ΕΛ.Α.Σ.: Το χρονοντούλαπο της ιστορίας ζητά πίσω τις ιδέες του

Περιμέναμε από το νέο κόμμα Τσίπρα κάποια φρεσκάδα. Έστω μια κακόγουστη αντιγραφή της Οκάσιο Κορτέζ και του Μαμντάνι, μια εισαγωγή της αμερικανικής σοσιαλιστικής πόζας με καλύτερο TikTok και χειρότερο περιεχόμενο. Τελικά ούτε αυτό. Ακούσαμε πάλι για πισίνες, κότερα, μεγάλα αυτοκίνητα, μερίσματα και «υπερπλούτο». Το χρονοντούλαπο της ιστορίας ζητά πίσω τις ιδέες του.

Σύμφωνα με όσα διαβάσαμε, στελέχη της Ελληνικής Αριστεράς προτείνουν φορολόγηση της «υπερπολυτελούς διαβίωσης», με στόχο διαμερίσματα με πισίνες, γρήγορα κότερα και ακριβά αυτοκίνητα. Υπόσχονται μάλιστα ότι από τέτοια μέτρα μπορούν να βρεθούν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Η συνταγή είναι γνώριμη. Βρίσκεις ένα σύμβολο πλούτου, το φορτώνεις με ηθική αγανάκτηση, του κολλάς έναν φόρο και μετά βαφτίζεις το αποτέλεσμα κοινωνική δικαιοσύνη.

Το πρόβλημα είναι ότι η οικονομία δεν λειτουργεί σαν αφίσα προεκλογικής συγκέντρωσης. Οι άνθρωποι αντιδρούν στα κίνητρα. Αυτό δεν είναι νεοφιλελεύθερο δόγμα. Είναι μάθημα μικροοικονομίας που πλέον το μαθαίνουν λυκειόπαιδα δωρεάν από πηγές όπως το Marginal Revolution University. Στο μάθημα για τα φορολογικά έσοδα και την απώλεια ευημερίας παρουσιάζεται ένα εξαιρετικό case study, ο αμερικανικός φόρος στα γιοτ.

Το 1990, με τον νόμο Omnibus Budget Reconciliation Act, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν ομοσπονδιακό φόρο πολυτελείας 10% στη λιανική πώληση αγαθών πολυτελείας. Στην περίπτωση των σκαφών αναψυχής, ο φόρος αφορούσε όσα κόστιζαν πάνω από 100.000 δολάρια. Η πολιτική φαινόταν εύκολη. Ποιος, άλλωστε, θα λυπηθεί τον αγοραστή ενός γιοτ; Το κράτος περίμενε έσοδα 31 εκατομμυρίων δολαρίων. Η πραγματικότητα, όμως, γέλασε με τους σχεδιαστές της.

Τα φορολογικά έσοδα από τα γιοτ έφτασαν μόλις τα 16,6 εκατομμύρια δολάρια. Οι πωλήσεις γιοτ έπεσαν κατά 52,7%. Η βιομηχανία έχασε καθαρά 7.000 θέσεις εργασίας. Και το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πλήρωσε περισσότερα σε επιδόματα ανεργίας προς τους εργαζόμενους που έχασαν τη δουλειά τους από όσα εισέπραξε από τον φόρο πολυτελείας. Με άλλα λόγια, ο φόρος δεν τιμώρησε τους πλούσιους. Τιμώρησε εργάτες, τεχνίτες, ναυπηγεία, προμηθευτές και οικογένειες που ζούσαν από μια κανονική παραγωγική αλυσίδα. Οι πλούσιοι είτε ανέβαλαν τις αγορές τους, είτε τις πήγαν σε άλλες χώρες με καλύτερη φορολογική αντιμετώπιση, είτε αγόρασαν μεταχειρισμένο αντί για καινούργιο γιοτ.

Αυτό ακριβώς δεν καταλαβαίνει ο φορολογικός λαϊκισμός. Ένα κότερο φεύγει. Ένα κεφάλαιο φεύγει. Ένας επενδυτής φεύγει. Ένα μέρισμα μετακινείται. Αυτός που δεν φεύγει εύκολα είναι ο εργαζόμενος που μένει χωρίς δουλειά, ο μικρός επαγγελματίας που χάνει πελάτες, ο τεχνικός που βλέπει το αντικείμενό του να συρρικνώνεται. Η Αριστερά βλέπει τον πλούσιο στο κατάστρωμα. Δεν βλέπει τους ανθρώπους που έφτιαξαν, συντήρησαν, ασφάλισαν, φύλαξαν και τροφοδότησαν το σκάφος.

Η σοβαρή φορολογική πολιτική δεν γίνεται να ξεκινά από φθόνο. Ξεκινά από κίνητρα, απλότητα, σταθερότητα και χαμηλούς συντελεστές σε πλατιά βάση. Δεν κυνηγά σύμβολα για να τα κρεμάσει στην πλατεία. Δεν υπόσχεται λεφτόδεντρα επειδή κάποιος είδε μια πισίνα στη Βούλα ή ένα σκάφος στη μαρίνα.

Το νέο κόμμα Τσίπρα παρουσιάζεται ως νέα αρχή. Μέχρι στιγμής θυμίζει παλιό φυλλάδιο της μεταπολίτευσης, ξεχασμένο σε υπόγειο κομματικής οργάνωσης. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλον έναν φόρο πάνω στην επιτυχία. Χρειάζεται πολιτικούς που έχουν ανοίξει έστω ένα δωρεάν μάθημα οικονομικών πριν ανοίξουν το στόμα τους.