Όσο περισσότερο παρακολουθώ τον δημόσιο διάλογο των τελευταίων εβδομάδων, τόσο πιο εμφανές γίνεται ότι ένα θεμελιώδες ερώτημα παραμένει αναπάντητο: «Γιατί θέλει η αντιπολίτευση να κυβερνήσει;».
Η δημόσια συζήτηση αναλώνεται σε καταγγελίες, δημοσκοπήσεις, συζητήσεις για το πότε θα γίνουν οι εκλογές, μεταναστευτικό, ανασχηματισμούς και υποσχέσεις παροχών. Όλα αυτά είναι σημαντικά και ασφαλώς έχουν τη θέση τους στον πολιτικό διάλογο. Κανένα όμως δεν απαντά στο θεμελιώδες ερώτημα της εποχής: πως θα επιβιώσει και θα ευημερήσει η Ελλάδα σε έναν κόσμο που αλλάζει με πρωτοφανή ταχύτητα;
Η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται με επιταχυνόμενο ρυθμό σε μια νέα τεχνολογική εποχή, όπου η Tεχνητή Nοημοσύνη και τα δεδομένα αναδιαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο παράγεται αξία, οργανώνονται οι αγορές και λειτουργούν τα κράτη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα επενδύουν τεράστιους πόρους για να αποκτήσουν τεχνολογική υπεροχή, ενώ η Ευρώπη αναζητά τον δικό της δρόμο. Η παραγωγικότητα και η καινοτομία εξελίσσονται στους σημαντικότερους παράγοντες οικονομικής ισχύος.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, εξακολουθούμε να συζητούμε κυρίως για το ποιος θα φορολογηθεί και ποιος θα λάβει περισσότερες παροχές. Η συζήτηση που άνοιξε πρόσφατα γύρω από τη φορολόγηση του 1% των πλουσιότερων, με στόχο τη χρηματοδότηση νέων κοινωνικών παροχών, είναι χαρακτηριστική. Δεν αμφισβητώ ότι κάθε οργανωμένη κοινωνία οφείλει να στηρίζει τους πιο αδύναμους. Αμφισβητώ όμως ότι αυτό μπορεί να αποτελεί την κεντρική οικονομική πρόταση μιας χώρας που καλείται να ανταγωνιστεί οικονομίες οι οποίες επενδύουν στην τεχνολογία, στην καινοτομία και στην παραγωγικότητα.
Καμία χώρα δεν έγινε πλουσιότερη επειδή βρήκε καλύτερους τρόπους να μοιράζει τον υπάρχοντα πλούτο. Έγινε πλουσιότερη επειδή δημιούργησε περισσότερο πλούτο. Η πολιτική, τελικά, δεν κρίνεται από το πόσο αποτελεσματικά υπόσχεται να διανείμει τον υπάρχοντα πλούτο, αλλά από το πόσο αποτελεσματικά δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να παραχθεί νέος.
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το πραγματικό πρόβλημα της αντιπολίτευσης. Δεν είναι τόσο οι επιμέρους προτάσεις που με προβληματίζουν, όσο η απουσία ενός συνεκτικού σχεδίου για το πως φαντάζεται την Ελλάδα του 2035. Δεν βλέπω μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την αύξηση της παραγωγικότητας, την αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων, την ανάσχεση της διαρροής ανθρώπινου κεφαλαίου και, τελικά, τη δημιουργία του νέου πλούτου που θα χρηματοδοτήσει το κοινωνικό κράτος του αύριο.
Δεν θα ήταν ακριβές να ισχυριστεί κανείς ότι η κυβέρνηση έχει λύσει όλα αυτά τα προβλήματα. Ωστόσο, υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά στον προσανατολισμό. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει συγκεκριμένα βήματα στον ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους, στην ανάπτυξη του gov.gr, στην προσέλκυση σημαντικών τεχνολογικών επενδύσεων, στην ενίσχυση των ψηφιακών υποδομών και στη διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής για την τεχνητή νοημοσύνη. Είναι αρκετά; Προφανώς όχι. Δείχνουν όμως ότι αναγνωρίζεται πως η ανταγωνιστικότητα της χώρας θα κριθεί από την τεχνολογία και την παραγωγικότητα και όχι μόνο από τη δημοσιονομική πολιτική.
