Η απαγόρευση εισόδου στη Βρετανία του Πολωνού ευρωβουλευτή Dominik Tarczyński, ώστε να μη μιλήσει στο CPAC Great Britain, δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη υπερβολή της κυβέρνησης Starmer. Αποτελεί σύμπτωμα μιας πολιτικής κουλτούρας που έμαθε να αποκαλεί την ελευθερία λόγου κίνδυνο, την πολιτική διαφωνία απειλή και τη λογοκρισία προστασία της δημοκρατίας.
Η βρετανική κυβέρνηση επικαλείται το δημόσιο συμφέρον. Ωραία φράση. Ελαστική, βολική, πανίσχυρη. Χωράει τα πάντα και τελικά καταπίνει τα πάντα. Όταν το κράτος μπορεί να αποφασίζει ότι ένας εκλεγμένος ευρωβουλευτής δεν πρέπει να μπει στη χώρα επειδή οι απόψεις του θεωρούνται αποκρουστικές, τότε δεν μιλάμε πια για δημόσια τάξη. Μιλάμε για κρατική επιμέλεια της δημόσιας συζήτησης.
Ας μη γελιόμαστε. Ο Tarczyński δεν χρειάζεται να μας αρέσει. Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε μαζί του ούτε κατά μισό χιλιοστό. Η ελευθερία του λόγου δεν εφευρέθηκε για τους συμπαθείς, τους μετριοπαθείς και τους καλοχτενισμένους συνομιλητές των τηλεοπτικών πάνελ. Εφευρέθηκε ακριβώς για όσους ενοχλούν. Για όσους προκαλούν. Για όσους η εξουσία και η κοινωνική ορθοδοξία θα προτιμούσαν να μη μιλούν.
Εδώ αποκαλύπτεται και η αριστερή υποκρισία. Όταν κάτι αντίστοιχο συνέβη στον Cenk Uygur, τον Αμερικανό αριστερό σχολιαστή, αρκετοί θυμήθηκαν αμέσως την ανεκτικότητα, τον πλουραλισμό και τον κίνδυνο του αυταρχισμού. Και σωστά το έκαναν. Η απαγόρευση εισόδου του ήταν λάθος. Μόνο που ο ίδιος, αντί να μείνει στην υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου, κατέφυγε στο γνώριμο μοτίβο ότι πίσω από την απόφαση βρίσκεται το Ισραήλ και η δύναμη των Εβραίων ή των φιλοϊσραηλινών οργανώσεων πάνω στις δυτικές κυβερνήσεις. Αυτό δεν κάνει σωστή την απαγόρευση. Δείχνει όμως το βάθος του αντισημιτισμού του.
Η φιλελεύθερη θέση δεν χρειάζεται να κρυφτεί πίσω από ωραιοποιήσεις. Μπορούμε ταυτόχρονα να πούμε ότι ο Uygur εκστόμισε έναν αποκρουστικό ισχυρισμό και ότι το βρετανικό κράτος δεν έχει δουλειά να του απαγορεύει την είσοδο για να τον προστατεύσει από τη δημόσια αντίκρουση. Οι κακές ιδέες δεν νικιούνται με συνοριακούς υπαλλήλους. Νικιούνται με καλύτερες ιδέες, με επιχειρήματα, με σκληρή κριτική και με το φως της δημόσιας έκθεσης.
Αυτό ακριβώς δεν ανέχεται πια η νέα προοδευτική θεολογία της Δύσης. Δεν θέλει ελεύθερους πολίτες που σκέφτονται, κρίνουν και απορρίπτουν. Θέλει διοικητές περιεχομένου. Θέλει υπουργούς, αστυνομικούς και γραφειοκράτες που θα καθαρίζουν τον δημόσιο χώρο από τις κακές ιδέες πριν αυτές ακουστούν. Μόνο που όταν το κράτος φοβάται έναν ομιλητή, δεν προστατεύει τη δημοκρατία. Ομολογεί ότι δεν εμπιστεύεται τους πολίτες της.
Η στήλη έχει ασχοληθεί ξανά με τη φθορά της ελευθερίας του λόγου στη Βρετανία. Αυτό που κάποτε υπήρξε κοιτίδα κοινοβουλευτισμού και φιλελεύθερης ανεκτικότητας θυμίζει όλο και περισσότερο χώρα όπου ο πολίτης πρέπει πρώτα να αναρωτηθεί αν η άποψή του χωράει στα όρια της κρατικής ευπρέπειας.
Οι φιλελεύθεροι δεν έχουν την πολυτέλεια της φυλετικής υποκρισίας. Υπερασπίζονται τον λόγο και των αντιπάλων τους. Ειδάλλως δεν υπερασπίζονται την ελευθερία. Απλώς ζητούν να κρατούν εκείνοι το ψαλίδι.
