Η υπόθεση είναι απλή. Όταν μια ομάδα αποφασίζει να κάνει «περιπολία» σε εμπορικούς δρόμους της Θεσσαλονίκης, με πρόσχημα την Παλαιστίνη, τον αντισιωνισμό ή τις ισραηλινές επενδύσεις, δεν κάνει πολιτική. Υποκαθιστά το κράτος. Και όταν ιδιώτες υποκαθιστούν το κράτος στον δρόμο, δεν έχουμε ακτιβισμό. Έχουμε εκφοβισμό. Σύμφωνα με τα σχετικά δημοσιεύματα, η δράση της 27ης Ιουνίου χαρακτηρίστηκε από τους ίδιους τους συμμετέχοντες ως «αντισιωνιστική περιπολία» στην περιοχή της Πλατείας Μαβίλη, με συμμετοχή συλλογικοτήτων και του Ρουβίκωνα.
Το πρώτο ψέμα που πρέπει να καταρρεύσει είναι η λέξη «αντισιωνιστική». Στην πράξη, τέτοιες κινήσεις δεν χτυπούν κυβερνήσεις, στρατούς ή αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής. Στήνουν σκηνικό φόβου σε γειτονιές, επιχειρήσεις και πολίτες. Ο έμπορος, ο περαστικός, ο ιδιοκτήτης ακινήτου, ο επενδυτής, ο άνθρωπος που απλώς ζει και εργάζεται εκεί, μετατρέπονται σε ύποπτους επειδή κάποιοι αυτοδιορισμένοι τιμητές της Ιστορίας αποφάσισαν ότι κατέχουν το ηθικό μονοπώλιο.
Το δεύτερο ψέμα είναι ότι αυτό αποτελεί «αντίσταση». Αντίσταση σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία σημαίνει λόγος, συγκέντρωση, αρθρογραφία, διαδήλωση, ψήφος, δικαστική προσφυγή. Δεν σημαίνει νυχτερινή παρουσία οργανωμένων ομάδων που «ελέγχουν» συμβολικά δρόμους και γειτονιές. Η ελευθερία της έκφρασης προστατεύει ακόμη και τις πιο ενοχλητικές απόψεις. Δεν προστατεύει όμως την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας τάξης.
Το τρίτο ψέμα είναι ότι η αγορά ακινήτων, οι επενδύσεις και το εμπόριο αποτελούν πεδίο ιδεολογικής αστυνόμευσης. Σε μια ελεύθερη κοινωνία, ο ξένος επενδυτής δεν ζητά άδεια από τον κάθε Ρουβίκωνα για να αγοράσει, να νοικιάσει ή να επιχειρήσει. Ζητά άδεια από τον νόμο. Αν υπάρχουν παρανομίες, υπάρχει πολεοδομία, εφορία, δικαιοσύνη. Αν υπάρχουν πολιτικές διαφωνίες, υπάρχει Βουλή. Όποιος παρακάμπτει αυτά τα θεσμικά κανάλια δεν υπερασπίζεται τον αδύναμο. Δηλώνει ότι θέλει εξουσία χωρίς λογοδοσία.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ευθύνη του κράτους. Η Δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν το κράτος γίνεται αυταρχικό. Απειλείται και όταν το κράτος κάνει πως δεν βλέπει όσους παριστάνουν το κράτος. Η ανοχή σε τέτοιες «περιπολίες» δεν είναι προοδευτική ευαισθησία. Είναι θεσμική δειλία. Και η δειλία αυτή πληρώνεται πάντα από τους ίδιους: τους φιλήσυχους πολίτες, τους μικρομεσαίους, όσους δεν έχουν ομάδες, κράνη, συνθήματα και πολιτικές προσβάσεις.
Η Θεσσαλονίκη δεν χρειάζεται επαναστατικά αποσπάσματα. Χρειάζεται ασφάλεια, επενδύσεις, δουλειές, τουρισμό, κανόνες και κράτος δικαίου. Χρειάζεται μια πόλη όπου ο καθένας μπορεί να κυκλοφορεί χωρίς να αναρωτιέται ποια συλλογικότητα αποφάσισε ότι σήμερα είναι ανεπιθύμητος.
Η πολιτική διαφωνία με το Ισραήλ, την κυβέρνηση Νετανιάχου ή οποιαδήποτε διεθνή συμμαχία είναι απολύτως θεμιτή. Η μετατροπή της σε «περιπολία» μέσα σε ελληνική πόλη είναι πολιτική αλητεία. Και ο φιλελεύθερος κόσμος οφείλει να το πει καθαρά: κανένα ιδεολογικό λάβαρο δεν δίνει σε κανέναν δικαίωμα να κάνει κουμάντο στον δρόμο.
