Σημαντική ελάφρυνση για περίπου 100.000 δανειολήπτες με ενεργές ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη φέρνει η νέα νομοθετική παρέμβαση του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία ψηφίζεται στη Βουλή και βάζει τέλος στην αβεβαιότητα γύρω από τον τρόπο υπολογισμού των τόκων.
Η ρύθμιση εφαρμόζει καθολικά την πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία οι τόκοι στις ρυθμίσεις διάσωσης κύριας κατοικίας δεν πρέπει να υπολογίζονται επί του συνολικού υπολοίπου του δανείου, αλλά επί της μηνιαίας δόσης που έχει οριστεί από το δικαστήριο.
Στην πράξη, η αλλαγή αυτή μειώνει θεαματικά τη μηνιαία επιβάρυνση για τους συνεπείς δανειολήπτες, καθώς ο τόκος περιορίζεται πλέον στο ποσό που αντιστοιχεί στη δόση και όχι σε ολόκληρο το ανεξόφλητο κεφάλαιο. Παράλληλα, η κυβέρνηση δίνει και αναδρομική ισχύ στη ρύθμιση, αναγνωρίζοντας ως αποπληρωμένο κεφάλαιο τους επιπλέον τόκους που έχουν καταβληθεί τα προηγούμενα χρόνια.
Η νομοθετική παρέμβαση κρίθηκε αναγκαία επειδή η απόφαση του Αρείου Πάγου άφηνε περιθώρια διαφορετικών ερμηνειών για τη χρονική περίοδο υπολογισμού των τόκων. Το υπουργείο επιλέγει το ευνοϊκότερο σενάριο για τους δανειολήπτες, δηλαδή ο τόκος να υπολογίζεται μόνο για τις 30 ημέρες που μεσολαβούν μεταξύ δύο δόσεων.
Πώς πέφτει η μηνιαία δόση
Το μέγεθος της αλλαγής φαίνεται καθαρά μέσα από ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δανειολήπτης με υπόλοιπο οφειλής 144.500 ευρώ τον Ιανουάριο του 2024, με τον προηγούμενο τρόπο υπολογισμού θα πλήρωνε μηνιαία δόση 731 ευρώ για 300 μήνες.
Με το νέο σύστημα, η δόση υποχωρεί στα 483 ευρώ. Από αυτά, τα 482 ευρώ αφορούν αποπληρωμή κεφαλαίου και μόλις 1 ευρώ τόκο. Η διαφορά είναι καθοριστική, καθώς ο δανειολήπτης βλέπει άμεση μείωση της μηνιαίας επιβάρυνσης κατά 248 ευρώ.
Η ρύθμιση δεν περιορίζεται όμως μόνο στις μελλοντικές πληρωμές. Αν ο ίδιος δανειολήπτης κατέβαλλε από τον Ιανουάριο του 2024 έως τον Ιούνιο του 2026 την παλαιά δόση των 731 ευρώ, τότε έχει πληρώσει υπερβάλλον ποσό 7.440 ευρώ. Το ποσό αυτό αναγνωρίζεται πλέον ως κεφάλαιο που έχει ήδη αποπληρωθεί.
Πώς οι έξτρα τόκοι μειώνουν τη διάρκεια του δανείου
Η αναδρομικότητα είναι το σημείο που κάνει τη ρύθμιση ιδιαίτερα σημαντική. Οι επιπλέον τόκοι που έχουν καταβληθεί δεν επιστρέφονται σε μετρητά, αλλά αφαιρούνται από το υπόλοιπο της οφειλής και μειώνουν τις τελευταίες δόσεις του δανείου.
Στο ίδιο παράδειγμα, ο δανειολήπτης που σήμερα θα είχε μπροστά του 270 δόσεις, μετά τον συμψηφισμό των 7.440 ευρώ θα αποπληρώσει τελικά το δάνειο σε 255 δόσεις των 483 ευρώ, με τελευταία δόση 266 ευρώ.
Το συνολικό όφελος είναι εντυπωσιακό. Αντί να καταβάλει 74.852 ευρώ σε τόκους, ο συγκεκριμένος δανειολήπτης θα πληρώσει μόλις 411 ευρώ. Δηλαδή, το συνολικό όφελος από τη νέα μέθοδο υπολογισμού υπερβαίνει τα 74.000 ευρώ.
Αναδρομική ελάφρυνση ακόμη και σε βάθος ετών
Σύμφωνα με πηγές του οικονομικού επιτελείου, ο αναδρομικός υπολογισμός ξεκινά από τον χρόνο έναρξης της ρύθμισης που έχει οριστεί με τη δικαστική απόφαση. Σε αρκετές περιπτώσεις, μετά την περίοδο χάριτος που είχε δοθεί στους δανειολήπτες, οι καταβολές δόσεων με τόκους ξεκίνησαν ουσιαστικά από το 2016 ή το 2018.
Αυτό σημαίνει ότι για πολλούς συνεπείς δανειολήπτες οι υπερβάλλοντες τόκοι που θα αναγνωριστούν ως αποπληρωμένο κεφάλαιο μπορεί να αφορούν ακόμη και περίοδο 8 ή 10 ετών.
Ποιοι μένουν εκτός
Η ρύθμιση αφορά μόνο ενεργές ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη, δηλαδή υποθέσεις που δεν έχουν κλείσει και στις οποίες ο οφειλέτης δεν έχει εκπέσει λόγω μη πληρωμής.
Εκτός μένουν υποθέσεις που έχουν ήδη ολοκληρωθεί, καθώς και περιπτώσεις στις οποίες ο δανειολήπτης έχει χάσει τη ρύθμιση. Σύμφωνα με το οικονομικό επιτελείο, η αναδρομική επανεξέταση τέτοιων υποθέσεων θα δημιουργούσε σοβαρή νομική και συστημική αβεβαιότητα, καθώς θα απαιτούσε να ανοίξουν ξανά χιλιάδες παλαιές δικαστικές αποφάσεις.
Επιπλέον, η νέα μέθοδος δεν εφαρμόζεται στον εξωδικαστικό μηχανισμό ούτε στις ρυθμίσεις του νόμου 4605/2019. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η δόση εξακολουθεί να υπολογίζεται ως τοκοχρεολυτική επί του συνολικού ποσού της ρυθμιζόμενης οφειλής, όπως προβλέπουν το ισχύον πλαίσιο και οι συμβάσεις που έχουν αποδεχθεί οι δανειολήπτες.
Το κόστος για τράπεζες και «Ηρακλή»
Το κόστος της παρέμβασης εκτιμάται σε περίπου 700 εκατ. ευρώ συνολικά. Από αυτά, περίπου 500 εκατ. ευρώ αφορούν τη μείωση των μελλοντικών εισπράξεων σε βάθος 20ετίας για δάνεια που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής», συνολικού ύψους 16,5 δισ. ευρώ.
Επιπλέον, η αναδρομική εφαρμογή της ρύθμισης εκτιμάται ότι κοστίζει περίπου 200 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, μέρος αυτής της επιβάρυνσης θα αναληφθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα, ανάλογα με τα ποσά που είχαν εισπράξει πριν από τη μεταφορά των δανείων στις τιτλοποιήσεις του «Ηρακλή».
Με τη νέα διάταξη, το υπουργείο επιχειρεί να μετατρέψει τη δικαστική απόφαση σε καθολικό και άμεσα εφαρμόσιμο κανόνα, ώστε οι συνεπείς δανειολήπτες να μην χρειαστεί να επιστρέψουν στα δικαστήρια για να διεκδικήσουν μικρότερες δόσεις και αναδρομική ελάφρυνση.
