Ένα διαφορετικό βιβλίο περί «ασχήμιας» εξερευνά τα καλά του να αποδέχεσαι την εμφάνιση σου όπως είναι και να μην προσπαθείς να την αλλάξεις. Δεν είναι απαραίτητο να ανταποκρινόμαστε στα κοινωνικά πρότυπα ομορφιάς, επιδιώκοντας εξωπραγματικούς στόχους που μόνο ψυχική αναστάτωση, πόνο και κόπο προκαλούν, υποστηρίζει η δημοσιογράφος και συγγραφέας Στέφανι Φέρινγκτον. Και αυτό είναι απελευθερωτικό!
Τι σημαίνει όμορφος; Τι σημαίνει άσχημος; Ποια είναι τα πρότυπα της ομορφιάς; Υπάρχει φυσική ομορφιά; Είναι υποκειμενική έννοια η ομορφιά ή καθορίζεται από αντικειμενικά πλαίσια; Από την άλλη, υπάρχει και η λαϊκή, βαθιά «φιλοσοφημένη» και χιουμοριστική ατάκα: «δεν είμαι άσχημος, φτωχός είμαι».
Θα ήταν υποκρισία και αφέλεια μαζί να πούμε ότι η εμφάνιση ενός ανθρώπου δεν παίζει κανέναν ρόλο. Άλλος είναι γυμνασμένος, άλλος όχι, άλλος είναι πολύ αδύνατος, άλλος με κάποια κιλά, ένα όμορφο χαμόγελο μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο, ένα βλέμμα, δύο εκφραστικά μάτια, ένα ζευγάρι γάμπες όπως της Ζιλιέτ Μπινός στην ταινία «Chocolat». Ο Μπραντ Πιτ θεωρείται κούκλος, κούκλα και η Σαρλίζ Θίρον. Άλλος είναι πιο ψηλός, άλλος πιο κοντός, άλλος σέξι, άλλος καθόλου, σε άλλον αρέσει η όπερα και σε άλλον τα μπουζούκια.
Μην ξεχνάμε και το φαινόμενο «Halo effect»,το οποίο στα ελληνικά αποδίδεται ως «φαινόμενο του φωτοστέφανου» ή «επίδραση της άλω». Πρόκειται για μια γνωστική προκατάληψη κατά την οποία η γενική εντύπωση που έχουμε για ένα άτομο, μια εταιρεία ή ένα προϊόν επηρεάζει τον τρόπο που κρίνουμε τα επιμέρους χαρακτηριστικά του. Αν κάποιος διαθέτει ένα θετικό χαρακτηριστικό, για παράδειγμα είναι ιδιαίτερα ελκυστικός, ο εγκέφαλός μας τείνει ασυνείδητα να υποθέσει ότι διαθέτει εξίσου θετικά χαρακτηριστικά και σε άλλους τομείς, όπως η εξυπνάδα ή η εντιμότητα.
Στο βιβλίο της με τίτλο «Ugly: a letter to my daughter» (Penguin Random House) η Στέφανι Φέρινγκτον υποστηρίζει ότι η πραγματική απελευθέρωση βρίσκεται στην αποδοχή του ότι δεν χρειάζεται να είμαστε όμορφοι και να μην αναλωνόμαστε σε μια ατέρμονη προσπάθεια να αλλάξουμε την εμφάνισή μας. Κι όμως δαπανώνται αστρονομικά ποσά σε όλο τον πλανήτη για περιποίηση προσώπου, αποτριχώσεις, μαλλιά, κομμωτήρια, νύχια, προσωπικούς γυμναστές, δίαιτες, αδυνατίσματα με τις δημοφιλείς ενέσεις, βοτουλινική τοξίνη, συνθετικά υαλουρονικά, βιοδιεγέρτες, μικροεπεμβάσεις, μεγαλύτερες επεμβάσεις, για να επιτευχθεί το επιθυμητό λουκ ή η εμφάνιση που νομίζουμε ότι πρέπει να έχουμε, καθώς από πολύ νωρίς μαθαίνουμε τι θεωρείται ελκυστικό και τι όχι.
