Ταμείο Ανάκαμψης: Η ζήτηση έφτασε τα 14 δισ. ευρώ - Εκτός έμειναν €3,5 δισ.
shutterstock
shutterstock

Ταμείο Ανάκαμψης: Η ζήτηση έφτασε τα 14 δισ. ευρώ - Εκτός έμειναν €3,5 δισ.

Έναν μήνα μετά τη λήξη του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης, η εικόνα που διαμορφώνεται αποτυπώνει την ιδιαίτερα υψηλή ζήτηση που καταγράφηκε από τις ελληνικές επιχειρήσεις, αλλά και τα όρια των διαθέσιμων πόρων του προγράμματος.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις τραπεζικών στελεχών, επενδυτικά σχέδια συνολικού ύψους περίπου 3,5 δισ. ευρώ, τα οποία είχαν λάβει θετική αξιολόγηση, δεν κατέστη τελικά δυνατό να χρηματοδοτηθούν λόγω εξάντλησης των διαθέσιμων κονδυλίων. Η ζήτηση ξεπέρασε σημαντικά τους διαθέσιμους πόρους, αφήνοντας εκτός χρηματοδότησης σειρά ώριμων επενδυτικών σχεδίων.

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει το έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε μέσω του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς η ζήτηση ξεπέρασε κατά πολύ τους διαθέσιμους πόρους, αφήνοντας εκτός χρηματοδότησης σειρά ώριμων επενδυτικών σχεδίων.

Η εικόνα στις συστημικές τράπεζες

Με βάση στοιχεία που συγκέντρωσε το Liberal από τραπεζικές πηγές, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες συμβασιοποίησαν συνολικά περίπου 10,5 δισ. ευρώ μέσω του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η Eurobank, η Εθνική Τράπεζα και η Τράπεζα Πειραιώς κινήθηκαν κοντά στα 2,7 δισ. ευρώ η καθεμία, ενώ η Alpha Bank διαμορφώθηκε περίπου στα 2,3 δισ. ευρώ. Με βάση τις ίδιες εκτιμήσεις, η συνολική ζήτηση από τις επιχειρήσεις προσέγγισε τα 14 δισ. ευρώ.

Αυτό σημαίνει ότι επενδυτικά σχέδια συνολικού ύψους περίπου 3,5 δισ. ευρώ, τα οποία είχαν ήδη εγκριθεί και λάβει θετική αξιολόγηση από τους ανεξάρτητους αξιολογητές, έμειναν τελικά εκτός χρηματοδότησης αποκλειστικά λόγω της εξάντλησης των διαθέσιμων πόρων του προγράμματος.

Το παράδειγμα της Eurobank

Ενδεικτική της εικόνας που επικράτησε στον τελευταίο κύκλο του προγράμματος είναι η περίπτωση της Eurobank.

Σύμφωνα με στοιχεία της τράπεζας, είχαν εγκριθεί αιτήματα χρηματοδότησης ύψους 1,43 δισ. ευρώ, τα οποία αφορούσαν αποκλειστικά πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης.

Ωστόσο, οι διαθέσιμοι πόροι επαρκούσαν τελικά μόλις για περίπου 475 εκατ. ευρώ, καθώς το Ταμείο διέθεσε επιπλέον 385 εκατ. ευρώ, ενώ η τράπεζα κατάφερε να ανακτήσει ακόμη περίπου 90 εκατ. ευρώ από παλαιότερες συμβάσεις που δεν επρόκειτο να αξιοποιηθούν από τους αρχικούς δικαιούχους.

Εάν υπήρχαν επαρκείς διαθέσιμοι πόροι, θα μπορούσε να είχε χρηματοδοτηθεί και το υπόλοιπο των εγκεκριμένων επενδυτικών σχεδίων, τα οποία είχαν ήδη ολοκληρώσει επιτυχώς τη διαδικασία αξιολόγησης.

Συνολικά, η Eurobank συμβασιοποίησε περίπου 2,65 δισ. ευρώ μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης.

Πριν από τον τελευταίο κύκλο είχαν ήδη διατεθεί περίπου 2,2 δισ. ευρώ, ενώ εάν υπήρχαν διαθέσιμοι πόροι το συνολικό ύψος των χρηματοδοτήσεων θα μπορούσε να είχε φτάσει τα 3,6 δισ. ευρώ. Με άλλα λόγια, περίπου 900 εκατ. ευρώ εγκεκριμένων επενδυτικών σχεδίων δεν κατέστη δυνατό να χρηματοδοτηθούν λόγω εξάντλησης των διαθέσιμων κονδυλίων.

Η επόμενη μέρα και το Pillar Assessment της ΕΑΤ

Η ολοκλήρωση του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης στρέφει πλέον το ενδιαφέρον στην επόμενη ημέρα των χρηματοδοτήσεων προς τις επιχειρήσεις, με την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα (ΕΑΤ) να αναμένεται να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η ΕΑΤ αναμένεται μέχρι και σήμερα (τέλος Ιουνίου) να ολοκληρώσει τις διαδικασίες για να λάβει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την πιστοποίηση Pillar Assessment, η οποία ουσιαστικά την αναβαθμίζει σε πιστοποιημένο φορέα άμεσης διαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων. Η πιστοποίηση αυτή ουσιαστικά αναβαθμίζει την ΕΑΤ σε πιστοποιημένο φορέα άμεσης διαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων, επιτρέποντάς της να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο στον σχεδιασμό και τη διαχείριση νέων χρηματοδοτικών εργαλείων για τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση σχεδιάζει να αξιοποιήσει την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα ως τον βασικό φορέα υλοποίησης της επόμενης γενιάς χρηματοδοτικών εργαλείων, μέσω νέων συγχρηματοδοτούμενων δανείων, εγγυοδοτικών προγραμμάτων και εργαλείων επιμερισμού του κινδύνου. 

Η εξέλιξη αυτή εκτιμάται ότι θα αποτελέσει τον βασικό άξονα της επόμενης φάσης της αναπτυξιακής χρηματοδότησης στη χώρα, με την ΕΑΤ να αναλαμβάνει σταδιακά αυξημένο ρόλο στη διοχέτευση ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων προς την πραγματική οικονομία, σε συνεργασία με τις εμπορικές τράπεζες.