Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ βάζει φρένο στη φυλετική μηχανική

Η πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ στην υπόθεση Louisiana v. Callais προκάλεσε την αναμενόμενη υστερία στα περισσότερα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης. Η ετυμηγορία παρουσιάστηκε περίπου ως «τέλος της δημοκρατίας», «κατεδάφιση των δικαιωμάτων ψήφου» και επιστροφή σε μια σκοτεινή εποχή φυλετικού αποκλεισμού. Στην πραγματικότητα, όμως, το Δικαστήριο έκανε κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο φιλελεύθερο: είπε ότι το κράτος δεν μπορεί να ταξινομεί τους πολίτες με βάση τη φυλή τους όταν χαράζει εκλογικές περιφέρειες.

Η υπόθεση αφορούσε τη Λουιζιάνα. Μετά την απογραφή, η πολιτεία είχε χαράξει νέο εκλογικό χάρτη. Ένα ομοσπονδιακό δικαστήριο έκρινε ότι ο χάρτης πιθανόν παραβίαζε τον νόμο περί δικαιωμάτων ψήφου, επειδή δεν περιλάμβανε δεύτερη περιφέρεια με πλειοψηφία μαύρων ψηφοφόρων. Η πολιτεία, για να συμμορφωθεί, δημιούργησε μια τέτοια περιφέρεια. Όμως αυτή η νέα περιφέρεια προσβλήθηκε ως αντισυνταγματική φυλετική χειραγώγηση εκλογικών ορίων. Η πλειοψηφία του Ανώτατου Δικαστηρίου συμφώνησε: η συμμόρφωση με τον νόμο περί δικαιωμάτων ψήφου δεν δικαιολογεί αυτομάτως τη χρήση της φυλής ως βασικού κριτηρίου.

Από φιλελεύθερη σκοπιά, αυτό δεν είναι απλώς σωστό. Είναι αυτονόητο. Το Σύνταγμα των ΗΠΑ δεν υπόσχεται φυλετική λογιστική. Υπόσχεται ίση προστασία των νόμων. Δεν αντιμετωπίζει τον πολίτη ως εκπρόσωπο φυλής, ομάδας ή ιστορικής κατηγορίας, αλλά ως άτομο με δικαιώματα. Αυτή είναι η ουσία της αμερικανικής συνταγματικής παράδοσης στα καλύτερά της.

Ας είμαστε ειλικρινείς: το αμερικανικό Σύνταγμα δεν απαγορεύει στις πολιτείες να λαμβάνουν υπόψη πολιτικά κριτήρια όταν χαράσσουν εκλογικές περιφέρειες. Το Ανώτατο Δικαστήριο το έχει επιβεβαιώσει. Οι πολιτείες μπορούν να υπολογίζουν τη γεωγραφία, τις τοπικές κοινότητες, τη συνέχεια των περιφερειών, ακόμη και το κομματικό συμφέρον. Αυτό μπορεί να ενοχλεί αισθητικά. Μπορεί να φαίνεται κυνικό. Αλλά δεν είναι το ίδιο με τη φυλετική ταξινόμηση των πολιτών. Σε ένα δικομματικό σύστημα με συχνή εναλλαγή εξουσίας, το κομματικό gerrymandering δεν στερεί μόνιμα από κανένα κόμμα τη δυνατότητα εκπροσώπησης. Οι Δημοκρατικοί το κάνουν όπου μπορούν. Οι Ρεπουμπλικανοί το κάνουν όπου μπορούν. Οι ψηφοφόροι αλλάζουν πλειοψηφίες, οι πολιτείες αλλάζουν χέρια, οι χάρτες ξαναγράφονται. Αυτός είναι πολιτικός ανταγωνισμός. Δεν είναι ρατσισμός.

Η αντίδραση των Δημοκρατικών και των περισσότερων mainstream media εξηγείται πολιτικά. Έχασαν ένα χρήσιμο εργαλείο. Για δεκαετίες, μέρος της αμερικανικής Αριστεράς χρησιμοποίησε τον νόμο περί δικαιωμάτων ψήφου όχι μόνο για να αποτρέπει πραγματικές διακρίσεις, αλλά και για να επιβάλλει εκλογικά αποτελέσματα με φυλετικούς όρους. Όπου δεν υπήρχε αρκετή «εκπροσώπηση», έπρεπε να ξαναχαραχθεί ο χάρτης. Αυτό δεν είναι ουδέτερη προστασία δικαιωμάτων. Είναι κρατικός σχεδιασμός πολιτικής εκπροσώπησης βάσει φυλής.

Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο. Η Αμερική πράγματι είχε ρατσιστικούς νόμους. Πράγματι είχε πολιτείες που στέρησαν από μαύρους πολίτες το δικαίωμα ψήφου. Γι’ αυτό ο νόμος του 1965 ήταν ιστορικά αναγκαίος. Άλλο όμως η απαγόρευση πραγματικών διακρίσεων και άλλο η μετατροπή της φυλής σε μόνιμο εργαλείο εκλογικής αρχιτεκτονικής.

Το Ανώτατο Δικαστήριο φαίνεται να λέει ότι η θεραπεία του ρατσισμού δεν μπορεί να είναι ένας άλλος ρατσισμός με αντίθετο πρόσημο. Δεν μπορεί το κράτος να λέει ότι απαγορεύεται να κρίνουμε τους πολίτες με βάση το χρώμα τους, εκτός αν το κάνουμε για «καλό σκοπό». Αυτός είναι ο πυρήνας του λεγόμενου αντίστροφου ρατσισμού: η ιδέα ότι η διάκριση παύει να είναι διάκριση όταν υπηρετεί έναν πολιτικά προοδευτικό στόχο.

Η απόφαση δεν λέει ότι το κράτος μπορεί να αποκλείει πολίτες από την κάλπη. Λέει ότι δεν μπορεί να τους ταξινομεί φυλετικά για να πετύχει προκαθορισμένα πολιτικά αποτελέσματα. Για όποιον πιστεύει πραγματικά στην ατομική ελευθερία, αυτό δεν είναι σκάνδαλο. Είναι επιστροφή στην αρχή ότι σε μια ελεύθερη κοινωνία ο πολίτης προηγείται της ομάδας.