Οπωσδήποτε όλοι έχουν δικαίωμα να κάνουν πράγματα, τα οποία απολαμβάνουν. Και δεν είναι μόνο θέμα ματαιοδοξίας. Σύμφωνα με έρευνα (https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC6261420/) οι άνθρωποι που θεωρούνται εμφανισιακά ελκυστικοί τείνουν να έχουν μεγαλύτερη οικονομική επιτυχία, ενώ οι διακρίσεις που βασίζονται στην εξωτερική εμφάνιση συνεπάγονται μετρήσιμο οικονομικό κόστος. Η ομορφιά είναι ιστορικά συνυφασμένη με αντιλήψεις περί ηθικής, καθαριότητας και καταλληλότητας για ηγετικούς ρόλους. Παράλληλα, η ελκυστική εμφάνιση ανοίγει και κοινωνικές πόρτες.
Σύμφωνα με την παραπάνω έρευνα, η ομορφιά αποτελεί διαχρονικό αντικείμενο ενδιαφέροντος για πολλούς ανθρώπους στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε ολόκληρο τον κόσμο. Ενδεικτικά, οι παγκόσμιες ετήσιες δαπάνες για καλλυντικά ανέρχονταν περίπου στα 18 δισεκατομμύρια δολάρια το 2004, ενώ η μόδα εξακολουθεί να καταλαμβάνει καθημερινά σημαντική θέση τόσο στις μεγαλύτερες εφημερίδες όσο και στα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης.
Το ενδιαφέρον αυτό δεν περιορίζεται στη βιομηχανία της ομορφιάς ή στα μέσα ενημέρωσης. Η ομορφιά αποτελεί και σημαντικό αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Μια μετα-ανάλυση στον χώρο της ψυχολογίας εξέτασε περίπου 1.800 εμπειρικές μελέτες που αφορούσαν την ελκυστικότητα, από τις οποίες οι 919 πληρούσαν τα επιστημονικά κριτήρια και συμπεριλήφθηκαν στην τελική δημοσιευμένη ανάλυση (Langlois et al., 2000).
Με άλλα λόγια, η ομορφιά δεν είναι απλώς ένα αισθητικό ή πολιτισμικό ζήτημα. Αποτελεί ένα πολυδιάστατο κοινωνικό φαινόμενο που απασχολεί εξίσου την οικονομία, τα μέσα ενημέρωσης και την ακαδημαϊκή έρευνα, καθώς επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αξιολογούνται και αντιμετωπίζονται στην καθημερινή ζωή.
Η ελκυστικότητα του προσώπου φαίνεται να δημιουργεί διαφορετικές ευκαιρίες για τους άνδρες και τις γυναίκες. Όπως σημειώνει ο Becker (1973): «Η διαδεδομένη πεποίθηση είναι ότι οι πιο όμορφες, γοητευτικές και ταλαντούχες γυναίκες τείνουν να παντρεύονται πλουσιότερους και πιο επιτυχημένους άνδρες».
Ωστόσο, ο γάμος και τα χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής των γυναικών της συγκεκριμένης γενιάς στην αγορά εργασίας καθιστούν τη σχέση ανάμεσα στην ομορφιά και τις επαγγελματικές απολαβές των γυναικών πιο σύνθετη απ’ ό,τι στους άνδρες. Για τον λόγο αυτό, η συγκεκριμένη μελέτη εξετάζει αποκλειστικά άνδρες που συμμετείχαν στη Wisconsin Longitudinal Study (WLS).
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, περιγράφοντας τα πρωτοποριακά ευρήματά τους, οι Hamermesh και Biddle (1994) επισημαίνουν: «Αν μη τι άλλο, τα στοιχεία δείχνουν το αντίθετο: η εξωτερική εμφάνιση των ανδρών ενδέχεται να έχει ελαφρώς μεγαλύτερη επίδραση στις αποδοχές τους απ’ ό,τι η εμφάνιση των γυναικών στις δικές τους».
Με άλλα λόγια, τα ευρήματα αμφισβητούν την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι η ομορφιά αποτελεί κυρίως «κεφάλαιο» για τις γυναίκες, υποδεικνύοντας ότι στην αγορά εργασίας η ελκυστική εμφάνιση μπορεί να αποφέρει ακόμη μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη στους άνδρες.
