Η κρίση στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να προκαλέσει μεγαλύτερο πλήγμα στην ανάπτυξη της Ευρωζώνης από ό,τι η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η Φρανκφούρτη εκτιμά ότι το νέο πετρελαϊκό σοκ μπορεί να αφαιρέσει περίπου 0,4 ποσοστιαίες μονάδες από το πραγματικό ΑΕΠ της Ευρωζώνης μέσα στον πρώτο χρόνο από την εκδήλωσή του, έναντι απώλειας περίπου 0,2 ποσοστιαίων μονάδων που είχε προκαλέσει ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Στο τελευταίο Economic Bulletin, η ΕΚΤ επιχειρεί να ποσοτικοποιήσει τις επιπτώσεις των γεωπολιτικών διαταραχών στην αγορά πετρελαίου, συγκρίνοντας το σημερινό σοκ με δύο από τα σημαντικότερα ενεργειακά επεισόδια των τελευταίων δεκαετιών: τον Πόλεμο του Κόλπου στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου συνδέεται με τις διαταραχές στις μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ και με τη μείωση της παραγωγής στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με την ΕΚΤ, η τρέχουσα κρίση είναι μικρότερη από το σοκ που προκάλεσε ο Πόλεμος του Κόλπου, όταν η εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ αφαίρεσε σημαντικές ποσότητες πετρελαίου από την παγκόσμια αγορά. Ωστόσο, η αύξηση των τιμών που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα είναι ισχυρότερη από εκείνη που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Γιατί η ΕΚΤ μιλά για πιο «επίμονη» κρίση
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης δεν είναι ότι η σημερινή κρίση είναι αναγκαστικά μεγαλύτερη από τις προηγούμενες, αλλά ότι οι οικονομικές της επιπτώσεις ενδέχεται να διαρκέσουν περισσότερο.
Κατά την ΕΚΤ, τόσο στον Πόλεμο του Κόλπου όσο και μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν σχετικά γρήγορα μετά το αρχικό σοκ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μέρος της αρχικής επιβάρυνσης στην οικονομική δραστηριότητα να αντισταθμιστεί τους επόμενους μήνες. Αντίθετα, στην τρέχουσα συγκυρία, οι αγορές προεξοφλούν ότι οι τιμές του πετρελαίου θα παραμείνουν υψηλές για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Η ΕΚΤ βασίζει την εκτίμησή της στην καμπύλη των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης (futures), η οποία υποδηλώνει νέα σημαντική άνοδο των τιμών του πετρελαίου κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, αλλά και πιο αργή αποκλιμάκωση στη συνέχεια. Ως αποτέλεσμα, το πλήγμα στην ανάπτυξη δεν αναμένεται να εκδηλωθεί άμεσα και να υποχωρήσει γρήγορα, αλλά να συσσωρεύεται σταδιακά κατά τη διάρκεια του έτους.
Το πετρέλαιο «φρενάρει» κατανάλωση και επενδύσεις
Η ΕΚΤ υπενθυμίζει ότι οι αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου που οφείλονται σε προβλήματα προσφοράς έχουν διαφορετικές συνέπειες από εκείνες που προκύπτουν λόγω ισχυρής ζήτησης.
Για οικονομίες εισαγωγείς ενέργειας, όπως η Ευρωζώνη, οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου αυξάνουν το κόστος παραγωγής, περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και επιβαρύνουν τις επενδυτικές αποφάσεις των επιχειρήσεων.
Με βάση το μοντέλο της Φρανκφούρτης, μια γεωπολιτική διαταραχή που αυξάνει κατά 10% την πραγματική τιμή του πετρελαίου μπορεί να μειώσει τον ρυθμό ανάπτυξης της Ευρωζώνης κατά 0,2 έως 0,3 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως για καθένα από τα τρία πρώτα χρόνια μετά το σοκ.
Οι επιπτώσεις γίνονται αισθητές τόσο στην κατανάλωση όσο και στις επενδύσεις, με τις τελευταίες να εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαισθησία λόγω της αυξημένης αβεβαιότητας που συνοδεύει τις γεωπολιτικές κρίσεις.
Αβεβαιότητα για το τελικό κόστος
Παρά τις εκτιμήσεις της, η ΕΚΤ επισημαίνει ότι το τελικό οικονομικό αποτύπωμα της κρίσης παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο. Εάν οι τιμές του πετρελαίου αποκλιμακωθούν ταχύτερα από ό,τι αναμένουν σήμερα οι αγορές, οι απώλειες στην οικονομική δραστηριότητα θα είναι μικρότερες. Αντίθετα, εάν το σοκ αποδειχθεί πιο επίμονο ή συνοδευτεί από νέες διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, το πλήγμα στην ανάπτυξη θα μπορούσε να ξεπεράσει τις τρέχουσες προβλέψεις.
Προς το παρόν, πάντως, η κεντρική εκτίμηση της Φρανκφούρτης είναι σαφής: η κρίση στη Μέση Ανατολή απειλεί να αφαιρέσει περισσότερο από την ανάπτυξη της Ευρωζώνης από ό,τι ο πόλεμος στην Ουκρανία, κυρίως επειδή οι αγορές θεωρούν ότι το σοκ στις τιμές του πετρελαίου θα διαρκέσει περισσότερο.
