Μπορεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να στέλνει το μήνυμα ότι η συζήτηση γύρω από την αναδιάταξη του κομματικού σκηνικού, “δεν μας αφορά άμεσα”, ακόμη κι αυτή η αποστροφή του λόγου, όμως, δείχνει ότι εμμέσως το κυβερνητικό επιτελείο παρακολουθεί τις εξελίξεις και κυρίως, τη νέα δυναμική, που μπορούν να προκαλέσουν.
Ο κ. Μητσοτάκης δίνει το στίγμα των προθέσεών του, σε κάθε ευκαιρία, δηλώνοντας ότι “απομένει ακόμα ένας χρόνος για τη συνταγματική ολοκλήρωση της θητείας μας”, προδιαγράφοντας έναν χρονικό ορίζοντα έως τις κάλπες, που αποτελεί εξαιρετικά πυκνό πολιτικό χρόνο, μέσα στον οποίο ουδείς μπορεί να προβλέψει πως θα έχει διαμορφωθεί το πολιτικό σκηνικό.
Ο στρατηγικός σχεδιασμός της κυβέρνησης βασίζεται σε μια διαφορετική σταθερά για κάθε ένα από τα νέα κόμματα, με την στάση απέναντί τους να “εμπλουτίζεται” μετά την εμφάνισή τους και κυρίως, την έκθεσή τους. Για το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, σταθερά της στάσης που τηρεί το Μέγαρο Μαξίμου, είναι το κυβερνητικό του παρελθόν, το γεγονός ότι δεν αποτελεί στην πραγματικότητα ένα νέο πρόσωπο, αλλά έναν πολιτικό αντίπαλο, ο οποίος έχει εφαρμόσει στην πράξη τις πολιτικές του, έχοντας κυβερνήσει τη χώρα για τεσσεράμιση χρόνια.
Για το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, σταθερά αποτελεί το γεγονός ότι οι τοποθετήσεις της “ακουμπούν” σε ένα εκλογικό ακροατήριο, που έχει απομακρυνθεί ούτως ή άλλως από τη Νέα Δημοκρατία και τοποθετείται πλέον στα δεξιά της ή στον αντισυστημικό χώρο. Παρόλ’ αυτά το κυβερνητικό επιτελείο σπεύδει να σημειώσει ότι δεν προτίθεται ούτε να υποτιμήσει, ούτε να υπερτιμήσει κανένα από τα δύο πρόσωπα που εισέρχονται πλέον στο πολιτικό σκηνικό.
Το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού αποτελεί ίσως πιο αστάθμητο παράγοντα. Κυβερνητικά στελέχη σημειώνουν ότι πρόκειται για ένα πρόσωπο, που δεν έχει πολιτευτεί μέχρι τώρα, “κουβαλάει” ένα συγκεκριμένο φορτίο που την έφερε και στην θέση της πολιτικού αρχηγού κι αυτό που απομένει να φανεί είναι αν θα είναι καινούρια τα όσα κομίζει στο πολιτικό σκηνικό, δηλαδή οι θέσεις και το πρόγραμμά της. Τηρώντας στάση αναμονής, σχολιάζουν ότι τα πρόσωπα που την πλαισιώνουν και οι έως τώρα δηλώσεις της ως πολιτικός, απέχουν από κάτι νέο. Για την κ. Καρυστιανού υπάρχει και μια άλλη ειδοποιός διαφορά για τα κυβερνητικά στελέχη. Σπεύδουν να διαχωρίσουν εξαρχής την κριτική που ασκούν σε εκείνη ως πολιτική αρχηγό, από την μητέρα μιας τραγωδίας, για την οποία εκφράζουν τον απόλυτο σεβασμό τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, υπενθυμίζουν την ρητορική, που αναπτύχθηκε για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, μιλώντας για “πρωτοφανή προσπάθεια παραπλάνησης, παραπληροφόρησης και δημιουργίας αισθημάτων θυμού”, που κορυφώθηκε τον Φεβρουάριο του 2025, υπενθυμίζοντας τις καταγγελίες για ξυλόλια και χαμένα βαγόνια, επισημαίνοντας, μάλιστα ότι ουδείς γνωρίζει “ποιοι ήταν πίσω από όλο αυτό, αν ήταν συντονισμένο” και διαπιστώνοντας ότι την προσπάθεια αυτή ακολούθησε το μεγαλύτερο μέρος της αντιπολίτευσης, αν όχι σύσσωμη η αντιπολίτευση. Για το κόμμα της κ. Καρυστιανού, βάζουν ένα ακόμη δεδομένο, την παρουσία δίπλα της προσώπων με προνομιακή σχέση με την Ρωσία, όπως λένε, διακρίνοντας ένα έντονο “φιλορωσικό στοιχείο”.
