Στη μετά Μακρόν εποχή οδεύει η Γαλλία και όλα κρίνονται πριν από την κάλπη. Ο Θόδωρος Τσίκας, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), αποτυπώνει, μιλώντας στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη, το καθοριστικό σημείο εν όψει των προεδρικών εκλογών του 2027: να αποτραπεί ένα δίπολο ανάμεσα στην Άκρα Δεξιά -είτε με υποψήφια την Μαρίν Λεπέν, είτε με τον Ζορντάν Μπαρντελά- και τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν, ενδεχόμενο που θα ενίσχυε σημαντικά τις πιθανότητες επικράτησης της «Εθνικής Συσπείρωσης» (RN), και με συνέπειες που θα υπερέβαιναν κατά πολύ τα γαλλικά σύνορα, σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές της Ευρώπης.
Σε αντίθεση με την «παράδοση» των δύο τελευταίων προεδρικών αναμετρήσεων, που ήθελε το λεγόμενο δημοκρατικό μέτωπο να συγκροτείται στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών για να ανακόψει την πορεία της Μαρίν Λεπέν προς το Μέγαρο των Ηλυσίων, αυτή τη φορά το κρίσιμο διακύβευμα μετατοπίζεται πριν ακόμη από τον πρώτο γύρο της 18ης Απριλίου 2027.
Απαιτούνται, κατά τον κ. Τσίκα, συνεννόηση των κομμάτων του ενδιάμεσου χώρου πριν από την κάλπη, πιθανόν αποσύρσεις εν δυνάμει υποψηφιοτήτων και παραμερισμός πολιτικών εγωισμών, ώστε να «φθάσει» στον δεύτερο γύρο της 2ας Μαΐου ο υποψήφιος εκείνος που θα μπορεί να συσπειρώσει το μεγαλύτερο μέρος των μετριοπαθών ψηφοφόρων απέναντι στην Άκρα Δεξιά. Και εξηγεί γιατί αυτός ο υποψήφιος δεν μπορεί να είναι ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν της ριζοσπαστικής (ή -κατά άλλους- της εθνικο-λαϊκιστικής) Αριστεράς, καθώς και γιατί ο Ζορντάν Μπαρντελά μπορεί να αποδειχθεί εκλογικά πιο επικίνδυνος από την Μαρίν Λεπέν.
Ο Θόδωρος Τσίκας, πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος, αναφέρεται στους πιθανούς διεκδικητές του ενδιάμεσου χώρου: τον Εντουάρ Φιλίπ, πρώην πρωθυπουργό και νυν δήμαρχο της Χάβρης, τον Γκαμπριέλ Ατάλ, επικεφαλής της κεντρώας «Αναγέννησης» του Εμανουέλ Μακρόν, και τον Ραφαέλ Γκλυκσμάν, κεντροαριστερό ευρωπαϊστή που συνεργάστηκε με τους Σοσιαλιστές στις τελευταίες ευρωεκλογές. Το πεδίο, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό, καθώς δεν έχει ξεκαθαρίσει πού θα «καταλήξουν» οι Σοσιαλιστές, οι Οικολόγοι, οι Κομμουνιστές και η κλασική γκωλική Δεξιά, η οποία «μετρά» και διασπάσεις. Το μόνο δεδομένο αυτή τη στιγμή είναι η πολυδιάσπαση του γαλλικού πολιτικού σκηνικού.
Στο πλαίσιο της συνέντευξης, ο κ. Τσίκας εμβαθύνει παράλληλα στα κοινωνικά και πολιτικά αίτια που τροφοδοτούν την άνοδο της Άκρας Δεξιάς και θα μπορούσαν να την οδηγήσουν για πρώτη φορά στην προεδρία της Γαλλίας, προειδοποιώντας ταυτόχρονα για τη μεγάλη παγίδα της «νομιμοποίησης» και κανονικοποίησής της, όταν τμήματα της παραδοσιακής Δεξιάς υιοθετούν τη ρητορική και την ατζέντα της. Εξηγεί ακόμη τι θα σήμαινε μία ενδεχόμενη επικράτησή της για την Ευρώπη, αναφέροντας ότι θα επιβράδυνε ή και θα «πάγωνε» την ευρωπαϊκή ενοποίηση σε περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται ακριβώς το αντίθετο: μία «φυγή προς τα εμπρός», με μεγαλύτερη πολιτική και γεωπολιτική ολοκλήρωση απέναντι στις προκλήσεις που θέτουν η Ρωσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ και το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον.
Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης
«Κλείδωσαν» οι ημερομηνίες των προεδρικών εκλογών που θα σηματοδοτήσουν τη μετάβαση της Γαλλίας στη μετά Μακρόν εποχή. Κύριε Τσίκα, πού παραπέμπει η σημερινή εικόνα ενός κατακερματισμένου πολιτικού σκηνικού με την Ακροδεξιά μπροστά και το Κέντρο σε άμυνα; Πώς ανακόπτεται ο κίνδυνος μίας νίκης της Ακροδεξιάς;
Καταρχάς, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι ο Εμανουέλ Μακρόν, βάσει του γαλλικού Συντάγματος, δεν μπορεί να διεκδικήσει τρίτη διαδοχική θητεία. Περνώντας, λοιπόν, στη μετά Μακρόν εποχή, και δεδομένου ότι οι γαλλικές προεδρικές εκλογές διεξάγονται σε δύο γύρους, το κρίσιμο διακύβευμα είναι να βρεθεί στον δεύτερο γύρο ένας υποψήφιος προερχόμενος από τον ενδιάμεσο χώρο - ο υποψήφιος εκείνος που θα έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να μπορεί να αναμετρηθεί με επιτυχία απέναντι στον υποψήφιο της Άκρας Δεξιάς, είτε πρόκειται για την Μαρίν Λεπέν, είτε για τον Ζορντάν Μπαρντελά. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, οι τελευταίοι θα βρίσκονται στην πρώτη θέση κατά τον πρώτο γύρο των εκλογών.
Υπάρχει όμως και ένα άλλο ενδεχόμενο: απέναντι στον υποψήφιο της Άκρας Δεξιάς να βρεθεί ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν της εθνικο-λαϊκιστικής Αριστεράς. Αυτό είναι το σενάριο που θα αύξανε σημαντικά τις πιθανότητες επικράτησης της Άκρας Δεξιάς. Ο λόγος είναι ότι ένα μεγάλο μέρος των μετριοπαθών ψηφοφόρων δύσκολα θα στήριζε τον Μελανσόν στον δεύτερο γύρο. Για πολλούς είναι μια ιδιαίτερα πολωτική προσωπικότητα. Κάποιοι θα επέλεγαν να απέχουν, ενώ ένα πιο συντηρητικό τμήμα του εκλογικού σώματος θα μπορούσε ακόμη και να στραφεί προς τον υποψήφιο της Άκρας Δεξιάς.
Η πιθανότητα αυτή ενισχύεται ακόμη περισσότερο εάν τελικά υποψήφιος είναι ο Ζορντάν Μπαρντελά. Παρότι και η Μαρίν Λεπέν έχει επιχειρήσει τα τελευταία χρόνια να «εξελίξει» την εικόνα της, εξακολουθεί να έχει ένα πλαφόν ως προς την επιρροή της, εξαιτίας τόσο των παλαιότερων θέσεων της ιδίας όσο και της ιστορίας του κόμματος υπό τον πατέρα της, Ζαν-Μαρί Λεπέν, φανατικό ακροδεξιό, αρνητή του Ολοκαυτώματος των Εβραίων από τη ναζιστική Γερμανία και αναμεμειγμένο σε βασανισμούς Αλγερινών αντιστασιακών την περίοδο της γαλλικής αποικιοκρατίας.
