Η οικονομία αφήνει πίσω την εποχή της κρίσης: Τι σημαίνει η έξοδος από τη «μαύρη λίστα» της Ευρώπης
Shutterstock
Shutterstock

Η οικονομία αφήνει πίσω την εποχή της κρίσης: Τι σημαίνει η έξοδος από τη «μαύρη λίστα» της Ευρώπης

Ένα ορόσημο με ισχυρό οικονομικό αλλά και συμβολικό αποτύπωμα καταγράφεται για την ελληνική οικονομία, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να αφαιρέσει την Ελλάδα από τη λίστα των χωρών που αντιμετωπίζουν μακροοικονομικές ανισορροπίες. Πρόκειται για μια εξέλιξη που έρχεται 16 χρόνια μετά το ξέσπασμα της δημοσιονομικής κρίσης και σηματοδοτεί, σύμφωνα με τις Βρυξέλλες, την επιστροφή της χώρας σε συνθήκες οικονομικής κανονικότητας.

Για πρώτη φορά από το 2010, η Ελλάδα παύει να συγκαταλέγεται στις οικονομίες που βρίσκονται υπό ειδική παρακολούθηση λόγω σοβαρών αδυναμιών, όπως υπερβολικό δημόσιο χρέος, δημοσιονομικές ανισορροπίες, προβλήματα ανταγωνιστικότητας ή κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Η απόφαση της Κομισιόν δεν προέκυψε τυχαία. Είναι αποτέλεσμα μιας πολυετούς προσπάθειας δημοσιονομικής προσαρμογής, μεταρρυθμίσεων και εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος, που ξεκίνησε στα χρόνια των μνημονίων και συνεχίστηκε και μετά την έξοδο της χώρας από τα προγράμματα διάσωσης.

Από την κρίση στην κανονικότητα

Η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους για περισσότερο από μία δεκαετία. Το δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε, η οικονομία έχασε σχεδόν το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της, η ανεργία έφτασε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και οι ελληνικές τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωπες με τεράστιο όγκο «κόκκινων» δανείων.

Σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική. Οι τράπεζες έχουν περιορίσει δραστικά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, η χώρα καταγράφει πρωτογενή πλεονάσματα, η ανάπτυξη κινείται σε επίπεδα υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης έχουν επαναφέρει την Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα.

Η Κομισιόν εκτιμά ότι οι βασικές ευπάθειες της ελληνικής οικονομίας έχουν περιοριστεί σημαντικά και δεν δικαιολογούν πλέον την παραμονή της χώρας στο καθεστώς ειδικής παρακολούθησης.

Ο καθοριστικός ρόλος του δημόσιου χρέους

Κομβικό στοιχείο για την απόφαση των Βρυξελλών ήταν η πορεία του δημόσιου χρέους.

Πριν από λίγα χρόνια η Ελλάδα είχε το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρώπη, το οποίο ξεπέρασε ακόμη και το 206% του ΑΕΠ κατά την περίοδο της πανδημίας. Σήμερα, όμως, η εικόνα αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς.

Το ελληνικό χρέος μειώνεται σταθερά ως ποσοστό του ΑΕΠ και σύμφωνα με τις προβλέψεις αναμένεται να υποχωρήσει κάτω από το 140% μέσα στα επόμενα χρόνια. Το οικονομικό επιτελείο θεωρεί πλέον εφικτό τον στόχο να προσεγγίσει το 100% του ΑΕΠ μέσα στην επόμενη δεκαετία, εφόσον διατηρηθούν οι σημερινοί ρυθμοί ανάπτυξης και δημοσιονομικής σταθερότητας.

Παράλληλα, η Ελλάδα συνεχίζει να αποπληρώνει πρόωρα δάνεια της μνημονιακής περιόδου, μειώνοντας τόσο το ύψος του χρέους όσο και τις μελλοντικές επιβαρύνσεις από τόκους.

Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική από τις αγορές, καθώς αποδεικνύει ότι η βελτίωση των δεικτών δεν οφείλεται μόνο στην αύξηση του ΑΕΠ αλλά και στη συστηματική αποκλιμάκωση των υποχρεώσεων της χώρας.

Τι αλλάζει για την οικονομία

Η έξοδος από τη λίστα των χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες δεν συνοδεύεται από κάποια άμεση οικονομική παροχή ή νέο ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Ωστόσο, το αποτύπωμά της είναι ουσιαστικό.

Πρόκειται για ένα ισχυρό μήνυμα προς τις διεθνείς αγορές ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζεται πλέον ως μια κανονική ευρωπαϊκή οικονομία και όχι ως ειδική περίπτωση υψηλού κινδύνου.

Η αναβάθμιση της εικόνας της χώρας μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, να βελτιώσει τις συνθήκες δανεισμού του Δημοσίου και των επιχειρήσεων και να ενδυναμώσει τη θέση της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.

Ταυτόχρονα, προσφέρει ένα επιπλέον επιχείρημα στους οίκους αξιολόγησης για νέες αναβαθμίσεις στο μέλλον, ενώ διευκολύνει και την προσπάθεια της χώρας να προσελκύσει μεγάλες επενδύσεις σε τομείς όπως η ενέργεια, η τεχνολογία, τα logistics και ο τουρισμός.

Οι προκλήσεις παραμένουν

Φυσικά, παρά το θετικό μήνυμα, κανείς στις Βρυξέλλες δεν υποστηρίζει ότι τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας έχουν εξαφανιστεί.

Το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να είναι από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι επενδύσεις παραμένουν χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ το στεγαστικό πρόβλημα, το δημογραφικό και η παραγωγικότητα συνεχίζουν να αποτελούν σημαντικές προκλήσεις.

Επιπλέον, η αβεβαιότητα που προκαλούν οι γεωπολιτικές εξελίξεις, οι ενεργειακές αναταράξεις και η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας υπενθυμίζουν ότι η σταθερότητα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.

Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτελεί μία από τις σημαντικότερες θετικές εξελίξεις για τη χώρα μετά το τέλος των μνημονίων. Η Ελλάδα φαίνεται να κλείνει ένα δύσκολο κύκλο που ξεκίνησε το 2010 και επιστρέφει, τουλάχιστον στα μάτια των ευρωπαϊκών θεσμών, στην οικονομική κανονικότητα.