Την ανάγκη μιας συνταγματικής αναθεώρησης που δεν θα εξαντλείται στις ανάγκες της εκάστοτε πολιτικής συγκυρίας, αλλά θα διαμορφώνει ένα θεσμικό πλαίσιο με ορίζοντα δεκαετιών, υπογραμμίζει ο συνταγματολόγος και καθηγητής Νομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ, Σπύρος Βλαχόπουλος.
Σε συνέντευξή του στο Liberal, επισημαίνει ότι η πρώτη διάταξη που πρέπει να επανεξεταστεί είναι το ίδιο το άρθρο 110, το οποίο καθορίζει την εξαιρετικά δύσκαμπτη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος.
Ο κ. Βλαχόπουλος τάσσεται, επίσης, υπέρ της αλλαγής του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και της ουσιαστικής αναθεώρησης του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών, ώστε να ενισχυθεί ο ρόλος της δικαστικής εξουσίας. Παράλληλα, αναδεικνύει την ανάγκη ισχυρότερων θεσμικών αντιβάρων, εκσυγχρονισμού των ατομικών δικαιωμάτων και θέσπισης γενικών συνταγματικών αρχών για τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο
Πόσο περιορίζει την έκταση και τη δυνατότητα δραστικής αναθεώρησης του Συντάγματος το ισχύον πλαίσιό της;
Θεωρώ ότι το ισχύον πλαίσιο της διαδικασίας αναθεώρησης, όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 110 του Συντάγματος, δεν ευνοεί, δυστυχώς, τη συνταγματική αναθεώρηση. Γιατί, έτσι όπως είναι το σύστημα, σε μία από τις δύο Βουλές θα πρέπει η αναθεώρηση μιας διάταξης να συγκεντρώσει 151 ψήφους και στην άλλη 180.
Δηλαδή, 151 στην προτείνουσα Βουλή και 180 στην Αναθεωρητική Βουλή, μετά τις εκλογές, ή το αντίστροφο: 180 στην προτείνουσα Βουλή και 151 ψήφους στην Αναθεωρητική Βουλή. Έτσι όπως είναι τα πράγματα, δεν ευνοείται η συνταγματική αναθεώρηση, γιατί στην πρώτη φάση της διαδικασίας αναθεώρησης, στην προτείνουσα Βουλή, κανένα από τα μικρότερα κόμματα δεν είναι διατεθειμένο να συναινέσει.
Γιατί, αν μία πρόταση συγκεντρώσει πάνω από 180 ψήφους, τότε η επόμενη κυβέρνηση, στην Αναθεωρητική Βουλή, με 151 ψήφους μπορεί να δώσει όποιο περιεχόμενο θέλει στην υπό αναθεώρηση διάταξη. Άρα, λοιπόν, νομίζω ότι, αν πρέπει να αλλάξουμε μία συνταγματική διάταξη, αυτή είναι η διάταξη περί αναθεώρησης του Συντάγματος, δηλαδή το άρθρο 110 του Συντάγματος.
Και κάτι ακόμη: το άρθρο 110 του Συντάγματος ορίζει ότι δεν μπορεί να γίνει νέα αναθεώρηση του Συντάγματος αν δεν περάσουν πέντε χρόνια. Αυτό σημαίνει πρακτικά πολύ περισσότερα από πέντε χρόνια. Δηλαδή, δεν μπορεί να ξεκινήσει η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος αν δεν περάσουν πέντε χρόνια από την τελευταία αναθεώρηση. Καταλαβαίνετε πόσο δύσκολη γίνεται, με αυτόν τον τρόπο, η αναθεώρηση του Συντάγματος. Άρα, λοιπόν, θα πρέπει να ξαναδούμε τον τρόπο με τον οποίο αναθεωρούμε το Σύνταγμα.
Θεωρείτε ότι η διαδικασία της αναθεώρησης είναι «όμηρος» των πολιτικών εξελίξεων και πώς θα μπορούσε να αλλάξει αυτό;
Κατ’ αρχάς να πω ότι το Σύνταγμα είναι ένα κατεξοχήν πολιτικό κείμενο και έχει να κάνει με τις βασικές αποφάσεις που αφορούν τη λειτουργία του πολιτεύματός μας. Αυτό, όμως, το οποίο δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να γίνεται είναι να χρησιμοποιείται το Σύνταγμα ως, αν θέλετε, ένα μέσο άσκησης πολιτικής από τις πολιτικές δυνάμεις.