Ο Μπαρντελά, αντίθετα, είναι ένας πολύ νεότερος πολιτικός. Δεν τον ακολουθούν ανάλογα ζητήματα και, ακριβώς γι' αυτό, είναι ευκολότερο να διεισδύσει σε ένα τμήμα των συντηρητικών ψηφοφόρων. Θεωρείται πιο «ακίνδυνος» από ένα τμήμα ψηφοφόρων, γεγονός που μπορεί να διευρύνει την εκλογική απήχηση του.
Να αποσαφηνίσουμε στο σημείο αυτό, πως όταν αναφερόμαστε στην Μαρίν Λεπέν ή στον Ζορντάν Μπαρντελά ως πιθανό υποψήφιο της Άκρας Δεξιάς, το κάνουμε λόγω της δικαστικής εκκρεμότητας της Λεπέν. Έχει καταδικαστεί για υπόθεση κατάχρησης κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τα οποία κατευθύνθηκαν σε κομματικές δραστηριότητες της «Εθνικής Συσπείρωσης». Η ίδια έχει ασκήσει έφεση, αλλά εάν η ποινή στέρησης του δικαιώματος του εκλέγεσθαι παραμείνει σε ισχύ, δεν θα μπορεί να είναι υποψήφια στις προεδρικές εκλογές του 2027.
Ποιοι θα μπορούσαν, με βάση τα σημερινά δεδομένα, να εκφράσουν στην κάλπη τον ενδιάμεσο χώρο;
Με τα σημερινά δεδομένα διακρίνω τρεις προσωπικότητες που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν αυτόν τον ρόλο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η εικόνα έχει παγιωθεί. Βρισκόμαστε ακόμη αρκετά μακριά από τις εκλογές και δεν γνωρίζουμε ποιοι θα είναι τελικά όλοι οι υποψήφιοι.
Ο πρώτος είναι ο Εντουάρ Φιλίπ, σημερινός δήμαρχος της Χάβρης και πρώην πρωθυπουργός επί πρώτης θητείας Μακρόν. Προέρχεται από την παραδοσιακή γκωλική Δεξιά, αλλά στη συνέχεια προσχώρησε, μέσω δικού του μικρού πολιτικού σχηματισμού, στον ευρύτερο κεντρώο συνασπισμό υπό τον Εμανουέλ Μακρόν. Αυτή τη στιγμή εμφανίζεται ως μία από τις πλέον δυναμικές υποψηφιότητες.
Ο δεύτερος είναι ο Γκαμπριέλ Ατάλ, επίσης πρώην πρωθυπουργός του Μακρόν και σημερινός επικεφαλής της «Αναγέννησης», του κεντρώου κόμματος που ίδρυσε ο Γάλλος πρόεδρος.
Την τριάδα συμπληρώνει ο Ραφαέλ Γκλυκσμάν, προσωπικότητα της Κεντροαριστεράς, ευρωπαϊστής και μεταρρυθμιστής. Διατηρεί τη δική του πολιτική Κίνηση, συνεργάστηκε με τους Σοσιαλιστές στις τελευταίες ευρωεκλογές, ήταν επικεφαλής του ψηφοδελτίου τους και εξελέγη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εδώ και αρκετό καιρό έχει έντονη δημόσια παρουσία και δείχνει ότι θα επιθυμούσε να είναι υποψήφιος, ενώ διαθέτει αρκετά μεγάλη διεισδυτικότητα στον ενδιάμεσο χώρο.
Ωστόσο, το πολιτικό τοπίο παραμένει ανοιχτό. Δεν γνωρίζουμε ακόμη ποια θα είναι η τελική επιλογή των Σοσιαλιστών, ούτε τι θα πράξουν οι Οικολόγοι και οι Κομμουνιστές, δυνάμεις που φαίνεται να έχουν πάρει αποστάσεις από τον Μελανσόν. Και φυσικά, η παραδοσιακή γκωλική Δεξιά. Αυτές οι αποφάσεις θα επηρεάσουν καθοριστικά τη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού μέχρι τις προεδρικές εκλογές.
