Η πρόοδος στη μείωση της παιδικής και εφηβικής θνησιμότητας επιβραδύνεται παγκοσμίως
shutterstock
shutterstock

Η πρόοδος στη μείωση της παιδικής και εφηβικής θνησιμότητας επιβραδύνεται παγκοσμίως

Η παγκόσμια πρόοδος στη μείωση των θανάτων νεογνών, παιδιών και εφήβων που μπορούν να προληφθούν έχει επιβραδυνθεί σημαντικά μετά το 2015, ενώ πολλές χώρες κινδυνεύουν να μην επιτύχουν τους διεθνείς στόχους επιβίωσης των παιδιών έως το 2030, προειδοποιούν ερευνητές με σειρά μελετών που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό «The BMJ».

Για να διερευνήσουν την εξέλιξη του φαινομένου, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 200 χώρες και περιοχές για την περίοδο 1990-2024, για να εκτιμήσουν τα επίπεδα και τις τάσεις θνησιμότητας από τη γέννηση έως την ηλικία των 24 ετών, με στόχο να εντοπίσουν πού έχει επιβραδυνθεί η πρόοδος και σε ποιους τομείς απαιτούνται επειγόντως επενδύσεις.

Σύμφωνα με τις έρευνες, στις οποίες συμμετείχαν και επιστήμονες από τη UNICEF, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και το Τμήμα Οικονομικών και Κοινωνικών Σχέσεων των Ηνωμένων Εθνών, ο αριθμός των θανάτων παιδιών κάτω των πέντε ετών έχει μειωθεί σημαντικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ωστόσο το 2024 καταγράφηκαν περίπου 4,9 εκατομμύρια θάνατοι σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, με σχεδόν τους μισούς να αφορούν νεογνά. Οι κυριότερες αιτίες ήταν οι επιπλοκές από πρόωρο τοκετό (860.000 θάνατοι) και οι λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος (660.000 θάνατοι), με τη συντριπτική πλειονότητα αυτών των θανάτων να καταγράφονται στην υποσαχάρια Αφρική και τη νότια Ασία.

Επιπλέον, ενώ το ποσοστό θνησιμότητας στα παιδιά κάτω των πέντε ετών μειώθηκε κατά 3,9% την περίοδο 2000-2015, το αντίστοιχο ποσοστό για την περίοδο 2015-2024 ήταν μόλις 1,5%. Εάν οι σημερινές τάσεις συνεχιστούν, εκτιμάται ότι έως το 2030 θα σημειωθούν 27,3 εκατομμύρια θάνατοι παιδιών κάτω των πέντε ετών, ενώ 60 χώρες δεν θα καταφέρουν να πετύχουν τους διεθνείς στόχους για την παιδική επιβίωση.

Στην ηλικιακή ομάδα 5-19 ετών εκτιμάται ότι σημειώθηκαν 1,3 εκατομμύρια θάνατοι το 2024. Οι μισοί περίπου θάνατοι παιδιών ηλικίας 5-14 ετών οφείλονταν σε μεταδοτικές (λοιμώδεις) ασθένειες, μητρικά, περιγεννητικά και διατροφικά αίτια, ενώ 113.138 θάνατοι οφείλονταν σε τροχαία δυστυχήματα. Ο ρυθμός μείωσης αυτών των αιτιών έχει επιβραδυνθεί από το 2016.

Οι ερευνητές προειδοποιούν εξάλλου ότι παρά τη συνολική μείωση της παιδικής θνησιμότητας από τη δεκαετία του 1990 και μετά, η πρόοδος παραμένει άνιση μεταξύ περιοχών, ηλικιακών ομάδων και φύλων.

Οι επιστήμονες αναγνωρίζουν ορισμένους περιορισμούς στις μελέτες, όπως οι διαφορές στην ποιότητα και τη διαθεσιμότητα των δεδομένων μεταξύ των χωρών, καθώς και οι αβεβαιότητες που συνοδεύουν τα στατιστικά μοντέλα και τις προβλέψεις. Ωστόσο, υποστηρίζουν ότι τα αποτελέσματα προσφέρουν την πιο ολοκληρωμένη και επικαιροποιημένη εικόνα για την παιδική και εφηβική θνησιμότητα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι απαιτείται άμεση ανανέωση της πολιτικής δέσμευσης και σταθερή χρηματοδότηση για την εξάλειψη των θανάτων που μπορούν να προληφθούν και την προστασία του θεμελιώδους δικαιώματος κάθε παιδιού στην επιβίωση.

Σε συνοδευτικό άρθρο γνώμης, ειδικοί επισημαίνουν ότι η επιβράδυνση της μείωσης της θνησιμότητας κατά την τελευταία δεκαετία συνιστά μια εξελισσόμενη τραγωδία και καλούν τις εύπορες χώρες να αυξήσουν σημαντικά τη διεθνή αναπτυξιακή βοήθεια.