Η επόμενη Τρίτη, οπότε ο Αλέξης Τσίπρας θα ανακοινώσει και επισήμως την ίδρυση του νέου του κόμματος, αναμένεται να αποτελέσει αφετηρία εξελίξεων για τον χώρο της κεντροαριστεράς, με αβέβαιη πλέον ακόμη και την παραμονή κομμάτων στην πολιτική σκακιέρα. Από την κυβέρνηση σημειώνουν, ωστόσο, ότι ο κ. Τσίπρας δεν είναι καινούργιο πρόσωπο και χαρακτηρίζουν το νέο κόμμα ως τον “ΣΥΡΙΖΑ με ένα άλλο ΑΦΜ”. Βασικό επιχείρημα στην κριτική, που ασκούν κυβερνητικά στελέχη στον πρώην πρωθυπουργό, είναι, άλλωστε, ότι τόσο ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ με τα στελέχη του, από τον Σωκράτη Φάμελλο έως τον Παύλο Πολάκη, αλλά και μια σειρά άλλων προσώπων, που σήμερα βρίσκονται στο σκηνικό, όπως ο Γιάνης Βαρουφάκης και η Ζωή Κωνσταντοπούλου, έχουν αποτελέσει επιλογές του κ. Τσίπρα στο παρελθόν.
Σημειώνουν, ακόμη, ότι εκτός από τα πρόσωπα και οι πολιτικές είτε της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, την περίοδο 2015-2019, είτε του ΣΥΡΙΖΑ ως αξιωματική αντιπολίτευση, που τον οδήγησε από το 31%, στο 22% και μετά στο 17%, φτάνοντας σήμερα σε δημοσκοπικές επιδόσεις του 3%, όπως λένε, “έχουν ονοματεπώνυμο: Αλέξης Τσίπρας”, υπογραμμίζοντας ότι “το μόνο που αλλάζει είναι το όνομα του κόμματος”. Και σε επίπεδο πολιτικού λόγου, εκτιμούν, ο κ. Τσίπρας παραμένει ο ίδιος, με βάση τα δείγματα γραφής, που έχει δώσει στις εμφανίσεις του.
Κυβερνητικά στελέχη εκτιμούσαν ότι ο ίδιος παραμένει στο μοτίβο ενός μεγάλου μέρους του πολιτικού συστήματος της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά, μιλώντας για εύκολες υποσχέσεις, ευχάριστα λόγια και λαϊκισμό, ένα μοτίβο, σημείωναν, που ξεκίνησε το ’80 στην Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ, πολλοί πολιτικοί χώροι το υπηρέτησαν στην πορεία και γνήσιος εκφραστής του είναι ο Αλέξης Τσίπρας.
Το επόμενο κύμα δημοσκοπήσεων, που θα μπορεί πλέον να περιλαμβάνει καθαρά στην πρόθεση ψήφου τα δύο νέα κόμματα, χωρίς απλώς να αποτυπώνει την δυνητική στήριξη προς αυτά, θα αποτελέσει το πρώτο νέο δεδομένο για το κυβερνητικό επιτελείο, παρότι αποτελεί κοινή εκτίμηση ότι θα χρειαστούν μήνες για να αποτυπωθεί η πραγματική εικόνα που διαμορφώνεται.