Περιγράφετε ουσιαστικά μία διαφορετική εκλογική λογική σε σχέση με ό,τι ίσχυε έως σήμερα στη Γαλλία. Το λεγόμενο δημοκρατικό μέτωπο διαμορφωνόταν μετά τον πρώτο γύρο, έστω στις δύο τελευταίες αναμετρήσεις στις οποίες έφθασε η Μαρίν Λεπέν στον δεύτερο γύρο. Τώρα, όπως λέτε, οι συνεννοήσεις πρέπει να προηγηθούν της πρώτης κάλπης
Εκεί βρίσκεται η μεγάλη διαφορά. Μέχρι σήμερα, στον βαθμό που λειτουργούσε το λεγόμενο “δημοκρατικό μέτωπο”, αυτό συγκροτούνταν μετά τον πρώτο γύρο. Είχαν προηγηθεί οι υποψηφιότητες, είχε καταγραφεί η δύναμη κάθε πολιτικού χώρου και, στη συνέχεια, τα κόμματα αποφάσιζαν πώς θα κινηθούν στον δεύτερο γύρο.
Αυτή τη φορά, όμως, υπάρχει ο κίνδυνος να βρεθούμε μπροστά σε έναν δεύτερο γύρο ανάμεσα στην Άκρα Δεξιά και τον Μελανσόν. Αν συμβεί αυτό, θα είναι πολύ αργά για οποιαδήποτε διόρθωση. Εξ ου και οι απαραίτητες συνεννοήσεις πρέπει να προηγηθούν της εκλογικής αναμέτρησης.
Πρέπει να υπάρξει συνεργασία ανάμεσα στα κόμματα του ενδιάμεσου χώρου, αλλά και να επιδειχθεί πολιτική ωριμότητα από όσους θα διεκδικήσουν την προεδρία. Ενδεχόμενες υποψηφιότητες θα χρειαστεί να αποσυρθούν εγκαίρως. Θα χρειαστεί κάποιοι να παραμερίσουν προσωπικές φιλοδοξίες και πολιτικούς εγωισμούς, ώστε να αναδειχθεί εκείνος που θα έχει τις περισσότερες πιθανότητες απέναντι στην Ακροδεξιά στο δεύτερο γύρο.
Επομένως, το μεγάλο διακύβευμα και η μεγάλη ευθύνη είναι εάν θα μπορέσει να συγκροτηθεί εγκαίρως ένας κοινός πόλος απέναντι στην Άκρα Δεξιά
Ζητούμενο είναι να μη βρεθεί η Γαλλία μπροστά σε έναν δεύτερο γύρο Άκρας Δεξιάς - Μελανσόν. Για να αποφευχθεί αυτό, οι απαραίτητες πολιτικές συνεννοήσεις πρέπει να γίνουν πριν από την κάλπη και όχι μετά. Στην πορεία πιθανώς θα αναδειχθούν και άλλα πρόσωπα πέρα από όσα αναφέραμε. Αλλά θα πρέπει να υπάρξει συνεννόηση. Πρέπει να υπάρξουν, τόσο εσωτερικές διεργασίες μέσα στα ίδια τα κόμματα, όσο και συνεννοήσεις μεταξύ διαφορετικών πολιτικών χώρων.
Τι θα σήμαινε για τη Γαλλία και την Ευρώπη μία επικράτηση της Ακροδεξιάς στις προεδρικές εκλογές;
Αναμφισβήτητα δεν θα είναι μία θετική εξέλιξη για την Ευρώπη - για την ευρωπαϊκή προοπτική και την ευρωπαϊκή εξέλιξη. Και αυτό γιατί η Άκρα Δεξιά δεν επιθυμεί την περαιτέρω εμβάθυνση και επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αντιθέτως, προκρίνει μία Ευρώπη που θα λειτουργεί κυρίως ως χαλαρή συνεργασία εθνικών κρατών. Όμως, η σημερινή συγκυρία απαιτεί ακριβώς το αντίθετο.