Νομίζω ότι η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος έχει καταστεί, σε πολύ μεγάλο βαθμό, αντικείμενο της πολιτικής διαμάχης. Να συμφωνήσω ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος καλό είναι να μην ξεκινάει προς το τέλος της τετραετούς βουλευτικής περιόδου, αλλά στην αρχή της. Γιατί, προς το τέλος, βαδίζουμε προς τις εκλογές.
Από εκεί και πέρα, όμως, θεωρώ ότι δεν είναι σωστό να αρνούμαστε τη συζήτηση για το πώς θα γίνει η αναθεώρηση του Συντάγματος και ποιες διατάξεις θα αναθεωρηθούν, λέγοντας: «Εγώ δεν συναινώ εκ των προτέρων σε καμία από τις προτάσεις αναθεώρησης του Συντάγματος».
Θεωρώ ότι αυτό το οποίο προέχει είναι να αλλάξουμε τις συνταγματικές διατάξεις που πρέπει να αλλάξουμε, γιατί αυτό αφορά όλους. Αφορά και την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση και, κυρίως, αφορά τους πολίτες. Άρα, λοιπόν, νομίζω ότι θα πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία στο ζήτημα αυτό και να αφήσουμε την αναθεώρηση του Συντάγματος εκτός της πολιτικής διαμάχης.
Η αναθεώρηση του Συντάγματος αφορά όχι μόνο την τωρινή βουλευτική περίοδο, όχι μόνο την τωρινή κυβέρνηση και την τωρινή αντιπολίτευση, αλλά και πολλές μελλοντικές κυβερνήσεις και αντιπολιτεύσεις. Άρα, θα πρέπει να τη δούμε μακροπρόθεσμα, ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία.
Ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης έχει βρεθεί κατά καιρούς στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η αλλαγή του τρόπου θεωρείτε ότι θα λύσει το πρόβλημα ή θα το μεταθέσει αλλού;
Δεν θεωρώ ότι έτσι θα λυθεί γενικότερα το πρόβλημα της λειτουργίας της Δικαιοσύνης. Θεωρώ, όμως, από την άλλη ότι είναι αναγκαία η αναθεώρηση του άρθρου 90 του Συντάγματος και η αλλαγή του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.
Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια δυσπιστία της κοινής γνώμης απέναντι στη Δικαιοσύνη, η οποία αποτυπώνεται, θα έλεγα, με ενάργεια και στις έρευνες της κοινής γνώμης. Περίπου το 39% των πολιτών, μόνο το 39%, είναι ευχαριστημένο με την απονομή της Δικαιοσύνης.
Όταν η ηγεσία της Δικαιοσύνης επιλέγεται από την εκτελεστική εξουσία, δημιουργούνται, αν θέλετε, υπόνοιες στην κοινή γνώμη, ακόμη και όταν αυτό, όπως συνήθως συμβαίνει, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όσον αφορά τη σύμπλευση εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας.
Άρα, λοιπόν, θα πρέπει να βρούμε έναν τρόπο, ώστε η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης να γίνεται με μια άλλη διαδικασία. Παραδείγματος χάριν, να υπάρχει ένα συμβουλευτικό σώμα, το οποίο να αποτελείται από ανώτατους δικαστές, από πρόσωπα που υποδεικνύονται από τα κόμματα και από επικεφαλής ανεξάρτητων αρχών. Και, στη συνέχεια, η τελική επιλογή να μη γίνεται από την κυβέρνηση.
Θα μπορούσε, παραδείγματος χάριν, να γίνεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μέσα από έναν κατάλογο τριών προκριθέντων υποψηφίων, με τη συμμετοχή —όχι την αποκλειστική αρμοδιότητα, αλλά τη συμμετοχή— και των ίδιων των δικαστών, δηλαδή των ολομελειών των ανώτατων δικαστηρίων.
Επαναλαμβάνω, δεν είναι ίσως το μείζον θέμα της λειτουργίας της Δικαιοσύνης σήμερα. Ούτε υπάρχει ένα σύστημα το οποίο να έχει μόνο πλεονεκτήματα και ένα άλλο σύστημα το οποίο να έχει μόνο μειονεκτήματα. Πάντως, το σημερινό σύστημα, δηλαδή η επιλογή από το Υπουργικό Συμβούλιο, κατά την άποψή μου θα πρέπει να αλλάξει, γιατί δημιουργεί μια εικόνα η οποία δεν θα πρέπει να υπάρχει. Η βασική αρχή λειτουργίας του πολιτεύματός μας είναι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών.
