Η βιομηχανική πολιτική επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδοτούν την παραγωγή ημιαγωγών, η Ευρωπαϊκή Ένωση μιλά για στρατηγική αυτονομία, η Κίνα συνεχίζει να κατευθύνει τεράστιους πόρους σε τομείς που θεωρεί κρίσιμους, ενώ σχεδόν κάθε κυβέρνηση αναζητεί τρόπους να προστατεύσει την εγχώρια παραγωγή, την τεχνολογία και τις αλυσίδες εφοδιασμού της. Η συζήτηση, επομένως, δεν είναι πια αν θα υπάρξει βιομηχανική πολιτική, αλλά ποια μορφή θα πάρει και πόσο χώρο θα αφήσει στην οικονομική ελευθερία.
Η βασική ένταση είναι προφανής. Η οικονομική ελευθερία στηρίζεται στην αποκεντρωμένη λήψη αποφάσεων: επιχειρηματίες, επενδυτές και καταναλωτές αποφασίζουν πού θα κατευθυνθούν οι πόροι, ποια προϊόντα θα παραχθούν και ποιες τεχνολογίες θα επικρατήσουν. Η βιομηχανική πολιτική, αντιθέτως, ξεκινά από την παραδοχή ότι το κράτος μπορεί και πρέπει να επηρεάσει τη διάρθρωση της οικονομίας, ενισχύοντας συγκεκριμένους κλάδους, τεχνολογίες ή επιχειρήσεις.
Το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της είναι ότι οι αγορές δεν αποτιμούν πάντοτε σωστά τη μακροπρόθεσμη κοινωνική αξία μιας επένδυσης. Η έρευνα και η καινοτομία δημιουργούν οφέλη που διαχέονται πέρα από την επιχείρηση που τις χρηματοδοτεί. Η ενεργειακή ασφάλεια, η αμυντική ικανότητα και η ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων έχουν αξία που δεν αποτυπώνεται πλήρως στις τιμές. Επιπλέον, νέοι κλάδοι μπορεί να χρειάζονται υποδομές, ανθρώπινο κεφάλαιο και ένα ολόκληρο δίκτυο προμηθευτών πριν γίνουν ανταγωνιστικοί.
Αυτά είναι πραγματικά προβλήματα. Δεν αποδεικνύουν, όμως, ότι οι κυβερνήσεις γνωρίζουν ποια τεχνολογία θα επικρατήσει, ποια επιχείρηση αξίζει στήριξη ή ποιο είναι το σωστό ύψος της επιδότησης. Το κράτος δεν λειτουργεί έξω από την οικονομία και την πολιτική. Οι αποφάσεις του επηρεάζονται από ισχυρές επιχειρήσεις, συνδικαλιστικά συμφέροντα, εκλογικές περιφέρειες και γραφειοκρατικούς μηχανισμούς που έχουν κάθε λόγο να παρατείνουν ένα πρόγραμμα ακόμη και όταν αποτυγχάνει.
Εδώ βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Η βιομηχανική πολιτική μπορεί εύκολα να μετατραπεί από εργαλείο ανάπτυξης σε μηχανισμό προστασίας των ήδη ισχυρών. Οι επιδοτήσεις κοινωνικοποιούν το κόστος και ιδιωτικοποιούν το όφελος. Οι δασμοί προστατεύουν τον παραγωγό, αλλά επιβαρύνουν τον καταναλωτή και τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν ακριβότερες εισροές. Η κρατική εύνοια περιορίζει τον ανταγωνισμό, καθώς οι νέοι παίκτες δεν ανταγωνίζονται μόνο τις καθιερωμένες επιχειρήσεις, αλλά και το πολιτικό τους δίκτυο.
Η ρεαλιστική φιλελεύθερη απάντηση δεν είναι να αρνηθεί κάθε κρατικό ρόλο. Είναι να απαιτήσει αυστηρά όρια. Η παρέμβαση πρέπει να αφορά σαφώς προσδιορισμένα προβλήματα, να είναι διαφανής, προσωρινή και τεχνολογικά ουδέτερη. Οι ενισχύσεις πρέπει να συνοδεύονται από μετρήσιμους στόχους, ρήτρες λήξης και πραγματική δυνατότητα διακοπής. Το κράτος οφείλει να επενδύει κυρίως σε δημόσια αγαθά: υποδομές, εκπαίδευση, βασική έρευνα, ταχύτερη δικαιοσύνη, σταθερό φορολογικό πλαίσιο και αποτελεσματική διοίκηση.
Η οικονομική ελευθερία δεν σημαίνει αδιαφορία για την παραγωγική βάση μιας χώρας. Σημαίνει, όμως, δυσπιστία απέναντι στην ιδέα ότι η οικονομική πρόοδος μπορεί να σχεδιαστεί από υπουργικά γραφεία. Μια χώρα χρειάζεται στρατηγική, αλλά όχι κρατικό μικρομάνατζμεντ. Χρειάζεται ανθεκτικότητα, αλλά όχι μόνιμο προστατευτισμό. Χρειάζεται επενδύσεις, αλλά όχι οικονομία πολιτικών διασυνδέσεων.
Η καλή βιομηχανική πολιτική δεν αντικαθιστά την αγορά. Στην καλύτερη περίπτωση ίσως διορθώνει συγκεκριμένες αδυναμίες της και στη συνέχεια υποχωρεί. Όταν το κράτος φιλοδοξεί να γίνει ο κεντρικός επιχειρηματίας, η βιομηχανική πολιτική παύει να υπηρετεί την ανάπτυξη και αρχίζει να απειλεί την ίδια την οικονομική (και όχι μόνο) ελευθερία που δημιουργεί την καινοτομία.
