Από τον ανοιχτό πόλεμο Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, που κινδυνεύει να υπερβεί τα όρια της ελεγχόμενης κλιμάκωσης εάν δεν αποδώσει η παρατηρούμενη διπλωματική κινητικότητα, έως τη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο, τα εμπόδια που συναντούν οι σχεδιασμοί της Τουρκίας και το στρατηγικό βάρος του άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος μιλά στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη για τις ευρύτερες γεωπολιτικές δυναμικές και τις ισορροπίες ισχύος που διαμορφώνονται στην περιοχή.
Στη σκιά της κατάρρευσης της εύθραυστης εκεχειρίας του Ιουνίου, Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν βρίσκονται ουσιαστικά σε έναν πόλεμο φθοράς, με την Τεχεράνη να μην εγκαταλείπει το μεγάλο στρατηγικό πλεονέκτημα που λέγεται κλειστά Στενά του Ορμούζ, «ποντάροντας» στο γεγονός ότι οι ΗΠΑ πολύ δύσκολα μπορούν να επιτύχουν αποφασιστική στρατιωτική νίκη δίχως ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων και, συνεπώς, χωρίς δραστική κλιμάκωση και μακροχρόνια δέσμευση - ένα ενδεχόμενο που παραμένει εκτός «κάδρου» για επιχειρησιακούς και πολιτικούς λόγους. Η διεύρυνση των στόχων σε ευαίσθητες υποδομές και τα ιρανικά πλήγματα σε τρίτες χώρες καθιστούν ορατό τον κίνδυνο μιας περιφερειακής διάχυσης με βαριές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία, εάν «αργήσει» η διπλωματία.
Την ίδια στιγμή, οι παράλληλες «τεκτονικές αλλαγές» στην αρχιτεκτονική ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο έχουν αναδείξει την Ελλάδα στον «ισχυρό παίκτη», κατά τον Αλέξανδρο Δεσποτόπουλο. Ακόμη και σε ένα υποθετικό σενάριο άμεσης υπέρβασης όλων των εμποδίων για την απόκτηση των F-35 από την Άγκυρα, ο χρόνος παράδοσης και ο μικρός αριθμός μαχητικών δεν θα αρκούσαν για να ανατρέψουν την αεροπορική υπεροχή της Ελλάδας που μόνο θα ενισχύεται, ενώ το τοπικό σύστημα ασφαλείας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ είναι ήδη ισχυρό και αποκτά ευρύτερο στρατηγικό βάρος, σημειώνει ο ίδιος.
Για τη σχέση Ελλάδας-Ισραήλ, ο κ. Δεσποτόπουλος επισημαίνει ότι εκτείνεται πέραν της τρέχουσας συγκυρίας και προσώπων, όπως και το σύστημα ασφάλειας Αθήνας, Λευκωσίας-Τελ Αβίβ, που εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συνεργασίας στην οικονομία, την άμυνα και την ενέργεια, το οποίο και θα πρέπει να εδραιωθεί περαιτέρω, όπως αναφέρει. Η σημερινή, σταθερή σύγκρουση στρατηγικών Ισραήλ και Τουρκίας για ζώνες επιρροής και ασφάλειας στη Μέση Ανατολή, ιδίως στο έδαφος της Συρίας, δεν «επιτρέπει» αποκατάσταση σχέσεων. Δεδομένου, όμως, ότι ουδείς μπορεί να αποκλείσει μια μελλοντική επιστροφή Τουρκίας και Ισραήλ στη στενή συνεργασία του παρελθόντος, ο κ. Δεσποτόπουλος τονίζει ότι Αθήνα και Λευκωσία πρέπει να κινηθούν ταχύτερα, οικοδομώντας με το Ισραήλ πολύ ισχυρότερους δεσμούς, με ζητούμενο μία στρατηγική σχέση που δεν θα βασίζεται στην ύπαρξη ενός κοινού εχθρού.
