Τέσσερις μεγάλες και σε ορισμένες περιπτώσεις αντίρροπες δυνάμεις καθορίζουν την πορεία που θα ακολουθήσουν οι τιμές του πετρελαίου στους επόμενους μήνες. Μετά από μήνες πολεμικών εντάσεων, εκτόξευσης και στη συνέχεια κατάρρευσης των τιμών, η αγορά προσπαθεί να… διαβάσει το μέλλον. Ο φόβος, που οδήγησε το Brent στα 126 δολάρια το βαρέλι, δίνει τη θέση του στην αβεβαιότητα αναφορικά με την παραγωγή, τη ζήτηση, την ανάπτυξη σε ΗΠΑ και Κίνα, καθώς και τα επιτόκια, καθιστώντας δύσκολη την αξιολόγηση της κατάστασης.
Η απόφαση του ΟΠΕΚ+ να αυξήσει ξανά την παραγωγή αφενός υποδηλώνει ότι οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες εκτιμούν ότι η αγορά μπορεί να απορροφήσει περισσότερα βαρέλια, αφετέρου όμως αναδεικνύει και την προσπάθεια του οργανισμού να επιβιώσει.
Σε κάθε περίπτωση, ο δρόμος που τελικά θα ακολουθήσει το πετρέλαιο θα εξαρτηθεί από ένα σύνθετο συνδυασμό παραγόντων, από την εύθραυστη εκεχειρία στη Μέση Ανατολή και το πώς θα αποκατασταθεί η κυκλοφορία στα Στενά του Ορμούζ, μέχρι την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας και τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών για τα επιτόκια.
Ας ξεκινήσουμε από την απόφαση που έλαβε ο ΟΠΕΚ+ την περασμένη Κυριακή. Η αύξηση των στόχων παραγωγής από τον Αύγουστο, επιπλέον των αυξήσεων που έχουν συμφωνηθεί για Ιούνιο και Ιούλιο, κατά 188.000 βαρέλια ημερησίως, δείχνει ότι ο οργανισμός θέλει να ανακτήσει μερίδιο αγοράς και δεν φοβάται την υπερπροσφορά. Οι ειδικοί μιλούν για μία μάχη επιβίωσης…
Υπενθυμίζεται ότι οι αυξήσεις στην παραγωγή κατά περίπου 800.000 βαρέλια από τον Απρίλιο έως τον Ιούλιο δεν εφαρμόστηκαν σε απόλυτο βαθμό λόγω του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Οι αγορές έλαβαν ένα εξαιρετικά «bearish» σινιάλο από τον ΟΠΕΚ, βάσει του οποίου οι τιμές θα παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα.
Ο δεύτερος παράγοντας σχετίζεται με το μεγάλο ερωτηματικό για την κατάσταση που επικρατεί στα Στενά. Την ώρα που η τιμή του Brent υποχωρεί προς τα 70 δολάρια, επίπεδο στο οποίο βρισκόταν πριν τον πόλεμο, υπάρχουν αναφορές για νέες πυραυλικές επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων και δεξαμενοπλοίων που μεταφέρουν LNG, οι οποίες αποδεικνύουν ότι η ένταση δεν έχει αποκλιμακωθεί εντελώς.
Η πιθανότητα ενός νέου πολύ σοβαρού επεισοδίου είναι ζωντανή και οι ασφαλιστικές χρεώσεις των δεξαμενοπλοίων παραμένουν αυξημένες. Αυτή η αβεβαιότητα για το κρισιμότερο θαλάσσιο πέρασμα για την παγκόσμια αγορά πετρελαίου είναι που προσφέρει στήριξη στις τιμές.
Ο τρίτος παράγοντας αφορά στη ζήτηση. Η αγορά μπορεί να απορροφήσει τα επιπλέον βαρέλια που παράγουν οι χώρες του ΟΠΕΚ+ στο σενάριο που οι ΗΠΑ συνεχίσουν αναπτύσσονται, η Κίνα επιταχύνει, μετά από περίοδο στασιμότητας και η Ευρώπη αποφύγει την ύφεση. Είναι το καλό σενάριο για το πετρέλαιο, στο οποίο ο ΟΠΕΚ+ θα επιβραβευθεί για τη στρατηγική του. Σε αντίθετη περίπτωση ενδεχομένως αναγκαστεί να αλλάξει ρότα και να βρεθεί αντιμέτωπος με μία σοβαρή κρίση για την ίδια του την επιβίωση.
Ο τέταρτος παράγοντας είναι τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών. Καθώς οι αγορές προεξοφλούν μία ή δύο αυξήσεις επιτοκίων από την Fed μέσα στο 2026, διαμορφώνεται μία νέα συνθήκη και για την αγορά πετρελαίου. Διότι η αύξηση του κόστους του χρήματος καθιστά ακριβότερο τον δανεισμό που συνεπάγεται λιγότερες επενδύσεις, χαμηλότερη κατανάλωση και ασθενέστερη βιομηχανική παραγωγή. Όλα αυτά μεταφράζονται σε περιορισμό της ζήτησης για πετρέλαιο.
Παράλληλα, αν η Fed διατηρήσει, όπως μας έδειξε ο Κέβιν Γουόρς από την πρώτη κιόλας συνέντευξη τύπου, μια πιο «hawkish» στάση από άλλες κεντρικές τράπεζες, τότε το δολάριο θα υποστηριχθεί. Και επειδή το πετρέλαιο τιμολογείται σε δολάρια, το ισχυρό αμερικανικό νόμισμα καθιστά τον μαύρο χρυσό ακριβότερο για τους εισαγωγείς εκτός ΗΠΑ και οι τιμές δέχονται πιέσεις. Αν στον αντίποδα, το δολάριο αποδυναμωθεί, τότε το πετρέλαιο θα γίνει φθηνότερο για τις υπόλοιπες χώρες και η ζήτηση θα αυξηθεί υποστηρίζοντας τις τιμές.
Πάντως, ο επενδυτικός κόσμος έχει ανακουφιστεί μετά τη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν με πολλά hedge funds να κλείνουν τις long θέσεις που διατηρούσαν στο πετρέλαιο λόγω φόβου. Η αγορά σήμερα ποντάρει ότι η γεωπολιτική ένταση θα συνεχίσει να αποκλιμακώνεται και γι’ αυτό η Morgan Stanley υποβάθμισε την πρόβλεψη για τη μέση τιμή του Brent κατά 15 δολάρια στα 75 δολάρια, από 90 δολάρια. Είχε προηγηθεί η υποβάθμιση των προβλέψεων από την Goldman Sachs κατά 5 δολάρια, αλλά για τη μέση τιμή του 2027, η οποία τοποθετείται στα 80 δολάρια το βαρέλι, υποδηλώνοντας ότι η αγορά θα παραμείνει εύθραυστη.
