Αναδιάταξη δυνάμεων, που οδηγούν στη δημιουργία ενός διαφορετικού πολιτικού τοπίου, αποτυπώνουν αυτή την ώρα οι μετρήσεις κοινής γνώμης, με άγνωστο τον χρόνο των εκλογών -ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει για την άνοιξη του 2027- χωρίς, τυπικά, να έχει αρχίσει η προεκλογική περίοδος και στη σκιά των πρώτων εβδομάδων “ζωής” των νέων κομμάτων.
Το βασικό στοιχείο που αλλάζει τα δεδομένα, όπως ίσχυαν μέχρι πριν από ένα μήνα, είναι η ανάδειξη, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, ενός δίπολου στο πολιτικό σκηνικό, για πρώτη φορά μετά το 2023. Η Νέα Δημοκρατία κρατά σταθερά σε όλες τις δημοσκοπήσεις την “πρωτοκαθεδρία”, ωστόσο κάθε έρευνα που δημοσιοποιείται, έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η ΕΛΑΣ όχι μόνο σταθεροποιείται στη δεύτερη θέση, αλλά ενισχύει τα ποσοστά της, αυξάνοντας την διαφορά από το ΠΑΣΟΚ. Στη μέτρηση της Real Polls ήταν η πρώτη φορά, μάλιστα, που η διαφορά πρώτου και δεύτερου κόμματος έδειχνε να μειώνεται σε μονοψήφια νούμερα, με την εκτίμηση ψήφου να δίνει στη Νέα Δημοκρατία 28,3% και στην Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη 21,4%.
Η κυβέρνηση δείχνει πλέον να σχεδιάζει την στρατηγική της, λαμβάνοντας υπόψιν ότι το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, αν τα δεδομένα παραμένουν ως έχουν, θα αποτελεί τον κεντρικό πολιτικό της αντίπαλο στην επικείμενη εκλογική αναμέτρηση, γεγονός που κατά πολλούς μπορεί να παίξει έναν ιδιαίτερο ρόλο στην επανασυσπείρωση των εκλογικών της δυνάμεων.
Είναι προφανές ότι στο Μέγαρο Μαξίμου παρακολουθούν τις έρευνες και γι’ αυτό σπεύδουν να διαμηνύσουν χαρακτηριστικά, “δεν θα αλλάξουμε την πολιτική μας, ούτε θα υποσχεθούμε περισσότερα λόγω των δημοσκοπήσεων”. Το βασικό, όπως επισημαίνουν, είναι πλέον να αρχίσουν να τίθενται με σαφήνεια τα διλήμματα της κάλπης και να αναδειχθεί το διακύβευμα των εκλογών. Καταλυτικό στοιχεία στην τακτική που θα ακολουθηθεί είναι το ίδιο το κυβερνητικό παρελθόν του Αλέξη Τσίπρα, που θα επιχειρηθεί να “αξιοποιηθεί” με δύο τρόπους.
Αφενός, το κυβερνητικό επιτελείο ουσιαστικά θα λέει ότι δεν πρόκειται για ένα νέο κόμμα, αφού ο αρχηγός του δεν είναι κάποιος “πρωτοεμφανιζόμενος” αλλά είναι ένας άνθρωπος που έχει βρεθεί στη διακυβέρνηση του τόπου, έχει εφαρμόσει συγκεκριμένες πολιτικές και έχει επιλέξει και στο παρελθόν συγκεκριμένα πρόσωπα για συνεργάτες του, συγκροτώντας μια κυβέρνηση, την οποία ο ίδιος στη συνέχεια “αποδόμησε”.
Αφετέρου, θα υπενθυμίζεται η ουσία της τετραετίας 2015-2019, επαναφέροντας σε πρώτο πλάνο την περίοδο της διαπραγμάτευσης και το κόστος του τρίτου μνημονίου, την οικονομική πολιτική και το πλήγμα που επέφερε στη μεσαία τάξη, τη θέση της χώρας στο διεθνές σκηνικό την περίοδο εκείνη και την λειτουργία της ίδιας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σε θέματα όπως αυτά της δικαιοσύνης ή της ασφάλειας.