Το περίφημο Άρθρο 86, τελικά, πρέπει να αναθεωρηθεί;
Η απάντηση είναι ναι. Κατά την άποψή μου, πρέπει να αναθεωρηθεί. Η εμπλοκή της Βουλής στη διαδικασία αναζήτησης ποινικών ευθυνών των υπουργών προέρχεται από πολύ παλαιότερες εποχές, όταν δεν υπήρχε κοινοβουλευτική ευθύνη και, άρα, η ποινική ευθύνη των υπουργών ήταν ένα υποκατάστατο, ας το πούμε έτσι, της κοινοβουλευτικής ευθύνης.
Αυτό το βλέπει κανείς πολύ έντονα και στο προεδρικό σύστημα, όπου δεν υπάρχει ψήφος εμπιστοσύνης της Βουλής προς την κυβέρνηση και προς τον Πρόεδρο. Ουσιαστικά, ο μόνος τρόπος για να πέσει ή να εκπέσει ένας Πρόεδρος είναι η ποινική διαδικασία. Γι’ αυτό βλέπουμε τόσο συχνά στις ΗΠΑ να ανακινούνται θέματα ποινικής ευθύνης των Προέδρων.
Άρα, λοιπόν, από τη στιγμή που σήμερα έχουμε ένα ολοκληρωμένο κοινοβουλευτικό σύστημα, όπου προϋπόθεση για την ανάδειξη και την παραμονή μιας κυβέρνησης στην εξουσία είναι η ψήφος εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση, έχει, αν θέλετε, εκλείψει ο δικαιολογητικός λόγος για την εμπλοκή της Βουλής σε μια καθαρά νομική διαδικασία.
Η Βουλή είναι ένα πολιτικό όργανο, το οποίο σκέφτεται με πολιτικά κριτήρια. Δεν είναι νομικό όργανο, ενώ η αναζήτηση ποινικών ευθυνών είναι, όπως αντιλαμβανόμαστε όλοι, ένα νομικό ζήτημα. Δεν είναι δε —και αυτό είναι κάτι στο οποίο θα συμφωνήσουν όλοι οι πολίτες— επιτυχής ο τρόπος με τον οποίο λειτούργησε μέχρι σήμερα το άρθρο 86 του Συντάγματος.
Κανένας πολίτης και κανένας πολιτικός δεν είναι ευχαριστημένος με τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησε το άρθρο 86 του Συντάγματος, με την ευθύνη όλων. Άρα, λοιπόν, ήρθε η ώρα, αν όχι να καταργήσουμε πλήρως την ανάμειξη της Βουλής στην αναζήτηση ποινικών ευθυνών των υπουργών, τουλάχιστον να ενδυναμώσουμε το στοιχείο της ίδιας της Δικαιοσύνης, παραδείγματος χάριν, όπως προτείνεται ορθώς κατά την άποψή μου, μέσω μιας δεσμευτικής προκαταρκτικής διερεύνησης από την ίδια τη Δικαιοσύνη.
Όλα αυτά, όμως, υπό μία προϋπόθεση, την οποία, από ό,τι φαίνεται, η πολιτική ζωή και οι πολιτικές δυνάμεις δεν έχουν αντιληφθεί όπως θα έπρεπε: να αφήσουμε τη Δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της, χωρίς μομφές και δημόσιες κατηγορίες, ανάλογα με το αποτέλεσμα της εκάστοτε δικαστικής ενέργειας.
Υπάρχουν κατά τη γνώμη σας τομείς που οφείλει το Σύνταγμα να εκσυγχρονιστεί ή αρκεί η πιστή τήρησή του;
Και τα δύο είναι σημαντικά. Να ξεκινήσουμε από το εξής: προφανώς, πάρα πολύ σημαντική είναι η πιστή τήρηση του Συντάγματος. Γιατί, ακόμη και αν έχεις το τέλειο συνταγματικό κείμενο, αν αυτό δεν εφαρμόζεται, καταλαβαίνουμε όλοι ότι αποτελεί γράμμα κενό περιεχομένου. Από την άλλη, όμως, νομίζω ότι δεν θα πρέπει να υποτιμούμε και τη σημασία της συνταγματικής αναθεώρησης.