Ο Αλ. Δεσποτόπουλος αναφέρεται επίσης στο αναθεωρητικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», το casus belli και την αμφισβήτηση της κυριότητας ελληνικών νησιών που κλείνουν την πόρτα των ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενων εξοπλιστικών προγραμμάτων, μολονότι αποτελούν πηγή ανησυχίας οι διμερείς συμφωνίες της Άγκυρας με ευρωπαϊκά κράτη. Στην όλη γεωπολιτική εξίσωση επανέρχεται και το Κυπριακό, υπό το φως του πολέμου στη Μέση Ανατολή και της επιδίωξης της Τουρκίας να προσεγγίσει εκ νέου την Ευρώπη, με το βλέμμα της στο εγχείρημα της Άμυνας, κατά την ανάγνωση του κ. Δεσποτόπουλου.
Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης
Κύριε Δεσποτόπουλε, διανύουμε ίσως τις πιο επικίνδυνες ημέρες ενός πολέμου που ξεκίνησε με διαφορετική στόχευση και έχει πλέον καταλήξει αλλού; Πόσο ορατός είναι ο κίνδυνος να ξεφύγει η σύγκρουση για το Ορμούζ πέραν του σημείου της ελεγχόμενης κλιμάκωσης;
Η εύθραυστη συμφωνία του Ιουνίου, το περίφημο Μνημόνιο του Ισλαμαμπάντ, έχει καταρρεύσει και αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε εκ νέου σε έναν ανοιχτό πόλεμο. Σημειώνονται πλήγματα εκατέρωθεν, ο θάνατος των τριών Αμερικανών στρατιωτών στην Ιορδανία πυροδότησε ισχυρότερες αντιδράσεις εκ μέρους των ΗΠΑ, ενώ έχει επανέλθει ο αποκλεισμός των ιρανικών λιμένων και υπάρχει μεγάλη δυσκολία στην κίνηση της ναυτιλίας στα Στενά του Ορμούζ.
Το γιατί οδηγηθήκαμε εδώ μας δείχνει και γιατί ανησυχούμε για το μέλλον. Καταρχάς, βλέπουμε ότι υπάρχει απουσία εμπιστοσύνης και από τις δύο πλευρές. Από τη μία, οι Ηνωμένες Πολιτείες απαιτούν απόλυτη συνθηκολόγηση του Ιράν και διατηρούν τη στρατιωτική πίεση. Από την άλλη, το Ιράν, προκειμένου να εγκαταλείψει το πυρηνικό του πρόγραμμα και το μεγάλο στρατηγικό πλεονέκτημα που λέγεται κλειστά Στενά του Ορμούζ, ζητά άμεση και χειροπιαστή οικονομική ενίσχυση.
Υπάρχει διπλωματική φθορά και από τις δύο πλευρές. Αναπτύχθηκε μία επιθετική ρητορική, συνοδευόμενη από απειλές, που εξαγρίωσε και τις δύο πλευρές. Κατ’ επέκταση, βρισκόμαστε σε μια κατάσταση την οποία μπορούμε να χαρακτηρίσουμε επικίνδυνη.
Είναι πολύ δύσκολο για τις Ηνωμένες Πολιτείες να επιτύχουν μια αποφασιστική στρατιωτική νίκη εάν δεν αναπτύξουν χερσαίες δυνάμεις, εάν δηλαδή δεν κλιμακώσουν πολύ σημαντικά τον πόλεμο. Μία τέτοια επιλογή, για πολλούς λόγους, τόσο επιχειρησιακούς όσο και κυρίως πολιτικούς, δεν αποτελεί προτεραιότητα των ΗΠΑ. Στην Τεχεράνη, επομένως, θεωρούν ότι μπορούν να αντέξουν περισσότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες - ότι για την ώρα η αντίσταση είναι η μόνη επιλογή και ότι, εάν επιδείξουν οποιαδήποτε αυτοσυγκράτηση, θα δεχθούν μόνο μεγαλύτερη πίεση από τις ΗΠΑ, χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Θεωρούν δηλαδή ότι, με τα Στενά κλειστά και με την παγκόσμια οικονομία υπό πίεση, ο Ντόναλντ Τραμπ θα αναγκαστεί να κάνει πρώτος πίσω.
