Οι αγορές αυτόν τον καιρό δέχονται δύο αντίρροπες δυνάμεις. Η μια είναι τα εξαιρετικά στην πλειοψηφία τους εταιρικά αποτελέσματα και η άλλη είναι η συνιστώσα του αβέβαιου γεωπολιτικού περιβάλλοντος, των πληθωριστικών προσδοκιών, της πιθανότητας αύξησης των επιτοκίων και της πιθανής επιβράδυνσης της οικονομίας.
Οι δύο αυτές εντελώς διαφορετικές δυνάμεις φαίνεται ότι προς το παρόν έχουν και ένα εντελώς ξεχωριστό πεδίο δράσης, διαχωρίζοντας εδώ και καιρό το «οικοσύστημα» των μετοχικών αγορών από εκείνο των ομολόγων.
Πολλοί χρηματιστηριακοί δείκτες κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ η αγορά των ομολόγων ταλαιπωρείται από αύξηση των αποδόσεων.
Η απόκλιση αυτή μεγάλωσε ακόμα περισσότερο μετά τον πόλεμο ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, καθότι προκάλεσε άνοδο στις τιμές του πετρελαίου, επιδεινώνοντας τους φόβους για στασιμοπληθωρισμό παγκοσμίως.
Μετά το πρώτο σοκ, οι χρηματιστηριακοί δείκτες όχι μόνο πήραν πίσω τις απώλειες, αλλά κάποιοι εξ' αυτών έδωσαν και νέα ιστορικά υψηλά, με τη μητέρα των αγορών S&P 500 και τον τεχνολογικό δείκτη Nasdaq να εντυπωσιάζουν με την ταχύτητα ανάκαμψης.
Αντίθετα η αγορά των ομολόγων φαίνεται ότι έχει εγκλωβιστεί κάτω από ένα διαφορετικό επενδυτικό συναίσθημα.
Οι αποδόσεις των ομολόγων θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι κινούνται παράλληλα με τις τιμές του πετρελαίου, ακολουθώντας τις πληθωριστικές προσδοκίες που οδηγούν τους επενδυτές να απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να διακρατήσουν κρατικό χρέος.
Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι πιέσεις στα μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα. Αν και οι απώλειες είναι μικρότερες σε σχέση με το 2022, η ανησυχία είναι έκδηλη. Την ίδια στιγμή αρκετοί αναρωτιούνται για τους λόγους που πλέον τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα δεν λειτουργούν ως επενδυτικό καταφύγιο.
Πολλοί εξηγούν την απομάκρυνση των επενδυτών από το καταφύγιο των αμερικανικών ομολόγων ως απόρροια της υποβάθμισης του αμερικανικού αξιόχρεου από τον οίκο Fitch με τη δικαιολογία ότι το χρέος των ΗΠΑ είναι πολύ υψηλότερο» από αυτό άλλων χωρών με αντίστοιχη αξιολόγηση.
Η διακυβέρνηση Τραμπ που έχει οδηγήσει σε ένα ιδιαίτερα ευμετάβλητο γεωπολιτικό αλλά και εμπορικό περιβάλλον είναι άλλος ένας λόγος που πολλοί παρουσιάζουν προκειμένου να εξηγήσουν την απομάκρυνση της επενδυτικής κοινότητας από τα αμερικανικά ομόλογα και όχι μόνο.
Βλέπετε, το αβέβαιο αυτό περιβάλλον έχει οδηγήσει τις Κεντρικές Τράπεζες σε στάση αναμονής και αρκετούς αξιωματούχους να εξετάζουν το σενάριο ακόμα και αύξησης των επιτοκίων, αν οι τρέχουσες πληθωριστικές πιέσεις δεν υποχωρήσουν.
Και τι σημαίνει η προοπτική μιας αύξησης επιτοκίων για τις τρέχουσες εκδόσεις ομολόγων; Ακόμα μεγαλύτερες πιέσεις.
Πολλοί αναλυτές προειδοποιούν ότι αν αυτή η απόκλιση μεγαλώσει εκ νέου, αυξάνεται ο κίνδυνος μιας πιο απότομης προσαρμογής στις αγορές. Για παράδειγμα αν τα επιτόκια πράγματι ανέβουν και η οικονομία επιβραδυνθεί σημαντικά, τότε η αισιοδοξία των χρηματιστηρίων θα αντιστραφεί.
