BofA: Οι αγορές βλέπουν συνέχιση του ανοδικού κύκλου το 2026, παρά τους κινδύνους της AI
AP
AP
Bloomberg

BofA: Οι αγορές βλέπουν συνέχιση του ανοδικού κύκλου το 2026, παρά τους κινδύνους της AI

Ιδιαίτερα αισιόδοξοι για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας και των αγορών εμφανίζονται οι διαχειριστές κεφαλαίων, σύμφωνα με τη μηνιαία δημοσκόπηση της Bank of America (BofA), καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο επενδυτικής εμπιστοσύνης των τελευταίων τεσσεράμισι ετών.

Το συνολικό επενδυτικό κλίμα, το οποίο αποτυπώνεται με βάση τα επίπεδα ρευστότητας, την κατανομή των χαρτοφυλακίων σε μετοχές και τις προσδοκίες για την παγκόσμια ανάπτυξη, διαμορφώθηκε στις 7,4 μονάδες τον Δεκέμβριο σε κλίμακα με ανώτατο όριο το 10. Πρόκειται για την υψηλότερη επίδοση από τα μέσα του 2021, αντανακλώντας την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών ενόψει του νέου έτους.

Παράλληλα, η συνδυασμένη έκθεση των επενδυτών σε μετοχές και εμπορεύματα – περιουσιακά στοιχεία που παραδοσιακά ευνοούνται σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης – έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από τον Φεβρουάριο του 2022, πριν από τη μεγάλη άνοδο του πληθωρισμού και τον κύκλο αυξήσεων των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες.

Ο επικεφαλής στρατηγικός αναλυτής της BofA, Μάικλ Χάρτνετ, επισήμανε ότι τόσο υψηλά επίπεδα αισιοδοξίας έχουν καταγραφεί μόλις οκτώ φορές από τις αρχές του 21ου αιώνα. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν η περίοδος ανάκαμψης μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, από τον Νοέμβριο του 2010 έως τον Φεβρουάριο του 2011, καθώς και η ισχυρή επενδυτική δυναμική που ακολούθησε την πανδημία, από τον Νοέμβριο του 2020 έως τον Ιούλιο του 2021.

Τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι οι διαχειριστές κεφαλαίων προσδοκούν ευνοϊκότερο οικονομικό περιβάλλον τους επόμενους μήνες, με αυξημένη διάθεση ανάληψης επενδυτικού κινδύνου και θετικές προοπτικές για τις αγορές μετοχών και εμπορευμάτων.

Μετά από μία ιδιαίτερα ισχυρή χρονιά για τις διεθνείς αγορές, οι επενδυτές εμφανίζονται αισιόδοξοι και για το 2026, εκτιμώντας ότι η παγκόσμια οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται χωρίς να οδηγηθεί σε ύφεση. Τόσο τα στοιχεία της Bank of America όσο και έρευνα του Bloomberg καταγράφουν αυξημένη εμπιστοσύνη στις προοπτικές των μετοχών, παρά τις επίμονες ανησυχίες για τις αποτιμήσεις των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης.

Ο δείκτης MSCI All-Country World Index ενισχύθηκε σχεδόν κατά 20% το 2025, σημειώνοντας διψήφια ετήσια κέρδη για τρίτη συνεχόμενη χρονιά. Η πορεία αυτή στηρίχθηκε στις μειώσεις επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες και στην ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας, που διατήρησε το επενδυτικό ενδιαφέρον σε υψηλά επίπεδα, οδηγώντας πολλούς βασικούς χρηματιστηριακούς δείκτες κοντά σε ιστορικά υψηλά.

Ανάλογο κλίμα αποτυπώνεται και σε άτυπη έρευνα του Bloomberg μεταξύ διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Ασία. Οι περισσότεροι εκτιμούν ότι οι αγορές μετοχών έχουν περιθώρια περαιτέρω ανόδου το 2026, με μεγάλες επενδυτικές τράπεζες, όπως οι Morgan Stanley, Deutsche Bank και Citigroup, να προβλέπουν άνοδο άνω του 10% για τις αμερικανικές μετοχές.

Η δημοσκόπηση της Bank of America ενισχύει αυτή την εικόνα, καθώς το 57% των συμμετεχόντων εκτιμά ότι η παγκόσμια οικονομία θα πετύχει μια «ομαλή προσγείωση», ενώ μόλις το 3% προβλέπει απότομη επιβράδυνση ή ύφεση, το χαμηλότερο ποσοστό των τελευταίων δυόμισι ετών. Παράλληλα, τα επίπεδα ρευστότητας στα χαρτοφυλάκια υποχώρησαν στο ιστορικά χαμηλό 3,3%, από 3,7% τον προηγούμενο μήνα, στοιχείο που δείχνει ότι οι επενδυτές τοποθετούν μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων τους στις αγορές.

Παρά το θετικό κλίμα, οι ανησυχίες γύρω από τις αποτιμήσεις των αμερικανικών εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης παραμένουν. Η πιθανότητα δημιουργίας «φούσκας» στον κλάδο εξακολουθεί να θεωρείται ο σημαντικότερος κίνδυνος για τις αγορές, αν και το ποσοστό των επενδυτών που θεωρεί ότι οι σχετικές επενδύσεις έχουν ξεπεράσει τα όρια μειώθηκε στο 14%, από το ιστορικό υψηλό του 20% που είχε καταγραφεί τον προηγούμενο μήνα.

Η έρευνα της Bank of America πραγματοποιήθηκε μεταξύ 5 και 11 Δεκεμβρίου, με τη συμμετοχή 203 διαχειριστών κεφαλαίων, οι οποίοι διαχειρίζονται συνολικά περιουσιακά στοιχεία ύψους 569 δισ. δολαρίων.