Μέσα σε αυτή τη μεγάλη ένταση, βλέπουμε τους Ιρανούς να επιχειρούν να εμπλέξουν και τρίτα κράτη. Χτυπούν και άλλες χώρες, είτε μιλάμε για την Ιορδανία είτε για το Κουβέιτ, ακόμη και για τη Συρία. Αυτό προκαλεί ανησυχία, διότι βλέπουμε να πλήττονται και υποδομές ενέργειας και μεταφορών, δηλαδή ευάλωτες υποδομές, η προσβολή των οποίων μπορεί να καταλήξει σε μεγάλη αύξηση των τιμών του πετρελαίου και, γενικότερα, σε μεγαλύτερη διατάραξη της παγκόσμιας οικονομίας.
Σας ανησυχεί, συνεπώς, το ενδεχόμενο μιας περιφερειακής διάχυσης της σύγκρουσης, η οποία δύσκολα θα μπορεί κατόπιν να ανασχεθεί. Βλέπουμε ήδη τη στόχευση να διευρύνεται πέραν των αμιγώς στρατιωτικών στόχων, αλλά και γεωγραφικά
Ναι, διότι, ενώ οι δύο πλευρές ήθελαν έναν οριοθετημένο πόλεμο, βλέπουμε πλέον ότι η κατάσταση ξεφεύγει, για να το πω πολύ απλά. Είδαμε τις Ηνωμένες Πολιτείες να πλήττουν γέφυρες, σήραγγες και άλλες υποδομές στο νότιο Ιράν. Βλέπουμε επίσης το Ιράν να προχωρεί σε αντίποινα ακόμη και στην Ιορδανία. Βεβαίως, στοχεύει αμερικανικές εγκαταστάσεις, αλλά χτυπά σε τρίτες χώρες.
Μας φοβίζει, συνεπώς, το ενδεχόμενο μιας μεγάλης επέκτασης της σύγκρουσης που θα πλήξει τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ και το Μπαχρέιν, δηλαδή την οικονομία ολόκληρης της ευρύτερης περιοχής.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν σκληρύνει και τη διπλωματική τους στάση. Μιλούν πλέον για μηδενικό εμπλουτισμό ουρανίου, ενώ ακούσαμε τον πρόεδρο Τραμπ -όσο αξιόπιστα μπορεί να θεωρούνται τα λόγια του- να ζητά άνευ όρων παράδοση. Έχουμε επιστρέψει, δηλαδή, εκεί όπου βρισκόμασταν, αλλά σε ακόμη χειρότερη κατάσταση, με το ζήτημα των Στενών του Ορμούζ να παραμένει ανοιχτό.
Επιχειρησιακά, παραμένει εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσουμε για οποιαδήποτε χερσαία επέμβαση, πέραν ίσως μιας πολύ περιορισμένης επιχείρησης σε κάποιο νησί στο Ορμούζ; Θα μπορούσε να υπάρξει μια τέτοια κίνηση σε Χαργκ ή Κεσμ;
Είναι πάρα πολύ δύσκολο για τις Ηνωμένες Πολιτείες να προχωρήσουν σε χερσαία επιχείρηση, διότι αυτό θα σήμαινε μακροχρόνια δέσμευση. Έχουν το κακό προηγούμενο του παρελθόντος με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το Αφγανιστάν, όπου ενεπλάκησαν επί πολλά χρόνια και δαπάνησαν πάρα πολλά χρήματα. Δεν νομίζω ότι θέλουν να φτάσουν ξανά σε αυτό το σημείο. Αυτό το αντιλαμβάνονται και οι Ιρανοί και γι’ αυτό αντιστέκονται. Βρισκόμαστε, δηλαδή, σε έναν πόλεμο φθοράς. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει απολύτως μια χερσαία επέμβαση, αλλά δεν νομίζω ότι αυτή τη στιγμή συζητείται σοβαρά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα επέφερε πολύ μεγάλη αναβάθμιση της κρίσης και θα παρέτεινε σημαντικά τον πόλεμο, κάτι που δεν θέλει ο πρόεδρος Τραμπ.