Άσχημη: μια λέξη που δαγκώνει
Η λέξη «άσχημη» είναι μια λέξη με κοφτερά δόντια. Μπορεί να κατασπαράξει την αυτοεκτίμηση μιας γυναίκας με μία μόνο δαγκωνιά, αναφέρει το Goodreads, η μεγαλύτερη διαδικτυακή κοινότητα αναγνωστών στον κόσμο, για το βιβλίο. Οι επιταγές για το πώς πρέπει να δείχνουν, να συμπεριφέρονται και να σκέφτονται οι γυναίκες αποτελούν το σκληρό καμίνι μέσα στο οποίο διαμορφώνονται , δεν γεννιούνται έτσι. Και όποια τολμά να αψηφήσει την επιταγή της ομορφιάς, κινδυνεύει να γίνει αόρατη.
Δεν είναι εύκολο να το παραδεχτεί κανείς στον εαυτό του, πόσο μάλλον στο παιδί του, να πει δυνατά τις λέξεις: «Είμαι άσχημη» ή «Οι άλλοι με θεωρούν άσχημη». Ωστόσο, στα πρώτα χρόνια της μητρότητας, βλέποντας τη μικρή της κόρη να αρχίζει να παλεύει με τα πρότυπα ομορφιάς, η Στέφανι Φέρινγκτον ένιωσε πως έπρεπε να αντιμετωπίσει τους δικούς της δαίμονες. Να αποδομήσει την αρνητική εικόνα που είχε για την εμφάνισή της, μια εικόνα που μπορούσε να ανιχνεύσει μέχρι τα παιδικά της χρόνια, ώστε να κατακτήσει αυτό το φαινομενικά αμετακίνητο οχυρό, ένα θέμα τόσο ταμπού ώστε ακόμη και οι ίδιες οι γυναίκες διστάζουν να το αγγίξουν: τον άδικο τρόπο με τον οποίο η εξωτερική εμφάνιση εξακολουθεί να καθορίζει τη ζωή τους.
Συνδυάζοντας την πολιτισμική ιστορία και την κοινωνική ανάλυση με στοιχεία προσωπικής μαρτυρίας, το «Ugly: a letter to my daughter» αποτελεί μια διεισδυτική διερεύνηση των πολιτισμικών προτύπων και του τρόπου με τον οποίο διαμορφώνεται η αισθητική εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.
Η Στέφανι Φέρινγκτον αντιπαραβάλλει τη δική της, όπως τη χαρακτηρίζει, «ασχήμια» με την έλξη και την προσκόλληση της κόρης της στα κυρίαρχα ιδανικά ομορφιάς-μια εύθραυστη και επισφαλή κατάσταση, την οποία το παιδί είχε ήδη αρχίσει να προσπαθεί να διατηρήσει σαν ακροβάτης πάνω σε τεντωμένο σχοινί από την ηλικία των επτά ετών.
Ανατρέχοντας στην ιστορία της βασανισμένης σχέσης της με την εικόνα του εαυτού της, η Φέρινγκτον καλεί τις γυναίκες να αποδεσμευτούν από τους καθιερωμένους κανόνες, να επινοήσουν μια νέα γλώσσα και έναν νέο τρόπο σκέψης, ικανούς να ανατρέψουν όλους εκείνους τους μηχανισμούς που, επί γενιές, τις έχουν διαπαιδαγωγήσει να μισούν τον εαυτό τους.
Το Ugly ολοκληρώνεται με μια απρόσμενη στροφή προς το αίσθημα του θαυμασμού και του δέους. Συναισθήματα που, σύμφωνα με τους ερευνητές, μπορούν να καταλαγιάσουν την αυτοκριτική και τη δυσαρέσκεια που διαβρώνουν την καθημερινότητά μας, καθώς βομβαρδιζόμαστε διαρκώς από μηνύματα για όλα όσα «πρέπει» να αλλάξουμε ή να διορθώσουμε στον εαυτό μας.
Κατά το The Atlantic είναι ένας ιδανικός τρόπος να κλείσει το βιβλίο. Ως μια πρόσκληση προς την κόρη της συγγραφέα, αλλά και προς όλους, να αντικρίσουμε το πόσο μικροί είμαστε μέσα στο απέραντο σύνολο του κόσμου και να αντλήσουμε από αυτό παρηγοριά, αντί για απόγνωση, συνειδητοποιώντας πόσο ασήμαντες είναι τελικά πολλές από τις ανησυχίες που μας καταδυναστεύουν.