Πράγματι, υπάρχουν κάποια ζητήματα τα οποία θα πρέπει να δούμε. Ένα ζήτημα, παραδείγματος χάριν, είναι η ενίσχυση των θεσμικών αντιβάρων. Το σύγχρονο κοινοβουλευτικό σύστημα, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε πολλά άλλα κράτη, έχει να κάνει με τα λεγόμενα θεσμικά αντίβαρα. Δηλαδή, θα πρέπει να έχουμε αντίβαρα απέναντι στην εκτελεστική εξουσία.
Ένας τέτοιος θεσμός είναι οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, οι οποίες μπήκαν στο Σύνταγμά μας το 2001. Γνωρίζουμε, όμως, όλοι ότι υπάρχει πρόβλημα με τον τρόπο επιλογής των μελών των ανεξάρτητων αρχών. Ένα άλλο αντίβαρο θα ήταν η ενδυνάμωση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος σήμερα έχει αποδυναμωθεί τόσο πολύ, ώστε πραγματικά να ανακύπτει το ερώτημα αν είναι όντως ρυθμιστής του πολιτεύματος.
Ένα άλλο ζήτημα είναι ο έλεγχος των λεγόμενων οργανωτικών συνταγματικών διαφορών, δηλαδή όχι των ατομικών δικαιωμάτων, αλλά των διαφορών που ανακύπτουν κατά τη λειτουργία του πολιτεύματος, από ένα ανεξάρτητο δικαστήριο, συνταγματικό ή οποιοδήποτε άλλο. Αυτή τη στιγμή, για τις περισσότερες από τις μείζονες συνταγματικές διαφορές δεν υπάρχει δικαστικό όργανο ελέγχου.
Ένα ακόμη ζήτημα είναι ο προληπτικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων σε κάποιες περιπτώσεις, κάτι το οποίο προτείνεται —και πρέπει να πω ότι είναι θετικό— έτσι ώστε να υπάρχει ασφάλεια δικαίου.
Επίσης, ο εκσυγχρονισμός του καταλόγου των ατομικών δικαιωμάτων. Το έχουμε πει πολλές φορές: δεν μπορεί, στην εποχή του διαδικτύου, να γίνεται λόγος για κατάσχεση Τύπου στο άρθρο 14 του Συντάγματος. Ενδεχομένως, επίσης, να χρειάζεται η εισαγωγή διατάξεων που αφορούν τις γενικές αρχές χρήσης των συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης.
Νομίζω ότι όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά ζητήματα, τα οποία θα πρέπει να συζητηθούν οπωσδήποτε στο πλαίσιο της αναθεώρησης. Επαναλαμβάνω ότι, επειδή ακριβώς το συνταγματικό κείμενο δεν αναθεωρείται εύκολα, δεν αφορά μόνο εμάς και τα επόμενα λίγα χρόνια, αλλά και πολλούς άλλους μετά από εμάς.
Επειδή αναφερθήκατε στην Τεχνητή Νοημοσύνη, μου δίνετε εξαιρετική «πάσα» για το επόμενο ερώτημα. Η AI αλλάζει όλα όσα ξέραμε. Μπορεί να υπάρξει συνταγματική πρόβλεψη για κάποια επίπτωσή της και γενικότερα για την τεχνολογία;
Η διατύπωση νομικών και, δη, συνταγματικών διατάξεων για θέματα τεχνολογίας είναι μια πολύ δύσκολη εξίσωση, γιατί οι τεχνολογικές εξελίξεις τρέχουν πάρα πολύ γρήγορα. Άρα, αν βάλεις κάτι συγκεκριμένο στο συνταγματικό κείμενο, μπορεί να ξεπεραστεί πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα.
Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι πρέπει να συζητήσουμε την εισαγωγή μιας διάταξης για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Όχι, όμως, με την έννοια λεπτομερών ρυθμίσεων που να καλύπτουν όλα τα ζητήματα, αλλά με την έννοια των γενικών αρχών χρήσης της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Άρα, μια αφαιρετική διάταξη, για να το πω απλά…
Ναι, μία διάταξη που να θέτει τις γενικές αρχές. Για παράδειγμα, μία βασική αρχή θα πρέπει να είναι ότι καμία εφαρμογή Τεχνητής Νοημοσύνης δεν μπορεί να υποκαταστήσει τους κρατικούς λειτουργούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί σήμερα πλέον συζητάμε ότι πολλές διοικητικές πράξεις, ακόμη και δικαστικές αποφάσεις, θα εκδίδονται με βάση σχέδια τα οποία θα ετοιμάζουν εφαρμογές και συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης. Είναι ζητήματα που θα πρέπει να συζητήσουμε και, επαναλαμβάνω, όχι σε επίπεδο λεπτομερειών, αλλά σε επίπεδο γενικών αρχών.