Όσο για μια επιχείρηση στα νησία Χαργκ ή Κεσμ, και αυτή θα ήταν πολύ δύσκολη. Πρώτα απ’ όλα, υπάρχει εκτεταμένη ναρκοθέτηση, ενώ τα νησιά βρίσκονται πολύ κοντά στις ιρανικές ακτές. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να ελέγξει κανείς τα δύο αυτά νησιά χωρίς να ελέγχει και τις ακτές του Ιράν.
Εδώ, θα μου επιτρέψετε να σημειώσω και κάτι παράδοξο. Στην περιοχή αυτή, το Ιράν έχει ασκήσει το δικαίωμά του να επεκτείνει τα χωρικά του ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια, χωρίς βεβαίως να εμποδίζεται η ναυσιπλοΐα. Η Τουρκία αναγνωρίζει εκεί το δικαίωμα ελεύθερης ναυσιπλοΐας, η οποία δεν εμποδίζεται από την παρουσία των Ιρανών. Την ίδια στιγμή, όμως, που θεωρεί η Τουρκία στενό πέρασμα το Αιγαίο, δεν αποδέχεται την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Αυτό είναι οξύμωρο, παράδοξο και αντιφατικό και προφανώς καταδεικνύει ότι η Τουρκία δεν βασίζεται στο Διεθνές Δίκαιο, αλλά στην α λα καρτ εξήγηση των πραγμάτων.
Καθώς αναφέρεστε στην Τουρκία, είναι ανοιχτή η συζήτηση για το εάν τελικά θα αποκτήσει τα F-35. Ας περάσουμε, όμως, από το «εάν» στο «και μετά»: Σε ένα υποθετικό σενάριο κατά το οποίο άμεσα υπερβαίνονται όλα τα εμπόδια, οι S-400 μεταφέρονται σε τρίτη χώρα με τη συγκατάθεση της Ρωσίας, κάμπτονται οι αντιδράσεις στο Κογκρέσο και εγκρίνεται η πώληση έστω έξι αεροσκαφών, τι θα σήμαινε αυτό για την Ελλάδα, την ισορροπία δυνάμεων και το Ισραήλ;
Το πρώτο που θα ήθελα να σας επισημάνω είναι ότι ο χρόνος σε αυτές τις περιπτώσεις έχει τεράστια σημασία. Ακόμη και αν υπάρξει σήμερα μία συμφωνία, η Τουρκία δεν πρόκειται να «δει» F-35 στο έδαφός της μέσα στην επόμενη πενταετία, για σειρά από όλων που σχετίζονται και με την παραγωγή. Ενδέχεται, δε, να απαιτηθεί ακόμη περισσότερος χρόνος.
Ας εξετάσουμε όμως αυτό το θετικό σενάριο για την Άγκυρα. Έξι F-35, και μάλιστα σε ορίζοντα πενταετίας, δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να ανατρέψουν τις ισορροπίες στον αέρα, οι οποίες έχουν διαμορφωθεί απολύτως υπέρ της χώρας μας και έως τότε θα έχουν διαμορφωθεί ακόμη ευνοϊκότερα. Η Ελλάδα θα έχει παραλάβει και αυτή F-35 - μάλιστα θα τα παραλάβει πρώτη, διότι τα έχει ήδη παραγγείλει και δεν αντιμετωπίζει τις «περιπέτειες» της Τουρκίας. Έχουμε ήδη παραλάβει τα Rafale και βρισκόμαστε στην τελική ευθεία για την ολοκλήρωση της αναβάθμισης των F-16 σε Viper. Επομένως, έξι F-35 προφανώς δεν είναι ικανά να αλλάξουν τις ισορροπίες.
