Ήταν και παραμένει μακρύς ο δρόμος της Τουρκίας για τα F-35. Στο φόντο της συνάντησης Τραμπ-Ερντογάν στο περιθώριο μίας από τις πλέον κρίσιμες Συνόδους Κορυφής στα χρονικά της Ατλαντικής Συμμαχίας, ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος αναλύει, μιλώντας στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη, την εξίσωση γύρω από το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς, «δείχνοντας» προς το Κογκρέσο και το αμερικανικό πολιτικό κατεστημένο, που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την Τουρκία ως προβληματικό σύμμαχο.
Ουδεμία ουσιώδη διαφοροποίηση διακρίνει ο κ. Δεσποτόπουλος σε σχέση με τα όσα διημείφθησαν κατά τη συνάντηση των Ντόναλντ Τραμπ και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον Λευκό Οίκο τον Σεπτέμβριο του 2025. Έστω και εάν υφίσταται πρόθεση Τραμπ, η πώληση των F-35 προσκρούει τόσο στις κυρώσεις CAATSA όσο και στις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσινγκτον, με τον Αμερικανό πρόεδρο να μην έχει ούτε τη θεσμική ούτε την πολιτική ευχέρεια να συγκρουστεί με το Κογκρέσο, ιδίως ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Ως εκ τούτου, δεν διακρίνει κάποια ουσιαστική ένδειξη συνολικής επαναπροσέγγισης ή σύσφιξης των αμερικανοτουρκικών σχέσεων πίσω από τη θετική ρητορική της συνάντησης. Κατά την ανάγνωσή του, οι φιλοφρονήσεις δεν αλλάζουν την ουσία: τα F-35 παραμένουν εργαλείο διαπραγμάτευσης και μοχλός πίεσης της Ουάσινγκτον προς την Άγκυρα. Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνει ότι απόκτηση των κινητήρων F110 δεν μεταβάλλει τις ισορροπίες, αλλά και ενδεχόμενη μελλοντική απόκτηση F-35 από την Τουρκία δεν θα επηρεάσει την ελληνική αεροπορική υπεροχή, καθώς όταν και εφόσον αυτό συμβεί, η τεχνολογία θα έχει ήδη προχωρήσει σε επόμενο επίπεδο.
Ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος σκιαγραφεί τις προκλήσεις για την Ελλάδα από την τουρκική επιδίωξη ένταξης στα προγράμματα επανεξοπλισμού της Ευρώπης, ενώ στο ευρύτερο πλαίσιο της συζήτησης για την ευρωπαϊκή άμυνα και το μέλλον του ΝΑΤΟ -ενός ΝΑΤΟ σε «υπαρξιακή κρίση», όπως επισημαίνει, ο ίδιος σημειώνει ότι η παράμετρος της Ρωσίας θα αποδειχθεί καθοριστική: εάν η Μόσχα πάψει να αποτελεί μείζονα απειλή κυρίως για τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, τότε η Ευρώπη θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν ισχυρό τρίτο πόλο μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου. Διαφορετικά, θα συνεχίσει να πορεύεται με εσωτερικές διαιρέσεις.
Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης
Κύριε Δεσποτόπουλε, ο Αμερικανός πρόεδρος προτίθεται όντως να θέσει εν κινήσει τη διαδικασία επαναφοράς της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35; Και, αν ναι, πόσο απέχει η πρόθεση από την πράξη; Πώς «διαβάσατε» τη συνάντηση Τραμπ-Ερντογάν στην Άγκυρα;
Η Τουρκία βρίσκεται σε ένα μεγάλο παζάρι με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι θα προχωρήσει η υπόθεση των F-16, καθώς πρόκειται για μια συμφωνία που είχε ήδη δρομολογηθεί επί προεδρίας Μπάιντεν και εκκρεμεί. Μπορούμε επίσης να εκτιμήσουμε ότι θα προχωρήσει η πώληση των κινητήρων F110 για το πρόγραμμα του τουρκικού μαχητικού KAAN. Ωστόσο, παρά τις όποιες προθέσεις ή υποσχέσεις του Αμερικανού προέδρου, η πραγματική επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 θα παραμείνει, πιθανότατα, μια ανεκπλήρωτη υπόσχεση. Υπάρχει μια αμερικανική έκφραση, «talk is cheap». Δηλαδή, οι υποσχέσεις είναι ανέξοδες.
Ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να παρακάμψει το Κογκρέσο σε ορισμένα ζητήματα, δεν μπορεί όμως να το παρακάμψει πλήρως όσον αφορά τις κυρώσεις CAATSA, και επιπλέον θα είχε και μεγάλο πολιτικό κόστος στο εσωτερικό, εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Κατ’ επέκταση θεωρώ ότι οι υποσχέσεις θα παραμείνουν υποσχέσεις. Επί της ουσίας, δεν υφίσταται μία ολική εξομάλυνση των σχέσεων ΗΠΑ-Τουρκίας, παρά τα «ωραία λόγια» και τη ρητορική του κ. Τραμπ. Διότι το βαθύ κράτος στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την Τουρκία ως έναν αναξιόπιστο σύμμαχο, ο οποίος διατηρεί στενές σχέσεις με χώρες που θεωρούνται απειλητικές για τις ΗΠΑ, όπως το Ιράν και η Κίνα, αλλά και, σε μικρότερο βαθμό, η Ρωσία.
Ήταν περισσότερο μία επανάληψη των όσων είχαμε ακούσει κατά την επίσκεψη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον Λευκό Οίκο τον Σεπτέμβριο του 2025, χωρίς να υπάρξει τότε κάποια συνέχεια. Δεν φάνηκε στη χθεσινή συνάντηση να επιβεβαιώνεται κάποια πανηγυρική διάθεση ουσιαστικής σύσφιξης των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Εκτιμώ ότι είχαν καλλιεργηθεί πολύ υψηλές προσδοκίες και από σειρά δημοσιευμάτων, πιθανόν και με τροφοδότηση από την αμερικανική προεδρία, ώστε να διευκολυνθεί και η πολιτική η παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ στην Άγκυρα.
Δεν προκύπτει όμως πολιτική ουσία. Μπορεί να υπάρχει μια επιθυμία από την πλευρά του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά ο ίδιος εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το ζήτημα των F-35 ως μοχλό πίεσης προς την Τουρκία. Θα μπορούσε ως κίνηση τακτικής να ξεκινήσει μια διαδικασία με ανταλλαγή επιστολών, ως είθισται σε ανάλογες περιπτώσεις, μεταξύ Ουάσινγκτον και Άγκυρας, που θα έδινε στην Άγκυρα την εντύπωση ότι κάτι κινείται, χωρίς αυτό να σημαίνει κάποια πρακτική εξέλιξη.
Πόσο καθοριστικός είναι ο παράγοντας Ισραήλ στο ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35;
Αυτή τη στιγμή το Ισραήλ συγκαταλέγεται στις χώρες που αντιτίθενται στην προμήθεια F-35 από την Τουρκία. Εξ ου και βλέπουμε να υπάρχει έντονη κινητοποίηση τόσο του ισραηλινού όσο και του ελληνικού λόμπι στις Ηνωμένες Πολιτείες, προκειμένου να αποτραπεί μια τέτοια εξέλιξη.