Πληθωρισμός προσφοράς και όχι ζήτησης
Όμως οι αγορές φαίνεται αυτή τη στιγμή να «ποντάρουν» σε ένα διαφορετικό σενάριο: Bλέπετε, η πηγή του πληθωρισμού παίζει καθοριστικό ρόλο στο αν μια αύξηση των επιτοκίων από τις Κεντρικές Τράπεζες είναι το κατάλληλο «φάρμακο» ή μπορεί να κάνει τα πράγματα χειρότερα.
Αν έχουμε πληθωρισμό εξαιτίας αυξημένης ζήτησης, πράγματι τα επιτόκια είναι το ιδανικό εργαλείο. Αν οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις έχουν πολύ χρήμα και ζητούν περισσότερα προϊόντα από όσα μπορεί να παράγει η οικονομία, τότε μια αύξηση επιτοκίων καθιστά ακριβότερα τα δάνεια και τις κάρτες, οπότε οι καταναλωτές ξοδεύουν λιγότερο, η ζήτηση πέφτει, η οικονομία «κρυώνει» και οι τιμές σταθεροποιούνται.
Αν έχουμε όμως πληθωρισμό προσφοράς -Cost-Push Inflation- τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και αν ανεβάσουμε τα επιτόκια μπορεί να εξελιχθούν έως και επικίνδυνα.
Αν ο πληθωρισμός για παράδειγμα ανεβαίνει επειδή αυξήθηκε το κόστος παραγωγής λόγω ενός πολέμου που δημιούργησε συμφόρηση στις εφοδιαστικές αλυσίδες και εκτόξευσε τις τιμές ενέργειας και όχι επειδή οι καταναλωτές έχουν την ευχέρεια να καταναλώνουν ατέρμονα, τότε τα πράγματα δεν είναι απλά για τις Κεντρικές Τράπεζες.
Αν αυξήσουν απότομα τα επιτόκια, τότε αυξάνουν το κόστος χρήματος σε μια αγορά που ήδη υποφέρει από έλλειψη αγαθών και ακρίβεια, εξέλιξη που μπορεί να επιταχύνει την πορεία προς τον στασιμοπληθωρισμό. Δηλαδή, και υψηλές τιμές λόγω περιορισμένης προσφοράς και οικονομική ύφεση με ανεργία λόγω υψηλών επιτοκίων.
Όταν ο πληθωρισμός πυροδοτείται από την πλευρά της προσφοράς, η αύξηση των επιτοκίων είναι ένα «τυφλό» εργαλείο. Δεν μπορεί να φέρει περισσότερο πετρέλαιο στην αγορά ούτε να αποκαταστήσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Παρά ταύτα, υπάρχουν περιπτώσεις που οι Κεντρικές Τράπεζες συχνά αναγκάζονται να αυξήσουν τα επιτόκια ακόμα και τότε, αλλά το κάνουν πιο προσεκτικά και με μικρά βήματα, κυρίως για να προλάβουν τις «πληθωριστικές προσδοκίες», δηλαδή να μη συνηθίσει ο καταναλωτής στις ανατιμήσεις και αρχίσει να ζητά συνεχώς μεγαλύτερους μισθούς, δημιουργώντας έτσι έναν φαύλο κύκλο.
Η περίπτωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας την περίοδο 2022-2024 αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής αυτής της θεωρίας στην πράξη.
Το 2022 η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν συνδυασμό και των δύο ειδών πληθωρισμού.
Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι τιμές της ενέργειας και των τροφίμων εκτοξεύτηκαν. Η ΕΚΤ δεν αύξησε αμέσως τα επιτόκια καθώς ο πληθωρισμός προερχόταν από εξωτερικούς παράγοντες που επηρέασαν την προσφορά. Άλλωστε τα επιτόκια δεν θα μπορούσαν να μειώσουν την τιμή του φυσικού αερίου. Αντίθετα θα μπορούσαν να «σκοτώσουν» την ανάκαμψη της οικονομίας μετά την πανδημία.