Βλέποντας δε τη μεγάλη εικόνα στην Ανατολική Μεσόγειο, διαπιστώνουμε ότι συντελούνται τεκτονικές αλλαγές στην αρχιτεκτονική ασφαλείας. Εκτιμώ ότι πολλές φορές εγκλωβιζόμαστε στο εάν η Τουρκία θα αποκτήσει κάποιο πυραυλικό σύστημα ή κάποιο αεροσκάφος -κάτι που ασφαλώς έχει τη σημασία του-, αλλά κοιτώντας τη μεγάλη εικόνα βλέπουμε ότι έχει πλέον δημιουργηθεί ένα ισχυρό τοπικό σύστημα ασφαλείας μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Λίγα αεροσκάφη δεν αρκούν για να μεταβάλουν αυτό το τοπικό σύστημα ασφαλείας.
Θέλω να πω ότι η γεωστρατηγική της Ανατολικής Μεσογείου, όπως έχει διαμορφωθεί, έχει αναδείξει την Ελλάδα στον ισχυρό παίκτη. Είχαμε δύο κινήσεις σε αυτό το πλαίσιο: η Ελλάδα έστειλε οπλικά συστήματα στην Κάρπαθο και αεροσκάφη στην Κύπρο, ενώ ανέπτυξε επίσης πυραυλικά συστήματα στη Βόρεια Ελλάδα για την προστασία της Βουλγαρίας. Ήταν κινήσεις τις οποίες ανέμενε η Δύση.
Η Τουρκία επιχείρησε να δημιουργήσει τα δύο περίφημα στρατηγεία του ΝΑΤΟ στην ευρύτερη περιοχή, εντός της τουρκικής επικράτειας, με το ένα εξ αυτών να έχει ως αποστολή τον έλεγχο της Μεσογείου. Το θέμα δεν εισήχθη καν προς συζήτηση στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα έχει εδραιωθεί τόσο δυναμικά, ώστε έχει κατοχυρώσει τη στρατηγική της σημασία ως πυλώνας σταθερότητας στην περιοχή. Είναι η χώρα προς την οποία στρέφονται οι δυτικοί σύμμαχοι για την ανάσχεση του κινδύνου αποσταθεροποίησης στην περιοχή.
Την ίδια στιγμή, πάντως, διαπιστώνεται μεταξύ πολλών Ευρωπαίων συμμάχων διάθεση να ενταχθεί η Τουρκία στα ευρωπαϊκά εξοπλιστικά προγράμματα
Η Τουρκία δεν πρόκειται να ενταχθεί σε προγράμματα που χρηματοδοτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο παραμένουν το casus belli και η αμφισβήτηση της κυριότητας ελληνικών νησιών. Η ελληνική κυβέρνηση το έχει θέσει απολύτως. Έχει γίνει κατανοητό τόσο από τους Ευρωπαίους εταίρους μας όσο και από την Τουρκία.
Θεσμοθετημένα. Όμως μεταξύ συνεργασιών των τουρκικών εταιρειών με ευρωπαϊκές;
Έχουν εισαχθεί αρκετές δικλίδες ασφαλείας και βλέπουμε ότι, τελικά, εν τοις πράγμασι όσον αφορά το πρόγραμμα SAFE δεν έχει καταφέρει η Τουρκία να εξασφαλίσει τη συμμετοχή κάποιας εταιρείας της.