Μπορεί ο Αμερικανός πρόεδρος να παρακάμψει το Κογκρέσο; Μπορεί. Αλλά θα έχει μεγάλο κόστος, καθώς θα έπρεπε να κινηθεί αντίθετα σε αποφάσεις του. Αυτό όμως αφορά πώληση των F-35 - και εκεί πάλι θα βρίσκει το Κογκρέσο μπροστά του, ιδίως εάν μετά τις ενδιάμεσες εκλογές μεταβληθούν οι συσχετισμοί, που είναι και το πιο πιθανό. Μπορεί να παρακάμψει το Κογκρέσο για να προχωρήσει σε γενική άρση των κυρώσεων CAATSA; Όχι, δεν μπορεί. Διότι πρόκειται για νομοθεσία που έχει ψηφιστεί και μάλιστα έχει ενταχθεί στον αμερικανικό Προϋπολογισμό. Για να αλλάξει αυτό θα απαιτούνταν πλειοψηφία στο Κογκρέσο, που είναι δύσκολο να επιτευχθεί. Και ο Τραμπ τη δεδομένη στιγμή, με τις εκλογές εν όψει, δεν θέλει να συγκρουστεί με το Κογκρέσο.
Ακόμη και να ξεκινήσει μια διαδικασία με ανταλλαγή επιστολών, όπως προαναφέραμε, από εκεί μέχρι το τελικό «πράσινο φως» υπάρχει πολύς δρόμος και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα φτάσουμε σε αυτό το σημείο σε χρόνο πλέον που θα μας αφορά.
Σε όρους ελληνικής αεροπορικής υπεροχής;
Ακριβώς. Διότι, όσο κυλά ο χρόνος, οι τεχνολογικές εξελίξεις τρέχουν. Όταν για παράδειγμα ξεκίνησε η συζήτηση σχετικά με τους αμερικανικούς κινητήρες για το τουρκικό μαχητικό KAAN, επρόκειτο για ένα ιδιαίτερα προηγμένο πρόγραμμα, ουσιαστικά γενιάς 4,5. Σήμερα, όμως, η Ελλάδα έχει ήδη περάσει στα μαχητικά 4,5 γενιάς με τα Rafale και εισέρχεται στην εποχή των μαχητικών πέμπτης γενιάς με τα F-35. Όταν η Τουρκία φθάσει να αποκτήσει τα F-35 -κάποια στιγμή, όχι στο άμεσο μέλλον-, θα εξακολουθεί να βρίσκεται πίσω τεχνολογικά και θα «τρέχει» να καλύψει την απόσταση από την Ελλάδα.
Από τα μαχητικά ΚΑΑΝ αναμφισβήτητα δεν απειλείται η ελληνική αεροπορική υπεροχή . Αλλά ακόμη και όταν η Τουρκία αποκτήσει κάποτε τα F-35, η τεχνολογία θα έχει ήδη προχωρήσει ακόμη περισσότερο και πιθανώς να έχει εμφανιστεί νέα γενιά μαχητικών αεροσκαφών.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναδείξουμε ακόμη δύο κρίσιμους παράγοντες. Πρώτον, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανησυχούν ιδιαίτερα για το ενδεχόμενο διαρροής ευαίσθητης τεχνολογίας προς τη Ρωσία. Δεν είναι δυνατόν μια χώρα να συλλέγει δεδομένα για μαχητικά stealth και την ίδια στιγμή να υπάρχει κίνδυνος διασύνδεσης με ρωσικό σύστημα. Και αυτό το γνωρίζει ο Αμερικανός πρόεδρος.
Δεύτερον, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αποδείξει πολλές φορές ότι δίνει υποσχέσεις που δεν τηρεί πάντα. Αρέσκεται να στις διπλωματικές αβρότητες αλλά τίθεται κατά κάποιο τρόπο και ένα ζήτημα αξιοπιστίας.
Συζητήσαμε για όσα επιδιώκει να αποσπάσει η Τουρκία από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τι προτίθεται και μπορεί, ή δε μπορεί, να δώσει ο Τραμπ. Τι ζητά, όμως, ο Αμερικανός πρόεδρος από την Άγκυρα;
Κοιτάξτε, οι Ηνωμένες Πολιτείες αυτή τη στιγμή έχουν ήδη ζητήσει, και έχουν αποσπάσει σε μεγάλο βαθμό, μία ουδέτερη στάση της Τουρκίας στον πόλεμο με το Ιράν. Δεν θα μπορούσε βέβαια η Τουρκία στην πραγματικότητα να είχε κινηθεί διαφορετικά.