Για να μπορέσει η Ευρώπη να αντιμετωπίσει την πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ και την απειλή της Ρωσίας, χρειάζεται να λειτουργήσει περισσότερο ως ενιαίος γεωπολιτικός πόλος. Για να συμβεί αυτό απαιτείται επιτάχυνση της πολιτικής ενοποίησης. Εάν, λοιπόν, στη Γαλλία εκλεγεί ένας πρόεδρος που εκφράζει αυτή τη διαφορετική αντίληψη για την Ευρώπη, σημαίνει ότι οι διεργασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης θα επιβραδυνθούν ή ακόμη και θα ανακοπούν. Και επειδή η Γαλλία δεν είναι μία μικρή περιφερειακή χώρα αλλά κεντρική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι συνέπειες θα είναι πολλαπλές.
Υπάρχει από την άλλη και το παράδειγμα της Ιταλίδας πρωθυπουργού, Τζόρτζια Μελόνι, η οποία, αφότου ανέλαβε τη διακυβέρνηση, προσπάθησε κατά κάποιο τρόπο να προσαρμοστεί στο «ρεύμα» και να μην είναι μία ακραία φωνή. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων αν κάτι αντίστοιχο θα συνέβαινε και με έναν ακροδεξιό πρόεδρο στη Γαλλία. Αυτό μένει να αποδειχθεί.
Προσωπικά θεωρώ ότι το βασικό ζήτημα είναι αυτό της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας. Ακροδεξιές δυνάμεις συμμετέχουν ήδη στις κυβερνήσεις κρατών-μελών, όπως η Τσεχία, ενώ σε άλλες χώρες βρίσκονται στην αντιπολίτευση με ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά, όπως συμβαίνει με την AfD στη Γερμανία. Αν προστεθεί σε αυτή την εικόνα και μία Γαλλία που θα κινηθεί προς την ίδια κατεύθυνση, τότε είναι σαφές πως θα υπάρχει μεγάλο πρόβλημα. Ακριβώς τη στιγμή που η Ευρώπη χρειάζεται μία «φυγή προς τα εμπρός», υπάρχει ο κίνδυνος είτε να κινηθεί προς τα πίσω είτε να εγκλωβιστεί στη στασιμότητα. Στη σημερινή γεωπολιτική συγκυρία, όμως, στασιμότητα ουσιαστικά σημαίνει πισωγύρισμα.
Όταν έχουμε απέναντί μας μια Ρωσία του Πούτιν που διεξάγει πόλεμο στην Ουκρανία, μια αμερικανική διοίκηση υπό τον Ντόναλντ Τραμπ που αντιμετωπίζει διαφορετικά τη διατλαντική σχέση και μια Κίνα, την οποία αντιμετωπίζει πλέον όλο και πιο επιφυλακτικά η Ευρώπη, τότε η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια για πισωγυρίσματα και λογικές «εθνικών κρατών», απομονωτισμού δηλαδή.
Κλείνοντας κ. Τσίκα, τι είναι αυτό που οδηγεί ολοένα και περισσότερους ψηφοφόρους προς την Άκρα Δεξιά; Ποιοι είναι οι παράγοντες που τροφοδοτούν αυτή τη δυναμική στη Γαλλία και ευρύτερα στην Ευρώπη;
Υπάρχουν κοινωνικές ομάδες που αισθάνονται ότι ο εκσυγχρονισμός τις ξεπερνά. Ότι οι αλλαγές που επιφέρει ο σύγχρονος κόσμος δεν ανταποκρίνονται πλέον στα δικά τους συμφέροντα και στις δικές τους ανάγκες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι πολιτικές δυνάμεις που κηρύσσουν «επιστροφή στο εθνικό κράτος» φαίνονται ελκυστικές. Διότι τα όρια του εθνικού κράτους ο πολίτης μπορεί να τα αντιληφθεί πολύ περισσότερο από τα όρια μίας υπερεθνικής ολοκλήρωσης, όπως είναι η η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Τα μεγάλα προβλήματα της εποχής δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο. Χρειάζονται υπερεθνικές λύσεις και, πολλές φορές, ούτε η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση αρκεί από μόνη της. Απαιτείται συνεργασία σε παγκόσμιο επίπεδο.