Τι έχουμε πει εμείς; Ότι, όταν υπάρχει ευρωπαϊκή εταιρεία, το 70% θα πρέπει ούτως ή άλλως να αντιστοιχεί σε ευρωπαϊκή συμμετοχή, ενώ τα δικαιώματα επί της τεχνογνωσίας θα πρέπει να περνούν στην ευρωπαϊκή εταιρεία. Καμία ξένη εταιρεία -μια τουρκική, για παράδειγμα- δεν πρόκειται να συνεργαστεί με μια ιταλική και να της παραδώσει πλήρως και απολύτως την τεχνογνωσία της προκειμένου να ενταχθεί σε ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Και εν τοιαύτη περιπτώσει, εάν το κάνει, θα έχει παραδώσει τα πάντα στην ευρωπαϊκή εταιρεία.
Αυτή είναι μία από τις πολλές δικλίδες ασφαλείας. Γι’ αυτό ακριβώς πιέζει η Τουρκία. Για να το θέσουμε πολύ απλά, αν μπορούσε η Τουρκία να κάνει τη «δουλειά» της μέσω ευρωπαϊκών εταιρειών, δεν θα πίεζε τόσο πολύ για να αρθούν οι επιφυλάξεις. Ούτε θα υποστήριζε ότι «το casus belli δεν είναι σημαντικό» και ότι «ο τουρκικός λαός δεν το γνωρίζει», ούτε θα υπήρχαν όλη αυτή η πίεση και ο εκνευρισμός.
Αυτό που μας ανησυχεί είναι οι διμερείς συνεργασίες της Τουρκίας, όχι τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, έναντι των οποίων έχουμε διατυπώσει μια πολύ σκληρή θέση, η οποία είναι και κατανοητή. Θεωρώ όμως ότι θα πρέπει επίσης ως χώρα να αναβαθμίσουμε και τη δική μας αμυντική βιομηχανία, ώστε να μπορούμε και εμείς να βρισκόμαστε στην πρώτη γραμμή των συμπράξεων και των συμπαραγωγών και να μην εμφανιζόμαστε απλώς ως οι «γκρινιάρηδες» της περιοχής.
Θα ήθελα ένα σχόλιό σας για τη στάση του Ισραήλ στην παρούσα συγκυρία, τόσο σε συνάρτηση με την εξέλιξη του πολέμου όσο και ως προς το ενδεχόμενο απόκτησης F-35 από την Τουρκία, αλλά και σχετικά με το βάθος της συνεργασίας Αθήνας-Τελ Αβίβ
Είναι λογικό το Ισραήλ να βρίσκεται σε κατάσταση ύψιστου συναγερμού λόγω των συνθηκών. Φαίνεται ότι τις τελευταίες ημέρες προσπαθεί να αποφύγει ενέργειες που θα μπορούσαν να σύρουν την περιοχή σε έναν πλήρως ανεξέλεγκτο περιφερειακό πόλεμο.
Όσον αφορά τη σχέση της Ελλάδας με το Ισραήλ, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι εκτείνεται πέραν της τρέχουσας συγκυρίας. Σήμερα πρωθυπουργός είναι ο κ. Νετανιάχου, αύριο μπορεί να είναι κάποιος άλλος. Σήμερα το Ισραήλ βρίσκεται σε μία αναστάτωση λόγω του Λιβάνου, της Χεζμπολάχ και του Ιράν. Αύριο μπορεί να μην αντιμετωπίζει την ίδια αναστάτωση -ή τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό- και να ασχοληθεί περισσότερο με τα ενεργειακά σχέση.
Εμείς θα πρέπει να επιδεικνύουμε υπομονή και επιμονή, διότι αυτό το τοπικό σύστημα ασφάλειας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, το οποίο εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συνεργασίας στους τομείς της οικονομίας, της άμυνας και της ενέργειας, υπερβαίνει τόσο την τρέχουσα συγκυρία όσο και τα πρόσωπα.