Από εκεί και πέρα, η Τουρκία τελεί υπό μία πίεση ώστε να αναθεωρήσει τη στρατηγική της κυρίως έναντι της Κίνας, κάτι στο οποίο ωστόσο δεν ανταποκρίνεται. Γι' αυτό εκτιμώ ότι μπορεί να υπάρξουν επιμέρους κινήσεις, όπως η έγκριση για κινητήρες ή άλλα επιμέρους εξοπλιστικά προγράμματα, όμως η Τουρκία δεν βρίσκεται τόσο κοντά στην επανένταξή της στο πρόγραμμα των F-35 όσο πολλοί θα μπορούσαν να πιστεύουν.
Πέραν της ανάδειξης της «χημείας» του με τον Τούρκο πρόεδρο, η προβολή της Τουρκίας από τον Ντόναλντ Τραμπ ως «πιστού» συμμάχου των ΗΠΑ -εκτός από ισχυρή στρατιωτική δύναμη- ήρθε σε ευθεία αντίστιξη με τα «πυρά» που εξαπέλυσε ξανά κατά παραδοσιακών Ευρωπαίων συμμάχων της Ουάσινγκτον λόγω Ιράν
Ο κ. Τραμπ έχει ένα μόνιμο αίτημα προς τους Ευρωπαίους: να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες. Η Τουρκία το έχει κάνει ήδη. Ταυτόχρονα, υπάρχει και το εξής παράδοξο. Επικρίνει ορισμένους εταίρους, όπως για παράδειγμα την Ιταλία, ότι δεν τον βοήθησαν στον πόλεμο με το Ιράν, ενώ την ίδια στιγμή δεν εγκαλεί την Τουρκία για το γεγονός ότι επίσης δεν τον βοήθησε, αντίθετα τη συγχαίρει επειδή δεν στήριξε το Ιράν. Αυτού του είδους οι αντιφάσεις είναι γνώριμες στον τρόπο με τον οποίο τοποθετείται ο κ. Τραμπ. Η ουσία είναι ότι πιέζει τους Ευρωπαίους να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες και να συνεχίσουν να τις κατευθύνουν προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή είναι η ουσία. Όλα τα υπόλοιπα προς τον Τούρκο πρόεδρο ήταν μάλλον φιλοφρονήσεις από αυτές που συνηθίζει ο Ντόναλντ Τραμπ.
Η Τουρκία προβάλλει την αμυντική της βιομηχανία ως «διαβατήριο» για μια νέα ειδική σχέση με την ΕΕ και ένταξη στα προγράμματα της ευρωπαϊκής Άμυνας. Την ίδια στιγμή βλέπουμε ότι η δημοκρατική οπισθοδρόμηση στην Άγκυρα περνά απαρατήρητη. Πού κρίνεται -και πόσο συνεκτική είναι- η ευρωπαϊκή προσέγγιση απέναντι στην Άγκυρα, και τι διακρίνετε για τη συνέχεια;
Καταρχάς, υπάρχει ένα σημείο στο οποίο συμφωνούν όλοι στην Ευρώπη: κανείς δεν επιθυμεί την Τουρκία ως πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρά το πώς απευθύνονται στην Άγκυρα, κανείς δεν την θέλει την επόμενη μέρα στην Ένωση. Από εκεί και πέρα, όμως, υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ των κρατών-μελών. Ορισμένες χώρες είναι πιο κοντά στην Τουρκία, ενώ άλλες λειτουργούν ανταγωνιστικά.