Οι ακροδεξιές και απομονωτιστικές δυνάμεις, οι δυνάμεις της λαϊκιστικής Δεξιάς, κηρύσσουν από την άλλη την επιστροφή στο εθνικό κράτος και βεβαίως για να το επιτύχουν, προσπαθούν να ενισχύσουν φόβους έναντι μεταναστών και προσφύγων, ενώ παράλληλα προβάλλουν μια εξιδανικευμένη εικόνα της εθνικής ταυτότητας, βασισμένη σε στοιχεία του παρελθόντος.
Όταν μιλάμε για φόβους, πρέπει να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα σε επίπεδο πρόσληψης και στην πραγματικότητα. Αν δει κανείς τις περιοχές όπου η Μαρίν Λεπέν έχει καταγράψει διαχρονικά υψηλά ποσοστά, θα διαπιστώσει ότι πολλές είναι αγροτικές, απομακρυσμένες ή ορεινές περιοχές, όπου οι κάτοικοι ενδεχομένως να μην έχουν ποτέ έρθει σε ουσιαστική επαφή με μετανάστες ή πρόσφυγες. Πρόκειται, επομένως, περισσότερο για αντίληψη, μία φοβία που δημιουργείται στην κοινή γνώμη, μέσω ορισμένων Μέσων Ενημέρωσης, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ή του δημόσιου πολιτικού λόγου, παρά από προσωπική εμπειρία.
Την ίδια στιγμή, υπάρχει και μια εμφανής αντίφαση. Οι ευρωπαϊκές χώρες, ως γνωστόν, αντιμετωπίζουν έντονο δημογραφικό πρόβλημα και έχουν ανάγκη από εργατικό δυναμικό. Ένα σημαντικό μέρος αυτών των αναγκών μπορεί να καλυφθεί μόνο μέσω μεταναστών ή προσφύγων. Άρα, από τη μία πλευρά υπάρχουν οι πραγματικές ανάγκες που έχουν οι οικονομίες, και από την άλλη, τα ιδεολογήματα που αναπτύσσονται στο εσωτερικό των κοινωνιών.
Πώς μπορούν τα δημοκρατικά κόμματα να απαντήσουν σε αυτή την πραγματικότητα και ποια η πολιτική παγίδα;
Το βασικό ζητούμενο είναι να καταφέρουν να συνδέσουν τις ανάγκες και τα αιτήματα των κοινωνιών με τις πραγματικές δυνατότητες που υπάρχουν, είτε σε εθνικό είτε σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι πολίτες χρειάζονται μια ρεαλιστική προοπτική. Μια πολιτική πρόταση που να απαντά στα προβλήματά τους χωρίς απλουστευτικές υποσχέσεις. Αυτό, βέβαια, απαιτεί πολλή δουλειά. Δεν είναι εύκολη διαδικασία.
Και δεν θέλει φοβικότητα. Διότι τα τελευταία χρόνια βλέπουμε πολλές δυνάμεις, κυρίως του συντηρητικού χώρου, φοβούμενες μήπως χάσουν ψηφοφόρους προς την Άκρα Δεξιά, ουσιαστικά να προσχωρούν στα ιδεολογήματα της, υιοθετώντας μέρος της δικής της ατζέντας ή ρητορικής. Αυτό όμως δεν αποδυναμώνει την Άκρα Δεξιά. Αντίθετα, την νομιμοποιεί και την «κανονικοποιεί».
Το βλέπουμε σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Το βλέπουμε και στη Γαλλία, όπου τμήματα της παραδοσιακής Δεξιάς έχουν κατά καιρούς κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα, όμως, δεν είναι η ενίσχυση των παραδοσιακών συντηρητικών κομμάτων. Το αποτέλεσμα είναι να «κανονικοποιείται» και να ενισχύεται η ίδια η Άκρα Δεξιά. Αυτή είναι η μεγάλη παγίδα.