Και για να το θέσω όχι μόνο με όρους Ισραήλ, αλλά και με όρους Ελλάδας: Προφανώς, σε κάποια χρόνια από σήμερα, είτε συντομότερα είτε αργότερα, η Ελλάδα θα έχει κάποιον άλλον πρωθυπουργό. Το Ισραήλ θα έχει επίσης άλλον πρωθυπουργό και άλλον πρόεδρο. Οι σχέσεις που οικοδομούμε, όμως, υπερβαίνουν τα πρόσωπα και την τρέχουσα συγκυρία.
Ακριβώς επειδή αναφέρεστε στα πρόσωπα, από την πλευρά της Τουρκίας προβάλλεται (και) η ανάγνωση ότι η αντιπαράθεση δεν αφορά το Ισραήλ συνολικά, αλλά τον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Θα μπορούσε μια αλλαγή ηγεσίας να μεταβάλει το πλαίσιο των διμερών σχέσεων, κοιτώντας και στο προηγούμενο του «Mavi Marmara» και την επαναπροσέγγιση που ακολούθησε;
Αυτή τη στιγμή υπάρχουν δύο σταθερές πολιτικές της Τουρκίας και του Ισραήλ, οι οποίες συγκρούονται, ιδιαίτερα στη Συρία, και αφορούν ζώνες επιρροής και, κυρίως, ζώνες ασφαλείας. Όσο διατηρείται αυτή η αντιπαλότητα ως προς τις ζώνες ασφάλειας, κυρίως στη Συρία αλλά και στην ευρύτερη περιοχή, οι σχέσεις των δύο χωρών δεν θα αποκαθίστανται. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να αποκλείσει ότι στο μέλλον η Τουρκία και το Ισραήλ θα επιστρέψουν στην πολύ στενή συνεργασία που διατηρούσαν έως το σχετικά πρόσφατο παρελθόν.
Γι’ αυτό και εμείς θα πρέπει να κινηθούμε με μεγαλύτερη ταχύτητα. Τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος οφείλουν να οικοδομήσουν πολύ ισχυρές σχέσεις με το Ισραήλ, εντατικοποιώντας τις προσπάθειες σε κάθε πεδίο που μας αφορά: είτε πρόκειται για αμυντικά σχέδια είτε για ενεργειακές διασυνδέσεις, καλώδιο ηλεκτρικής ενέργειας και αγωγοί, είτε για αμυντικές συμπαραγωγές. Στόχος πρέπει να είναι η οικοδόμηση μιας σχέσης που δεν θα βασίζεται στην ύπαρξη ενός κοινού εχθρού, διότι αυτός ο κοινός εχθρός μπορεί αύριο να μην υπάρχει για το Ισραήλ. Για εμάς, δυστυχώς, όπως φαίνεται, θα εξακολουθήσει να υπάρχει για δεκαετίες ακόμα, όπως και στο παρελθόν.
Οι ισχυρές αυτές σχέσεις μπορούν να θωρακίσουν τη συνεργασία μας και το τοπικό σύστημα ασφάλειας. Διαφορετικά, αυτό το σύστημα δυστυχώς θα καταρρεύσει.
Αναφερθήκατε στη Συρία. Πώς εντάσσεται στους ευρύτερους σχεδιασμούς της Άγκυρας η πρόσφατη επίσκεψη μονάδων του τουρκικού Στόλου στο λιμάνι της Λαττάκειας;
Καταρχάς, η τουρκική ναυτική παρουσία στην περιοχή είναι σταθερή, δεν αποτελεί κάτι καινούριο. Ως προς τους στόχους της Άγκυρας, εκείνο που την ενδιαφέρει πρωτίστως είναι να αποτρέψει την κουρδική επιρροή στη Συρία και να παρακολουθεί τη ρωσική παρουσία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ρωσία διαθέτει σημαντική ναυτική βάση στην Ταρτούς και την αεροπορική βάση Χμεϊμίμ. Πρόκειται για τη μοναδική ρωσική στρατιωτική παρουσία στη Μεσόγειο. Παράλληλα, η ευρύτερη λεκάνη της Λεβαντίνης διαθέτει σημαντικά αποθέματα φυσικού αερίου, στα οποία η Τουρκία θέλει να έχει λόγο και μερίδιο.