Η Ευρώπη, δυστυχώς, δεν έχει αυτή τη στιγμή ενιαία αμυντική φωνή. Προσπαθεί να την βρει. Η Γαλλία, για παράδειγμα, επειδή διαθέτει ισχυρή εγχώρια αμυντική βιομηχανία και δεν έχει σημαντικές συμπαραγωγές με την Τουρκία, δεν έχει λόγο να επιδιώκει την ένταξη της Άγκυρας στην ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική. Γι' αυτό και πρωτοστάτησε και συνέδραμε την Ελλάδα και την Κύπρο να αναχαιτίσουν τη συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα SAFE.
Αντίθετα, χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία έχουν αρκετά κοινά συμφέροντα στον αμυντικό τομέα με την Τουρκία και επίσης την βλέπουν ως μια μεγάλη αγορά, την οποία δεν θέλουν να χάσουν. Η Τουρκία η ίδια επενδύει σημαντικούς πόρους στα εξοπλιστικά της προγράμματα, όμως δεν έχει αναπτύξει τη βιομηχανία της σε βαθμό που να είναι αυτάρκης. Έχει ανάγκη και από ιταλικές τεχνολογίες και από πυραυλικά συστήματα και αντιμετωπίζει επίσης πρόβλημα με την αεράμυνά της.
Όσον αφορά το επόμενο διάστημα, θεωρώ ότι το «κλειδί» είναι πώς θα κινηθεί συνολικά η Ευρώπη. Η τάση είναι να ενισχύσει την άμυνά της σε μεγάλο βαθμό και να την ενισχύσει ως Ευρώπη και όχι ως ΝΑΤΟ πλέον. Και εκτιμώ ότι όσο προχωρά αυτή η διαδικασία αμυντικής ολοκλήρωσης, τόσο πιο περιορισμένος θα είναι ο ρόλος της Τουρκίας. Σήμερα τίθεται το ερώτημα εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις θα ενσωματωθεί στη νέα ευρωπαϊκή αμυντική δομή. Καθώς υπάρχουν αρκετές αντιρρήσεις, όχι μόνο από την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά και από άλλες ]χώρες ανταγωνιστικές, είναι δύσκολο η Τουρκία να αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο. Εξ ου και προσπαθεί να «κρατήσει» την Άμυνα της Ευρώπης εντός του ΝΑΤΟ, διότι εκεί διαθέτει μεγαλύτερη επιρροή.
Η τάση, πάντως, που διαμορφώνεται είναι η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, με την Τουρκία να βρίσκεται εκτός του βασικού πυρήνα της, αλλά να είναι κατά κάποιον τρόπο μία συνδεδεμένη χώρα. Είναι κάτι το οποίο και πάλι ενέχει κινδύνους για την Ελλάδα και απαιτείται πολύ προσοχή, όμως το πλαίσιο αυτό είναι σαφώς ευνοϊκότερο από εκείνο του ΝΑΤΟ - όπου δεν συμμετέχει η Κυπριακή Δημοκρατία και επίσης κάθε φορά που ανακύπτει μία κρίση Τουρκίας-Ελλάδας, το ΝΑΤΟ νίπτει τας χείρας του για είμαστε αμφότερες χώρες-μέλη της Συμμαχίας.
Κλείνοντας κ. Δεσποτόπουλε, όσον αφορά αυτή καθαυτή τη Σύνοδο Κορυφής της Άγκυρας, ποια είναι τα βασικά διακυβεύματα και ποιες οι αποκλίσεις στο εσωτερικό της Συμμαχίας;
Καταρχάς, δεν χωρά αμφιβολία ότι το ΝΑΤΟ διέρχεται σήμερα μία υπαρξιακή κρίση. Και ο λόγος είναι ότι δεν υπάρχει πλέον ο κοινός εχθρός που οδήγησε στη συγκρότηση της Συμμαχίας. Το ΝΑΤΟ οικοδομήθηκε για να αντιμετωπίσει τον σοβιετικό κίνδυνο. Σήμερα, ο σοβιετικός κίνδυνος δεν υφίσταται για όλα τα κράτη-μέλη.
