«Η χώρα μας, σεβόμενη τις αποφάσεις των διεθνών δικαστηρίων, διατηρεί ανοικτό και επίκαιρο το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων και θα προσπαθήσει να το επιλύσει όπως η σύγχρονη διεθνή νομιμότητα το επιτάσσει» τόνισε ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Ιωάννης Μπούγας, απαντώντας στην επίκαιρη ερώτηση του ανεξάρτητου βουλευτή, Μιχάλη Χουρδάκη, σχετικά με το ποιο είναι το όργανο της κυβέρνησης που έχει την ευθύνη χειρισμού του αιτήματος χορήγησης άδειας του άρθρου 923 ΚΠολΔ για την εκτέλεση της αμετάκλητης απόφασης για τη σφαγή του Διστόμου.
Ο υφυπουργός, επισήμανε ότι «η υπόθεση του Διστόμου εντάσσεται στο ευρύτερο θέμα των Γερμανικών επανορθώσεων». Ξεκαθάρισε όμως, ότι «η παροχή αδείας του άρθρου 923 ΚΠολΔ για την εκτέλεση των αποφάσεων για την σφαγή του Διστόμου που έχει περιέλθει στο υπουργείο Δικαιοσύνης, δεν εξετάζεται ως δικονομικό αίτημα, αλλά ως ζήτημα που άπτεται στην γενικότερη εξωτερική πολιτική και των διεθνών σχέσεων της χώρας»
Ο κ. Μπούγας, ανέφερε ότι η απόφαση 11/2000 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, «απέρριψε την αναίρεση του Γερμανικού Δημοσίου κατά της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς, που επιδίκαζε αποζημιώσεις στους συγγενείς των θυμάτων του Διστόμου. Όταν όμως ξεκίνησε η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως στην χώρα μας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας άσκησε ανακοπή, η οποία τελικά έγινε αποδεκτή με το σκεπτικό ότι δεν υπήρχε η άδεια που προβλέπεται από την διάταξη του 923 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας».
Ο υφυπουργός επισήμανε παράλληλα ότι το 2022, «σε παρεμφερή απόφαση επί υπόθεσης αγωγής αποζημιώσεως των κατοίκων του Λιδωρικίου, το τμήμα του Αρείου Πάγου παρέπεμψε στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο την υπόθεση που εξέδωσε - απόφαση που αναγνωρίζει ότι τα ελληνικά δικαστήρια δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία».
Στην συνέχεια όμως, της απόφασης του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, επισπεύσθηκε η αναγκαστική εκτέλεση σε ακίνητο του Γερμανικού Δημοσίου, όχι στην Ελλάδα αλλά στην Ιταλία, αφού αναγνωρίστηκε η εκτέλεση της απόφασης σε ιταλικό έδαφος. Η Γερμανία προσέφυγε στο Δικαστήριο της Χάγης για να κριθεί εάν υφίστατο το προνόμιο της ετεροδικίας.
Η Ελλάδα, σε αυτή την υπόθεση δεν αδράνησε, αλλά άσκησε παρέμβαση που έγινε δεκτή στα ιταλικά δικαστήρια και συζητήθηκε. Το Δικαστήριο της Χάγης στην απόφασή του, που δημοσιεύτηκε το 2012, αναφέρει ότι το περιεχόμενο και το ύψος της αποζημείωσης δεν αποτελούν ανατικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης και δικαστικής διεκδίκησης, αλλά διακρατικής συμφωνίας».
Και αυτή, είπε ο υφυπουργός, «είναι η κρίσιμη φράση», καθώς το δικαστήριο της Χάγης «δέχεται ότι δεν μπορεί να κριθεί από τα δικαστήρια της Ελλάδος ή της Ιταλίας» Μια θέση, που όπως επισήμανε ο υφυπουργός «την υιοθετεί και το Διεθνές Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου».
Συνεπώς, η επίλυση του προβλήματος, σύμφωνα με τα διεθνή δικαστήρια, αφορά μια διακρατική και όχι δικονομική επίλυση. Η παροχή αδείας στο πλαίσιο του 923 ΚΠολΔ από τον υπουργό, σύμφωνα και με την απόφαση του ΣτΕ, αυτή υπάγεται κάτω από την κυβερνητική στάθμιση κατά πόσο υφίσταται ή μη, κίνδυνος κλονισμού των διεθνών σχέσεων της χώρας. Ο υπουργός δεν μπορεί να παραβλέψει τις αποφάσεις της Χάγης και του Στασβούργου και να χορηγήσει από μόνος του μια άδεια, καθώς αυτό είναι απόφαση κυβερνητικής απόφασης και άλλων χειρισμών που γίνονται όπως ξέρετε».
