Μπορεί τα χρηματιστήρια ανά την υφήλιο να βρίσκονται – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων – πολύ κοντά στα ιστορικά τους υψηλά και οι περισσότερες οικονομίες να έχουν θεωρητικά εμφανίσει αντοχές απέναντι στις επιπτώσεις της πετρελαϊκής κρίσης, αφού απέφυγαν την ύφεση, ωστόσο υπάρχει και η καθημερινότητα στην οποία αυτό που προβληματίζει τους πολίτες είναι η ακρίβεια.
Ένας προβληματισμός που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα αλλά ολόκληρο τον πλανήτη. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μέσες τιμές καταναλωτή στις μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες διαμορφώνονται σήμερα περίπου 30% υψηλότερα από τα τέλη του 2019, ακριβώς πριν την πανδημία.
Οι τιμές των βασικών αγαθών αυξάνονται συνεχώς και μάλιστα όχι με ρυθμό 2%, επίπεδο που οι ειδικοί θεωρούν ότι διασφαλίζει μία ισορροπία στην οικονομία. Τα πάντα γύρω μας ακριβαίνουν και η παγκόσμια οικονομία μοιάζει με μία φούσκα που είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να σκάσει.
Ακόμη και αν ο πληθωρισμός εξασθενεί λ.χ. από το 5% στο 3% αυτό δεν σημαίνει ότι οι τιμές θα επιστρέψουν κάποια στιγμή στο 2019. Απλώς αυξάνονται με πιο αργό ρυθμό και γι’ αυτό ακόμη και σε συνθήκες ανάπτυξης, η κρίση της ακρίβειας δημιουργεί σοβαρά προβλήματα.
Μάλιστα, η Fed και η ΕΚΤ εμφανίζονται πλέον έτοιμες να αποδεχτούν έναν υψηλότερο πληθωρισμό, ειδικά στην περίπτωση που δεν εξομαλυνθεί εντελώς η κρίση στον Περσικό Κόλπο. Αν ο πληθωρισμός παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα στο 3% ή 4% η οικονομία κινδυνεύει από μία αλληλουχία αρνητικών εξελίξεων.
Οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να κάνουν μακροχρόνιο προγραμματισμό και να δεσμεύσουν κεφάλαια σε επενδύσεις, οι εργαζόμενοι χάνουν σε αγοραστική δύναμη όσο οι μισθοί δεν αυξάνονται ανάλογα, οι επενδυτές ζητούν υψηλότερες αποδόσεις, οι κεντρικές τράπεζες διατηρούν ψηλά τα επιτόκια και κάπως έτσι αυξάνεται η αβεβαιότητα στην οικονομία.
Αν η ανάπτυξη επιβραδύνει, οι προσδοκίες για τα εταιρικά κέρδη θα υποβαθμιστούν και οι επενδυτές θα περιορίσουν την έκθεσή τους σε μετοχές που εκτιμάται ότι θα πληγούν. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, να βλέπουμε ήδη τα πρώτα σημάδια της τάσης, αφού περίπου σε ποσοστό 69%, οι μετοχές του κλάδου IT του S&P 500 έχουν υποχωρήσει 20% χαμηλότερα από τα ενδοσυνεδριακά υψηλά 52 εβδομάδων. Μεγάλα ονόματα του κλάδου των ημιαγωγών δέχονται ισχυρό πλήγμα καθώς οι επενδυτές κατοχυρώνουν κέρδη με φόντο το εντυπωσιακό σε αποτελέσματα β’ τρίμηνο.
Βέβαια, ο S&P 500 υπολείπεται μόλις 2% του υψηλότερου σημείου που έχει φτάσει στα χρονικά και η διόρθωση δεν θεωρείται ακόμη ανησυχητική. Ωστόσο το γεγονός ότι ένα μέρος του κλάδου που έχει σηκώσει το ράλι των τελευταίων ετών βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο κοντά σε bear market, είναι εύλογο να προκαλεί προβληματισμό.
Το πρόβλημα για τις αγορές είναι ότι οι μετοχές σήμερα αποτιμώνται σαν να έχει τεθεί υπό έλεγχο ο πληθωρισμός και σαν να αναμένεται να υποχωρήσει το κόστος του χρήματος, παρά το γεγονός ότι η αγορά ομολόγων «βλέπει» μία ή δύο αυξήσεις από την Fed φέτος.
Στο σενάριο, λοιπόν, που ο πληθωρισμός δεν ξεκολλήσει από το 3%-4% και οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, πυροδοτώντας ένα νέο πληθωριστικό κύμα, η Fed και η ΕΚΤ θα κινηθούν στη λογική του «higher for longer» και θα αυξηθεί ο κίνδυνος μεγαλύτερης διόρθωσης στα χρηματιστήρια, καθώς οι αποτιμήσεις δεν θα μπορούν εύκολα να δικαιολογηθούν.
Πόσο πιθανό είναι το σενάριο αυτό; Αρκετά, αν κρίνουμε από τα στοιχεία που βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Σήμερα, το χρήμα γίνεται ακριβότερο και η ανάπτυξη επιβραδύνει. Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι ο πόλεμος στο Ιράν και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή δεν έπληξε την παγκόσμια οικονομία όσο αναμενόταν, εκτιμάται ότι θα αφήσει ανεξίτηλο σημάδι, μέσω ενός ακόμη μεγάλου πληθωριστικού κύματος, το οποίο θα χτυπήσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και δεν θα υποχωρήσει εύκολα.
Δεν το λέμε εμείς αλλά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στις τελευταίες οικονομικές του προβλέψεις, όπου αναφέρει ότι ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ δεν πρόκειται να επιστρέψει στον στόχο του 2% πριν το τέλος του 2027. Όλα αυτά, μάλιστα, υπό την προϋπόθεση ότι ο πόλεμος στο Ιράν θα τερματιστεί και δεν θα υπάρξουν νέα επεισόδια, όπως οι επιθέσεις που βλέπουμε τις τελευταίες ώρες, οι οποίες εκτινάσσουν εκ νέου την αβεβαιότητα.
Όσο και αν τα χρηματιστήρια ζουν σε έναν δικό τους κόσμο, όσο οι δαπάνες για το σούπερ μάρκετ, τους λογαριασμούς ενέργειας και τα ενοίκια συνεχίζουν να απορροφούν ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι του διαθέσιμου εισοδήματος, τόσο το χάσμα των αγορών με την πραγματική οικονομία θα μεγαλώνει ο κίνδυνος να σκάσει η φούσκα θα αυξάνεται.