Ενώ στην Ανατολική Ευρώπη υπάρχει μία μεγάλη ανησυχία σχετικά με τη Ρωσία, η ίδια αντίληψη δεν επικρατεί πλέον στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες βλέπουν ως μεγάλο εχθρό την Κίνα. Ταυτόχρονα, υπάρχουν κράτη-μέλη της Συμμαχίας, κυρίως στη Δυτική Ευρώπη, που επίσης δεν αντιλαμβάνονται γιατί θα πρέπει να δαπανούν τόσο μεγάλο ποσοστό του ΑΕΠ τους για την άμυνα, όταν αισθάνονται ότι βρίσκονται μακριά από τους κινδύνους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η Ισπανία και η Πορτογαλία.
Άρα, το ΝΑΤΟ δεν έχει σήμερα έναν κοινό εχθρό και, κατ' επέκταση, δημιουργείται ένα μεγάλο ερώτημα γα το ποιος είναι ο λόγος ύπαρξής του.
Ως προς το τι επιδιώκουν οι διαφορετικοί «παίκτες» στο εσωτερικό της Συμμαχίας, υπάρχει, καταρχάς, μία ομάδα, με βασικούς εκφραστές τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Τουρκία, η οποία επιθυμεί το ΝΑΤΟ να εξακολουθήσει να αποτελεί τον βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής άμυνας. Οι Αμερικανοί, όμως, θέλουν ταυτόχρονα μια Ευρώπη πιο μακριά από την Κίνα.
Η Τουρκία, από την πλευρά της, επιθυμεί η ευρωπαϊκή άμυνα να παραμείνει εντός του ΝΑΤΟ, διότι αντιλαμβάνεται ότι εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση αναπτύξει αυτόνομη αμυντική δομή, τότε δεν θα έχει μεγάλο ρόλο και επιρροή, καθώς θα βρίσκει απέναντί της την Ελλάδα και την Κύπρο. Αυτό το είδαμε πολύ χαρακτηριστικά όσον αφορά το SAFE, όπου Ελλάδα και Κύπρος κατάφεραν να κρατήσουν την Τουρκία εκτός.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχει μία δεύτερη ομάδα, κυρίως εντός της Ευρώπης, με πρωταγωνίστρια τη Γαλλία, που υποστηρίζει την ανάπτυξη μιας πραγματικά ευρωπαϊκής άμυνας. Η λογική της είναι ότι Ευρωπαίοι και Αμερικανοί δεν συμμερίζονται πλέον την ίδια αντίληψη περί απειλών και κυρίως έχει τεθεί πλέον και ένα ευρύτερο ζήτημα αξιοπιστίας των Ηνωμένων Πολιτειών έναντι της Ευρώπης.
Μένει να διαφανεί πώς θα εξελιχθεί το όλο αυτό ζήτημα και εδώ η παράμετρος της Ρωσίας θα αποδειχθεί καθοριστική. Ο τρόπος με τον οποίο θα κινηθεί η Μόσχα μελλοντικά σε μεγάλο βαθμό θα προδικάσει και τη στάση της Ευρώπης. Εάν η Ρωσία πάψει να αποτελεί σοβαρή απειλή, ιδίως για την Ανατολική Ευρώπη -εάν, δηλαδή, υπάρξει μια νέα ηγεσία και αναδίπλωση του ρωσικού αναθεωρητισμού- τότε, εφόσον η Ευρώπη κατορθώσει να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με τη Ρωσία, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν ισχυρό τρίτο πόλο ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Διαφορετικά, όσο η ρωσική απειλή παραμένει έντονη, κυρίως για τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η Ευρώπη θα συνεχίσει να κινείται κατά κάποιο τρόπο διαιρεμένη.