Και βέβαια, το σημαντικότερο: η Τουρκία προωθεί ενεργά το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», διεκδικώντας εκτεταμένα κυριαρχικά δικαιώματα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η συριακή ακτή εντάσσεται σε αυτόν τον ευρύτερο σχεδιασμό ελέγχου της περιοχής.
Είναι γνωστό ότι η Τουρκία πιέζει για την οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης με τη Συρία, σε ένα πλαίσιο αντίστοιχο με εκείνο του τουρκολιβυκού μνημονίου. Αυτό δεν έχει συμβεί μέχρι στιγμής και είναι δύσκολο να συμβεί, διότι υπάρχει το ζήτημα της Αλεξανδρέττας. Οι Σύροι θεωρούν ότι η περιοχή είναι συριακή και τελεί υπό τουρκική κατοχή. Εάν, επομένως, προχωρήσουν σε οριοθέτηση με την Τουρκία, θα είναι σαν να αναγνωρίζουν την τουρκική κυριαρχία επί της περιοχής.
Σε κάθε περίπτωση, η παρουσία του τουρκικού στόλου στις ακτές της Συρίας είναι μια συνεχής πηγή έντασης, η οποία συνδέεται με τις ευρύτερες γεωπολιτικές δυναμικές στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στο «κάδρο» των ευρύτερων γεωπολιτικών δυναμικών στην Ανατολική Μεσόγειο δείχνει να εντάσσεται και η νέα αυτή πρωτοβουλία του ΟΗΕ για το Κυπριακό. Γιατί τώρα;
Υπάρχουν δύο παράγοντες που επανέφεραν τη συζήτηση για το Κυπριακό και κινητοποίησαν εκ νέου τις προσπάθειες επίλυσής του. Ο πρώτος είναι οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος στην περιοχή οδήγησε τον διεθνή παράγοντα στη συνειδητοποίηση ότι η Κύπρος αποτελεί το τελευταίο άκρο ειρήνης, χωρίς βεβαίως να μπορούμε να ξεχνάμε ότι παραμένει και μια χώρα υπό κατοχή.
Στη Δύση έγινε αντιληπτό ότι, για να μπορέσει να προασπιστεί η ευρύτερη περιοχή, η Κύπρος δεν μπορεί να παραμένει σε αυτό το καθεστώς, όπου η Ελλάδα και η Τουρκία βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση.
Ο δεύτερος παράγοντας αφορά την ανάγκη της Τουρκίας να προσεγγίσει εκ νέου την Ευρώπη διότι βλέπει ότι η Ευρώπη αρχίζει να ενισχύει την άμυνά της και προχωρεί σε παραγωγές και συμπαραγωγές. Η Τουρκία θέλει να είναι παρούσα σε αυτή την επένδυση των δισεκατομμυρίων. Κατανοεί, όμως, ότι δεν μπορεί να εξομαλύνει τη σχέση της με την Ευρώπη εάν δεν διευθετηθεί το Κυπριακό. Διότι, για παράδειγμα, θα ζητά τη συμμετοχή της σε ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα και η Κύπρος θα απαντά με βέτο.
Η συζήτησή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία διότι η 20ή Ιουλίου είναι η επέτειος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και, 52 χρόνια μετά, μένει να ελπίζουμε ότι κάτι μπορεί να αλλάξει, αν και προσωπικά θεωρώ ότι το Κυπριακό παραμένει μια πολύ δύσκολη εξίσωση για τη διπλωματία του Ελληνισμού, λόγω της σκληρής στάσης της Τουρκίας.
