Γιατί ξύπνησε το Χρηματιστήριο του Τόκιο

Γιατί ξύπνησε το Χρηματιστήριο του Τόκιο

Πώς θυμόμαστε την Ιαπωνία τις τελευταίες δεκαετίας; Σαν μια χώρα η οποία παρ’ όλο που πρωταγωνιστούσε στην παγκόσμια τεχνολογία και παραγωγικότητα είχε μετατραπεί σε σύμβολο στασιμότητας. Η μακρά περίοδος αποπληθωρισμού, η χαμηλή ανάπτυξη και η περιορισμένη καταναλωτική δυναμική δημιούργησαν την εικόνα μιας ώριμης αλλά «παγωμένης» οικονομίας.

Σήμερα η ιαπωνική οικονομία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Περνώντας από μια μακρά περίοδο αποπληθωρισμού και στασιμότητας σε μια φάση που πολλοί αναλυτές χαρακτηρίζουν ως διαρθρωτική αναγέννηση. Η Ιαπωνία φαίνεται να εγκαταλείπει οριστικά το μοντέλο της οικονομικής στασιμότητας που χαρακτήρισε την εποχή μετά την έκρηξη της χρηματιστηριακής φούσκας του Nikkei, τον Δεκέμβριο το 1989. Την εποχή των περίφημων «Χαμένων Δεκαετιών». 

Με τη νέα πρωθυπουργό Σανάε Τακάιτσι, να εφαρμόζει τη δική της οικονομική στρατηγική, γνωστή ως «Sanaenomics», που δίνει έμφαση στην πλευρά της προσφοράς και των εγχώριων επενδύσεων. Σε αντίθεση με το προηγούμενο ιαπωνικό μοντέλο «Abenomics», το οποίο εστίαζε κυρίως στην έξοδο της οικονομίας από τον αποπληθωρισμό μέσω της νομισματικής χαλάρωσης και της ενίσχυσης της ζήτησης.

Στο επίκεντρο αυτής της αλλαγής βρίσκονται οι ιαπωνικές μετοχές, οι οποίες προσελκύουν πλέον το έντονο ενδιαφέρον της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας, μετά από μια μακρά περίοδο επενδυτικής ανομβρίας και απουσίας νέων κεφαλαίων. Σύμφωνα με το Reuters, όπως είχαμε δημοσιεύσει εδώ, οι ξένοι επενδυτές αγοράζουν ιαπωνικές μετοχές για ένατη συνεχόμενη εβδομάδα. Και κυρίως μετοχές που δραστηριοποιούνται στον τομέα του AI. Η δυναμική αυτή δεν βασίζεται σε μια προσωρινή κυκλική ανάκαμψη, αλλά σε βαθιές, θεσμικές και εταιρικές μεταρρυθμίσεις που επαναπροσδιορίζουν την οικονομία της Ιαπωνίας. Επιβεβαιώνοντας την αδήριτη και διαρκή ανάγκη μεταρρυθμίσεων και προσαρμογών, στα πλαίσια των ταχύτατα μεταβαλλόμενων συνθηκών και παραμέτρων.   

Η εμπιστοσύνη στις ιαπωνικές μετοχές πηγάζει από τρεις βασικές διαρθρωτικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα. 

Κατά πρώτον, το μακροοικονομικό περιβάλλον έχει μεταμορφωθεί. Ο συνδυασμός σταθερού πληθωρισμού και αύξησης των μισθών είναι ένα φαινόμενο που δεν είχε παρατηρηθεί επί δεκαετίες. Αυτή η εξέλιξη αλλάζει ριζικά τη συμπεριφορά τόσο των νοικοκυριών όσο και των επιχειρήσεων. Οι καταναλωτές αποκτούν κίνητρο να ξοδεύουν και να επενδύουν αντί να διατηρούν μεγάλες αποταμιεύσεις στις τράπεζες, ενώ οι επιχειρήσεις αρχίζουν να διαχειρίζονται πιο ενεργητικά τα στοιχεία των ισολογισμών τους.

Κατά δεύτερον, παρατηρείται μια δομική βελτίωση της κερδοφορίας των ιαπωνικών επιχειρήσεων. Στο παρελθόν, οι εταιρείες βασίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στη μείωση του κόστους για να επιβιώσουν μέσα στο αποπληθωριστικό περιβάλλον, χάνοντας τον αναπτυξιακό τους χαρακτήρα, αφού η αύξηση των τελικών τιμών για τον καταναλωτή ήταν δύσκολη. Σήμερα, η δυνατότητα μετακύλισης του κόστους στους καταναλωτές, αυτό που στην οικονομία λέμε «price pass through» έχει βελτιωθεί σε σημαντικό βαθμό, επιτρέποντας στις εταιρείες να δραστηριοποιούνται σε ένα περιβάλλον σημαντικής «ονομαστικής» ανάπτυξης.