Όταν όμως αργότερα ο πληθωρισμός ξεπέρασε το 10%, η ΕΚΤ άλλαξε στρατηγική και ξεκίνησε τις επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων, από το 0% στο 4,5% μέσα σε 14 μήνες.
Γιατί το έκανε, αφού το πρόβλημα παρέμενε στην προσφορά;
Γιατί φοβήθηκε ότι οι πολίτες και οι επιχειρήσεις θα άρχιζαν να θεωρούν τον υψηλό πληθωρισμό ως τη «νέα κανονικότητα». Αυτό θα οδηγούσε σε διεκδικήσεις πολύ υψηλότερων μισθών, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο μισθών-τιμών.
Επιπλέον, υπήρχε στο τραπέζι ταυτόχρονα και ο πληθωρισμός από την πλευρά της ζήτησης, καθώς μετά το άνοιγμα της οικονομίας από την πανδημία, εμφανίστηκε μια εξαιρετικά ισχυρή ζήτηση για υπηρεσίες, η οποία συντηρούσε τις τιμές ψηλά ακόμα και μετά την έναρξη του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας.
Σήμερα, η ΕΚΤ εξετάζει προσεκτικά τις εξελίξεις και πλέον οι αποφάσεις είναι «data-dependent» ,δηλαδή εξαρτώνται από τα στοιχεία. Το καλό είναι ότι τα ευρωπαϊκά επιτόκια και ακόμα περισσότερο τα αμερικανικά είναι σε ένα σχετικά περιοριστικό επίπεδο που διασφαλίζει ότι η ζήτηση δεν θα αναθερμανθεί πρόωρα, ειδικά αν υπάρξουν νέα σοκ στην προσφορά.
Αυτός είναι ο λόγος που πιστεύουμε ότι ανεξάρτητα από τις προσδοκίες της αγοράς, οι Κεντρικές Τράπεζες δεν θα αλλάξουν το επίπεδο των επιτοκίων επί του παρόντος, εκτός και αν αλλάξουν δραματικά οι συνθήκες.
Η εξήγηση της υποχώρησης των ομολόγων παρά το καλό επενδυτικό κλίμα
Η αγορά των ομολόγων «υποφέρει» ακριβώς αυτή τη στιγμή επειδή τα επιτόκια παρέμειναν σε περιοριστικά επίπεδα για μεγαλύτερο διάστημα από ό,τι ήλπιζαν αρχικά οι επενδυτές και ενδεχομένως να παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα, ενώ στην Ευρώπη μπορεί από ένα σημείο και μετά να γίνουν έως και δύο μικρές αυξήσεις.
Στα ομόλογα όμως υπάρχει ένας απαράβατος κανόνας: Όταν τα επιτόκια ανεβαίνουν ή παραμένουν ψηλά, οι τιμές των παλιών εκδόσεων πέφτουν.(σ.σ: Αν έχουμε ένα ομόλογο που μας δίνει 1% και η Κεντρική Τράπεζα κρατά τα επιτόκια στο 3,5%, κανείς δεν θα θέλει να αγοράσει το ομόλογο στην αρχική του τιμή.).
Ο πιο σημαντικός λόγος λοιπόν που η αξία των χαρτοφυλακίων ομολόγων μειώνεται σημαντικά τους τελευταίους μήνες δεν είναι ότι οι αγορές προεξοφλούν αύξηση επιτοκίων, αλλά προεξοφλούν ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν σταθερά.
Επιπλέον, δεδομένου ότι όσο συνεχίζεται η κρίση στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να υπάρχει αβεβαιότητα, αυτή η αβεβαιότητα προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη μεταβλητότητα στις τιμές των ομολόγων.
Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι φέτος είναι μια χρονιά πολύ μεγάλων εκδόσεων κρατικών ομολόγων. Όταν υπάρχει μεγάλη προσφορά νέων ομολόγων στην αγορά, οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να τα αγοράσουν και αυτό πιέζει ακόμα περισσότερο τις τιμές των υπαρχόντων ομολόγων προς τα κάτω.
Αποποίηση Ευθύνης: Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δε θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.
