Την ανάγκη ενός νέου κύματος εκσυγχρονισμού του κράτους, με έμφαση στο Κράτος Δικαίου, τη δημοκρατική θεσμική θωράκιση, την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και την προσαρμογή στις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής και της τεχνητής νοημοσύνης, υπογράμμισε ο Γιάννης Μεϊμάρογλου στην παρέμβασή του στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, στο πλαίσιο της ενότητας «Modernizing the State: Challenges and Priorities».
Όπως σημείωσε, ο εκσυγχρονισμός δεν αποτελεί μια στατική πολιτική ταυτότητα, αλλά «διαδικασία συνεχούς προσαρμογής» στις νέες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, καθώς και στις μεγάλες αλλαγές που συντελούνται στο γεωπολιτικό και παγκόσμιο περιβάλλον.
Κατά τον ίδιο, πρόκειται για ένα ιδεολογικό και πολιτικό ρεύμα που δεν εντάσσεται με ευκολία στον παραδοσιακό άξονα Αριστεράς - Δεξιάς. Αντιθέτως, διατρέχει εγκάρσια τα συστημικά κόμματα και βρίσκεται απέναντι σε κάθε καθεστωτική νοοτροπία, ακινησία και εκφυλιστική στασιμότητα. Οι εκσυγχρονιστές, όπως ανέφερε, είναι όσοι αντιστάθηκαν διαχρονικά στις ιδεοληψίες και των δύο πλευρών, υπερασπιζόμενοι τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Ο κ. Μεϊμάρογλου επισήμανε ότι ο τίτλος του «εκσυγχρονιστή» δεν απονέμεται δια βίου, αλλά δοκιμάζεται καθημερινά. «Στις δύσκολες στροφές του εκσυγχρονισμού αρκετά στελέχη του δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Κεντρικός αντίπαλος του εκσυγχρονισμού, σύμφωνα με την παρέμβασή του, είναι ο λαϊκισμός «κάθε χρώματος και μορφής», καθώς και η οπισθοδρόμηση που εκφράζεται μέσα από τη διαρκή σύγκρουση ορθολογισμού και ανορθολογισμού. Πρόκειται, όπως είπε, για μια σύγκρουση που διατρέχει ολόκληρη τη Μεταπολίτευση και σφράγισε, θετικά ή αρνητικά, την πορεία της χώρας.
Αναφερόμενος σε ιστορικά παραδείγματα, έκανε λόγο για τη σύγκρουση με τον Αυριανισμό ως την πρώτη μεγάλη πρόκληση του χυδαίου λαϊκισμού, ενώ στάθηκε στο εκσυγχρονιστικό εγχείρημα της περιόδου Σημίτη, το οποίο, όπως είπε, οδήγησε την Ελλάδα στο ευρώ και στον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, σημείωσε ότι το εγχείρημα αυτό δεν ολοκληρώθηκε, καθώς η απόσυρση της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, υπό το βάρος των κοινωνικών και συνδικαλιστικών αντιδράσεων, σηματοδότησε την εξάντληση των περιθωρίων για βαθύτερες αλλαγές.
Ο κ. Μεϊμάρογλου άσκησε κριτική και στην περίοδο της κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή, υποστηρίζοντας ότι οδήγησε τη χώρα, μέσω δημοσιονομικού εκτροχιασμού, στην κρίση του ΔΝΤ και των μνημονίων. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο αντιμνημονιακό κίνημα των «αγανακτισμένων», το οποίο, όπως είπε, άνοιξε τον δρόμο για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, τις «ομολογημένες αυταπάτες» και το δημοψήφισμα του 2015.
Συνδέοντας τη συζήτηση με το σήμερα, υπογράμμισε ότι η τραγωδία των Τεμπών ανέδειξε με οδυνηρό τρόπο τη «μεταρρυθμιστική γύμνια» της χώρας σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η κυριαρχία του πελατειακού κράτους, η αδιαφορία και η αναβλητικότητα στον εκσυγχρονισμό των κρατικών οργανισμών και των παρεχόμενων υπηρεσιών. Παράλληλα, κατηγόρησε τον ακραίο λαϊκισμό ότι εξέτρεψε τη συζήτηση από τα πραγματικά αίτια του δυστυχήματος προς τη συνωμοσιολογία και την πολιτική εργαλειοποίηση της τραγωδίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, ανέφερε ότι η αδυναμία της κυβέρνησης να δώσει ριζικές λύσεις στα οξυμένα κοινωνικά προβλήματα «αλείφει με βούτυρο το ψωμί του λαϊκισμού». Κατά τον κ. Μεϊμάρογλου, η ανάληψη πολιτικού κόστους για τη διαμόρφωση σύγχρονων απαντήσεων αποτελεί πλέον ουσιαστική πράξη υπεράσπισης της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Ως προς τις σημερινές προτεραιότητες του εκσυγχρονισμού, ανέφερε ότι αυτές εντάσσονται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο της περιόδου 2024-2029, το οποίο περιλαμβάνει τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, καθώς και την ενδυνάμωση της ασφάλειας και της δημοκρατίας.