Η ενίσχυση του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα ενισχύει και την επιλογή του Μεγάρου Μαξίμου να επιμείνει στα θέματα της οικονομίας και των μεταρρυθμίσεων, στην κοστολόγηση των προγραμμάτων, τον κίνδυνο δημοσιονομικού “εκτροχιασμού” και στην υπενθύμιση εξαγγελιών που έμειναν ανεφάρμοστες, βάζοντας στο ίδιο “κάδρο” και τις σημερινές προτάσεις του ΠΑΣΟΚ. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σημειώνει πλέον σε σχεδόν κάθε του δημόσια παρέμβαση, ότι η κυβέρνησή του θα δεσμευθεί μόνο για όσα μπορεί αν υλοποιήσει στο πλαίσιο των δυνατοτήτων του προϋπολογισμού και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα τεθεί σε κίνδυνο η δημοσιονομική ισορροπία της ελληνικής οικονομίας, θυμίζοντας -χωρίς έως τώρα να αναφέρεται στον κ. Τσίπρα- την τακτική κομμάτων στο παρελθόν.
Ταυτόχρονα, η δημιουργία ενός “δίπολου” στο πολιτικό σκηνικό ενισχύει κατά το Μέγαρο Μαξίμου και το διακύβευμα της αυτοδυναμίας, που θέτει ως στόχο των εκλογών. Σύμφωνα με την δημοσκόπηση της Real Polls, το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, Ελπίδα για τη Δημοκρατία είναι τρίτο με 11,9% και το ΠΑΣΟΚ τέταρτο με 9,9%. Ακολουθούν ΚΚΕ 6,4%, Ελληνική Λύση 5,1%, Φωνή Λογικής 3,6% και Πλεύση Ελευθερίας 3,1%, ενώ κάτω από το όριο εισόδου στη Βουλή καταγράφονται το ΜέΡΑ25 με 2,5%, ο ΣΥΡΙΖΑ με 1,2%, οι Δημοκράτες με 0,7%, οι Σπαρτιάτες με 0,5&, η Νέα Αριστερά με 0,2%. Άλλο Κόμμα απαντά το 4,3%, ενώ οι Αναποφάσιστοι στην μέτρηση πρόθεσης ψήφου εμφανίζονται με ποσοστό 10,8%.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η ΝΔ, λένε στην κυβέρνηση, ουσιαστικά δεν έχει συνομιλητή, αφού το ΠΑΣΟΚ έχει αποκλείσει οποιοδήποτε ενδεχόμενο συνεργασίας, χωρίς να έχει πράξει κάτι αντίστοιχο, όμως, για τον Αλέξη Τσίπρα. “Την επομένη των εκλογών θα πρέπει να υπάρχει κυβέρνηση” σημειώνουν κυβερνητικά στελέχη, λέγοντας με νόημα “και να θέλουμε να συνεργαστούμε, δεν υπάρχει κάποιος που προσφέρεται. Επομένως η Ελλάδα θα μείνει ακυβέρνητη;”
Το Μέγαρο Μαξίμου επιμένει στην ανάδειξη τριών πυλώνων, βάσει των οποίων θα καλέσει τους πολίτες να της δώσουν μια τρίτη θητεία. Η τήρηση των προεκλογικών της δεσμεύσεων στην οικονομία, την καθημερινότητα και τις παρεμβάσεις στο κράτος, την ενίσχυση της χώρας στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας είναι ο πρώτος. Ο δεύτερος, είναι η υπεροχή, όπως σημειώνουν, σε επίπεδο προσώπων. Η σύγκριση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Αλέξη Τσίπρα, υπό την έννοια ότι και οι δύο έχουν βρεθεί στη θέση του πρωθυπουργού, θα αποτελέσει επίσης, ένα σημείο αναφοράς στην προεκλογική τακτική της κυβέρνησης.
Ο τρίτος άξονας θα είναι η σύγκριση των προγραμματικών θέσεων που θα καταθέσουν, επιμένοντας στη συνέχεια της πολιτικής που άρχισε το 2019 και επέφερε αποτελέσματα σε όλα τα πεδία, στην κοστολόγηση των προτάσεων που τώρα θα παρουσιάσει, εστιάζοντας στην οικονομία και τις μεταρρυθμίσεις, που θα περιλαμβάνονται στην “Ατζέντα 2030” και μιλώντας για το μόνο πρόγραμμα που είναι πραγματικά εφαρμόσιμο.
“Το 2019 και το 2023 είπαμε λιγότερα σε σχέση με τα άλλα κόμματα και γι’ αυτό στο τέλος της τετραετίας θα τα έχουμε κάνει όλα. Έτσι θα προχωρήσουμε, θα δούμε τι πήγε καλά και τι πήγε λάθος, θα κρατήσουμε τα καλά και θα διορθώσουμε τα λάθη” δηλώνουν κυβερνητικά στελέχη, επιμένοντας στον ρεαλισμό, όπως λένε, των προτάσεων που διατυπώνονται.