Και κατά τρίτον, η μεταρρύθμιση της εταιρικής διακυβέρνησης στο σύνολο της ιαπωνικής οικονομίας είναι εμφανής. Η συνειδητοποίηση της σημασίας της κεφαλαιακής αποδοτικότητας έχει οδηγήσει σε αύξηση των επαναγορών μετοχών και των μερισμάτων, αλλά  και σε στρατηγική αναδιάρθρωση των χαρτοφυλακίων. Οι επιχειρήσεις έχουν τεράστια περιθώρια να αξιοποιήσουν τα μη αποδοτικά κεφάλαια που διαθέτουν σε μετρητά και καταθέσεις. Ποσά που ισοδυναμούν με το 60% του ΑΕΠ. Ένα ποσοστό κατά πολύ υψηλότερο από το αντίστοιχο που διαθέτουν οι εισηγμένες εταιρίες σε άλλα διεθνή χρηματιστήρια. Οι ξένοι επενδυτές που εισρέουν στο χρηματιστήριο του Τόκιο, εκτιμούν ότι αν οι ιαπωνικές εταιρείες συνεχίσουν να βελτιώνουν την κεφαλαιακή τους αποδοτικότητα, θα υπάρξουν ακόμα μεγαλύτερα περιθώρια για περαιτέρω άνοδο της χρηματιστηριακής τους αξίας.

Η χρηματιστηριακή άνοιξη, έχει μεταβάλει άρδην και την συμπεριφορά των τραπεζών. Οι τράπεζες απομακρύνονται από τις παραδοσιακές επενδύσεις σε κρατικά ομόλογα, καθώς η δανειοδοτική τους δραστηριότητα παρουσιάζει εντυπωσιακή άνοδο. Η άνοδος τραπεζικών χορηγήσεων τροφοδοτείται κυρίως από τις επενδύσεις των επιχειρήσεων σε κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, το γνωστό CapEx, με σκοπό τη βελτίωση της παραγωγικότητας λόγω της έλλειψης εργατικού δυναμικού, που είναι αποτέλεσμα της γήρανσης του πληθυσμού στην Ιαπωνία.

Όμως ταυτόχρονα η χρηματιστηριακή άνοδος, οδηγεί σε αδιέξοδο τις ασφαλιστικές εταιρείες ζωής και συντάξεων. Διότι οι νεότερες γενιές στρέφονται πλέον προς τις μετοχές μέσω νέων επενδυτικών προϊόντων, σχημάτων και μέσων, μειώνοντας με αυτόν τον τρόπο τη ζήτηση για παραδοσιακά αποταμιευτικά και συνταξιοδοτικά προϊόντα. Αυτό, σε συνδυασμό με την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων, καθιστά τις ασφαλιστικές εταιρίες, καθαρούς πωλητές μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων. Μια δυναμική που δυνητικά θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην αγορά χρέους.

Παρά την χρηματιστηριακή ευεξία και την επενδυτική αισιοδοξία, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι στην ιαπωνική οικονομία. Η αύξηση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων προκαλεί ανησυχίες για τη δημοσιονομική κατάσταση της Ιαπωνίας, η οποία διαθέτει το υψηλότερο δημόσιο χρέος μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών. Επιπλέον, αν η Τράπεζα της Ιαπωνίας (BoJ) καθυστερήσει να προσαρμοστεί στις νέες οικονομικές συνθήκες, είναι ορατός ο κίνδυνος αστάθειας στις αγορές ομολόγων, αλλά και αύξησης του κόστους χρήματος για τις επιχειρήσεις.

Παρότι οι προκλήσεις και οι ανησυχίες παραμένουν, οι επενδυτές εκτιμούν ότι η Ιαπωνία βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική οικονομική μετάβαση διαρκείας. Η επιστροφή ενός ελεγχόμενου πληθωρισμού, η αύξηση των μισθών, η βελτίωση της εταιρικής διακυβέρνησης και η στροφή προς στρατηγικές επενδύσεις στους τομείς της Τεχνητής Νοημοσύνης, της ρομποτικής, των ημιαγωγών, της κυβερνοασφάλειας, της αμυντικής βιομηχανίας και της διαστημικής τεχνολογίας δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια νέα περίοδο ανάπτυξης, που θα συνοδεύεται από κέρδη και υπεραξίες.