Για την Ελλάδα, ο ίδιος προσδιόρισε τρεις άμεσες προτεραιότητες: τη θωράκιση του Κράτους Δικαίου και των δημοκρατικών θεσμών, την αλλαγή του παραγωγικού και επενδυτικού μοντέλου και την αποτελεσματική αντιμετώπιση νέων προκλήσεων, όπως η κλιματική αλλαγή και η τεχνητή νοημοσύνη.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο Κράτος Δικαίου, σημειώνοντας ότι η αντιπαράθεση έχει ενταθεί με αφορμή υποθέσεις όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ και οι υποκλοπές. Όπως είπε, η συζήτηση στη Βουλή άφησε αναπάντητα πολλά ερωτήματα των πολιτών, θέτοντας το ερώτημα αν στην Ελλάδα υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις περί Κράτους Δικαίου.
Η θωράκιση των δημοκρατικών θεσμών, σύμφωνα με τον ίδιο, περνά πρωτίστως μέσα από ουσιαστικές αλλαγές στο Σύνταγμα, ενόψει της διαδικασίας αναθεώρησης. Υποστήριξε ότι υπάρχει βάση για στοιχειώδη συνεννόηση μεταξύ των συστημικών κομμάτων σε ζητήματα όπως το Κράτος Δικαίου, ο νόμος περί ευθύνης υπουργών, το άρθρο για τα μη κρατικά μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια και άλλες κρίσιμες θεσμικές παρεμβάσεις.
Προειδοποίησε, μάλιστα, ότι τυχόν υπονόμευση της συνταγματικής αναθεώρησης ή παραπομπή της στις καλένδες ενός αβέβαιου πολιτικά και γεωπολιτικά μέλλοντος θα τορπίλιζε μια κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία. «Δεν υπάρχει η πολυτέλεια να χαθεί ακόμα μία ευκαιρία εκσυγχρονισμού του καταστατικού χάρτη της χώρας», τόνισε.
Για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, ο κ. Μεϊμάρογλου έθεσε δύο βασικές προϋποθέσεις: την πάταξη της γραφειοκρατίας και της αδιαφάνειας, σε συνδυασμό με τον πλήρη ψηφιακό μετασχηματισμό της δημόσιας διοίκησης, και την αξιοποίηση της έρευνας και της καινοτομίας στους τομείς της παραγωγής, της ενέργειας και των μεταφορών.
Υπογράμμισε, επίσης, ότι το νέο μοντέλο πρέπει να στηριχθεί στη στρατηγική αυτονομία της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής, στον περιορισμό των εξωτερικών εξαρτήσεων και στην εξωστρέφεια, με στόχο την αντιστροφή της πορείας του εμπορικού ισοζυγίου.
Αναφερόμενος στη σχέση κράτους και ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, σημείωσε ότι η συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα είναι αναγκαία, αλλά πρέπει να υπακούει στους κανόνες μιας ευνομούμενης πολιτείας. Στα κοινωνικά αγαθά, όπως η υγεία, η παιδεία και πλέον η ενέργεια, η επιχειρηματικότητα οφείλει να λειτουργεί επικουρικά, στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι ανάγκες του κράτους. Αντίστοιχα, στην ελεύθερη αγορά, η επιχειρηματική δραστηριότητα πρέπει να κινείται εντός των κανόνων του υγιούς ανταγωνισμού.
Ο κ. Μεϊμάρογλου υποστήριξε ακόμη ότι η απεξάρτηση των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων από τον κρατικό κορβανά θα ανοίξει νέες προοπτικές τόσο για τους ίδιους όσο και για την ελληνική οικονομία.
Σε ό,τι αφορά την κλιματική αλλαγή, ανέφερε ότι η μεγάλη αυτή πρόκληση μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με οικονομικό και κοινωνικό εξορθολογισμό των πολιτικών πράσινης μετάβασης και όχι με την αναστολή τους. Για την Ελλάδα, σημείωσε ότι, παράλληλα με την προσπάθεια ανάδειξής της σε ενεργειακό κόμβο, πρέπει να συνεχιστεί η ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, οι οποίες ήδη καλύπτουν σημαντικό μέρος των ενεργειακών αναγκών της χώρας, σε συνδυασμό με την επίλυση του προβλήματος της αποθήκευσης.
Τέλος, αναφερόμενος στην τεχνητή νοημοσύνη και στις ραγδαίες αλλαγές στην αγορά εργασίας, τόνισε την ανάγκη διαμόρφωσης ενός νέου χάρτη εργασιακών δικαιωμάτων για την προστασία των εργαζομένων.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Γιάννης Μεϊμάρογλου υποστήριξε ότι, απέναντι στις πρωτοφανείς προκλήσεις της εποχής, η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία φαίνεται να προσφέρει μια πιο ολοκληρωμένη και ρεαλιστική δέσμη απαντήσεων.
Δείτε εδώ Τα βασικότερα σημεία της παρέμβασης του Γιάννη Μεϊμάρογλου στο 11ο Φόρουμ των Δελφών
