεδα μετά την εκτίναξη της περιόδου 2023–2024, με τον προϋπολογισμό άμυνας να διατηρείται σε δεκάδες δισ. δολάρια και να απορροφά σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ, αντανακλώντας την επιστροφή της σκληρής ασφάλειας στον πυρήνα της κρατικής λειτουργίας. 

Στο εξωτερικό, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο αναντικατάστατος στρατηγικός άξονας — και σε κρίσιμες τεχνολογίες και AI — αλλά το Ισραήλ επιδιώκει διαφοροποίηση: η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός του εταίρος στα αγαθά, οι σχέσεις με την Ινδία έχουν εξελιχθεί σε στρατηγική εταιρική σχέση, ενώ στην Ανατολική Μεσόγειο το φυσικό αέριο του δίνει γεωοικονομικό βάρος μέσω εξαγωγών προς Αίγυπτο και Ιορδανία. Η ισχύς αυτή συνοδεύεται από εσωτερική πίεση: πόλεμος, κοινωνικές και θεσμικές τριβές, δημοκρατική φθορά και το ανοιχτό παλαιστινιακό ζήτημα. Η φιλοδοξία του σύγχρονου Ισραήλ στον 21ο αιώνα δεν είναι απλώς να επιβιώσει ως εβραϊκή πατρίδα· είναι να παγιωθεί ως μόνιμη περιφερειακή δύναμη και παγκόσμιος κόμβος τεχνολογίας, άμυνας και καινοτομίας — ένα κράτος που δεν αντιλαμβάνεται πια τον εαυτό του μόνο ως καταφύγιο, αλλά και ως παίκτη πρώτης γραμμής.

Το Ισραήλ δεν γεννήθηκε ως ιστορική παρένθεση· γεννήθηκε ως σχέδιο εθνικής επιστροφής και εξελίχθηκε σε κράτος ισχύος — και αυτή ακριβώς η διαδρομή εξηγεί γιατί παραμένει ταυτόχρονα τόσο αμφισβητούμενο και τόσο ανθεκτικό.


* Ο Γιαακώβ Χαλιώτης είναι ιδρυτής της συμβουλευτικής εταιρείας Group of Verified Intelligence και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας έχει δραστηριοποιηθεί σε μια σειρά από μεγάλους οργανισμούς, όπου ηγήθηκε ομάδων ψηφιακής επικοινωνίας, αξιοποιώντας digital analytics και insights, ώστε Διευθύνοντες Σύμβουλοι, Γενικοί Διευθυντές και ακόμα Υπουργοί της βρετανικής κυβέρνησης να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες και αποτελεσματικές αποφάσεις. Έχει διατελέσει Digital Strategy Manager στο National Lottery του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο το 2016, εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας της Αγγλίας την περίοδο της πανδημίας και, στη συνέχεια, ανέλαβε τον ρόλο του Global Brand Analytics Lead στη Shell, την πετρελαϊκή εταιρεία. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο, με καταγωγή από την Κεφαλονιά. Είναι ενεργό μέλος του Jewish Diplomatic Corps του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου, όπου συμβάλλει στην παγκόσμια εβραϊκή διπλωματική δράση, με έμφαση στην αντιμετώπιση του αντισημιτισμού και του αντισιωνισμού.