Αυτές οι αρχές υπάρχουν και σε διεθνή κείμενα. Έχουμε πρότυπα προς τα οποία μπορούμε να προσανατολιστούμε, όπως η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Πόσο «διορατική» μπορεί να είναι μία αναθεώρηση έτσι ώστε να μην ανοίγουν συνεχώς νέα θέματα και εστίες κριτικής στο Σύνταγμα;
Η συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να είναι εξ ορισμού διορατική, αν θέλει να έχει συνέχεια, γιατί το Σύνταγμά μας είναι πολύ πιο δύσκολο να αλλάξει από έναν νόμο. Αν ψηφιστεί ένας νόμος ο οποίος είναι προβληματικός, μπορείς να τον αλλάξεις πολύ σύντομα και έτσι να διορθώσεις τις όποιες αστοχίες.
Αυτό το οποίο θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε είναι ότι το Σύνταγμα πρέπει να είναι μακρόπνοο και να σκεφτόμαστε με ορίζοντα όχι ενός έτους, όχι λίγων ετών, αλλά ίσως και δεκαετιών. Άρα, λοιπόν, θα πρέπει, προφανώς έχοντας την εμπειρία του παρελθόντος, να κοιτάμε στο μέλλον και να μην αντιμετωπίζουμε το Σύνταγμα με ρυθμίσεις οι οποίες αφορούν μόνο το τώρα.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό και νομίζω ότι είμαστε σε θέση να χαράξουμε μια συνταγματική στρατηγική που να αφορά και το μέλλον. Για παράδειγμα, όσα είπαμε πριν για τις νέες τεχνολογίες και το πώς πρέπει να οριοθετηθούν — όχι να ρυθμιστούν με λεπτομέρεια —, για τα θεσμικά αντίβαρα και για την ασφάλεια δικαίου. Νομίζω ότι μπορούμε να περιλάβουμε ρυθμίσεις οι οποίες αφορούν και το μέλλον και όχι μόνο το παρόν ή το πολύ άμεσο μέλλον.
Τέλος, παρατηρούμε πως οι βουλευτές που παραιτούνται από ένα κόμμα κρατούν τις έδρες τους. Θα ήταν μια λύση η παράδοση των εδρών, όταν παραιτούνται;
Η άποψή μου είναι ότι, όταν εκλέγεσαι με τη σημαία ενός κόμματος — και επειδή οι περισσότεροι πολίτες, ή οι περισσότεροι θα έλεγα, ψηφίζουν με βάση το κόμμα και όχι τον υποψήφιο βουλευτή —, από ηθική άποψη το καταρχήν ορθό είναι ο βουλευτής που αποχωρεί από ένα κόμμα να παραδίδει την έδρα του, δηλαδή να παραιτείται από τη βουλευτική ιδιότητα.
Από συνταγματική, όμως, άποψη κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ δύσκολο. Θα ήταν δύσκολα συμβατό με το καθεστώς της ελεύθερης εντολής, που αποτελεί την καρδιά του αντιπροσωπευτικού συστήματος, και δεν θα κάλυπτε περιπτώσεις όπου κάποιος αποχωρεί — δεν λέω ότι αυτός είναι ο κανόνας, αλλά μπορεί να συμβεί — επειδή το κόμμα έχει αλλάξει χαρακτηριστικά ή έχει αποκτήσει, αν θέλετε, αντιδημοκρατικά χαρακτηριστικά.
Άρα, λοιπόν, νομίζω ότι μια τέτοια συνταγματική πρόβλεψη περί υποχρεωτικής παράδοσης της έδρας δεν θα ήταν σωστή. Παρότι, επαναλαμβάνω, από ηθική άποψη το ορθό είναι, όταν κάποιος αποχωρεί από ένα κόμμα που συνέβαλε στην εκλογή του, να παραδίδει και την έδρα του.
* Ο Σπύρος Βλαχόπουλος είναι συνταγματολόγος, καθηγητής Νομικής Σχολής στο ΕΚΠΑ.