Η αντιπολίτευση επιτελεί έναν απολύτως κρίσιμο θεσμικό ρόλο. Οφείλει να ελέγχει την κυβέρνηση, να αναδεικνύει λάθη, παραλείψεις και, όπου υπάρχουν, ακόμη και σκάνδαλα, απαιτώντας πλήρη λογοδοσία. Αυτό δεν είναι διαπραγματεύσιμο σε μια υγιή δημοκρατία. Η ανάδειξη, όμως, ενός προβλήματος δεν συνιστά από μόνη της και πρόταση για την επίλυσή του. Και η άσκηση αντιπολίτευσης δεν ταυτίζεται με την άσκηση διακυβέρνησης. Όποιος ζητά την εμπιστοσύνη των πολιτών για να κυβερνήσει οφείλει να παρουσιάσει ένα πειστικό σχέδιο για το μέλλον της χώρας.
Η πραγματική πρόκληση της επόμενης δεκαετίας δεν θα είναι η αναδιανομή του υπάρχοντος πλούτου. Θα είναι η δημιουργία του νέου πλούτου που θα καθορίσει τη θέση κάθε χώρας στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Όπως έχει επισημάνει και ο Yuval Noah Harari, η τεχνολογική επανάσταση που βρίσκεται σε εξέλιξη ενδέχεται να δημιουργήσει τεράστιο νέο πλούτο, αλλά όχι απαραίτητα για όλους. Ηνωμένες Πολιτείες και Κίνα διαθέτουν ήδη τα οικοσυστήματα που θα προσελκύσουν επενδύσεις, θέσεις εργασίας και καινοτομία. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα συμβεί στις υπόλοιπες χώρες. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να θεωρεί ότι θα ευνοηθεί αυτόματα από αυτή τη μετάβαση.
Οι πολίτες έχουν κάθε λόγο να απαιτούν από κάθε πολιτική δύναμη που διεκδικεί την ψήφο τους να απαντά σε ένα απλό αλλά θεμελιώδες ερώτημα: πώς θα κάνει την Ελλάδα πλουσιότερη, παραγωγικότερη και πιο ανταγωνιστική μέσα στην επόμενη δεκαετία;
Ο πραγματικός σεβασμός προς τον πολίτη αποδεικνύεται όταν του λες με ειλικρίνεια όχι μόνο τι υπόσχεσαι, αλλά κυρίως πως η χώρα θα δημιουργήσει τον πλούτο που θα χρηματοδοτήσει αυτές τις υποσχέσεις. Η πολιτική που εξαντλείται στις υποσχέσεις, χωρίς την ευθύνη της εξήγησης του πως αυτές θα υλοποιηθούν, παύει να είναι σχέδιο διακυβέρνησης και μετατρέπεται σε λαϊκισμό του χειρότερου είδους. Και ο λαϊκισμός δεν σέβεται τον πολίτη. Τον αντιμετωπίζει ως μέσο για την κατάκτηση της εξουσίας, όχι ως πολίτη που δικαιούται την αλήθεια.
Επιπλέον, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να εγκλωβίζεται σε συζητήσεις για τη φυσιογνωμία του κυβερνώντος κόμματος, σε προσωπικές πολιτικές στρατηγικές ή σε αντιπαραθέσεις που ανακυκλώνουν το χθες. Οι πραγματικές εθνικές προκλήσεις βρίσκονται μπροστά μας. Το ερώτημα δεν είναι ποιος εκφράζει καλύτερα το παρελθόν, αλλά ποιος μπορεί να σχεδιάσει αποτελεσματικότερα το μέλλον. Η δημόσια συζήτηση οφείλει να μετατοπιστεί στο πως η χώρα θα ανταγωνιστεί και θα ευημερήσει στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
Μέχρι να δοθεί μια πειστική απάντηση σε αυτό το ερώτημα, η διεκδίκηση της διακυβέρνησης από την αντιπολίτευση θα στηρίζεται περισσότερο στην κριτική προς την κυβέρνηση παρά σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για το μέλλον της Ελλάδας. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν αρκεί.
*Ο Αχιλλέας Ζαπράνης είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικής και Νευρωνικών Συστημάτων και τέως Πρύτανης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.
