Σε ένα περιβάλλον αυξημένων ληξιπρόθεσμων οφειλών, η επιλογή της κατάλληλης ρύθμισης δεν είναι πλέον μια τυπική διαδικασία αλλά μια στρατηγική απόφαση. Σήμερα, οι οφειλέτες καλούνται ουσιαστικά να επιλέξουν μεταξύ δύο βασικών εργαλείων: της ρύθμισης των 72 δόσεων και του εξωδικαστικού μηχανισμού. Η σύγκριση, ωστόσο, δεν περιορίζεται στον αριθμό των δόσεων, αλλά κυρίως στο επιτόκιο και στο συνολικό κόστος.
Η ρύθμιση των 72 δόσεων αφορά οφειλές που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως την 31η Δεκεμβρίου 2023 και αποτελεί την πιο «απλή» επιλογή. Η διαδικασία είναι άμεση και χωρίς ιδιαίτερες προϋποθέσεις αξιολόγησης. Ωστόσο, το βασικό της μειονέκτημα είναι το κόστος. Το επιτόκιο της συγκεκριμένης ρύθμισης διαμορφώνεται περίπου στο 5,84% ετησίως για περισσότερες δόσεις, γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά τη συνολική αποπληρωμή, ειδικά όταν εξαντλείται το όριο των 72 δόσεων.
Στις λεπτομέρειες που πολλές φορές κρύβουν τον διάβολο θα πρέπει να συμπεριλάβουμε το εξής: Υπάρχουν πολλοί οφειλέτες που έχουν αρρύθμιστες οφειλές επί 27 μήνες και να μην έχουν περιορισμούς στους τραπεζικούς λογαριασμούς; Γιατί αυτή η περίπτωση συνεπάγεται άμεση καταβολή του 25% της οφειλής προκειμένου να υπάρξει άρση της δέσμευσης και ένταξη σε ρύθμιση.
Αντίθετα, ο εξωδικαστικός μηχανισμός ακολουθεί μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία. Αφορά πλέον οφειλές από 5.000 ευρώ και άνω και βασίζεται σε εξατομικευμένη πρόταση ρύθμισης μέσω αλγορίθμου που λαμβάνει υπόψη εισοδήματα και περιουσία. Το πιο καθοριστικό του πλεονέκτημα είναι το επιτόκιο: διαμορφώνεται περίπου στο 3% και είναι σταθερό, τουλάχιστον για συγκεκριμένη περίοδο, γεγονός που προστατεύει τον οφειλέτη από τις διακυμάνσεις της αγοράς.
Η διαφορά αυτή στο επιτόκιο δεν είναι απλώς λογιστική. Σε μια οφειλή μεγάλης διάρκειας, η μετάβαση από επιτόκιο περίπου 5,8% σε 3% μειώνει ουσιαστικά το συνολικό ποσό που θα καταβληθεί. Σε πολλές περιπτώσεις, το όφελος μπορεί να είναι χιλιάδες ευρώ, ιδιαίτερα όταν η ρύθμιση εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό ορίζοντα.
Πέραν του επιτοκίου, ο εξωδικαστικός προσφέρει και σημαντική ευελιξία. Οι δόσεις μπορούν να φτάσουν έως και τις 240 για οφειλές προς το Δημόσιο, μειώνοντας δραστικά τη μηνιαία επιβάρυνση, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα διαγραφής προσαυξήσεων ή ακόμη και μέρους της βασικής οφειλής, ανάλογα με το προφίλ του οφειλέτη.
Αυτό, όμως, συνοδεύεται από αυξημένες απαιτήσεις. Η διαδικασία είναι πιο σύνθετη, απαιτεί πλήρη εικόνα της οικονομικής κατάστασης και δεν διασφαλίζει εκ των προτέρων το αποτέλεσμα. Αντίθετα, η ρύθμιση των 72 δόσεων προσφέρει ταχύτητα και βεβαιότητα, αλλά με υψηλότερο κόστος και χωρίς δυνατότητα προσαρμογής.
Στην πράξη, η επιλογή εξαρτάται από το προφίλ του οφειλέτη. Για μικρές ή μεσαίες οφειλές, όπου η μηνιαία δόση μπορεί να εξυπηρετηθεί, οι 72 δόσεις αποτελούν μια γρήγορη και λειτουργική λύση. Για μεγαλύτερα ποσά ή για περιπτώσεις όπου απαιτείται χαμηλή μηνιαία επιβάρυνση και συνολική μείωση κόστους, ο εξωδικαστικός μηχανισμός είναι σαφώς πιο συμφέρων.
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η διαφορά στο επιτόκιο αλλάζει πλήρως την οικονομική εικόνα της ρύθμισης. Με σταθερό επιτόκιο περίπου 3% στον εξωδικαστικό και σχεδόν διπλάσιο κόστος στις 72 δόσεις, η επιλογή δεν πρέπει να γίνεται με βάση την ευκολία, αλλά με βάση τη βιωσιμότητα και το συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα. Γιατί τελικά, η σωστή ρύθμιση δεν είναι αυτή που απλώς εγκρίνεται, αλλά αυτή που μπορεί να τηρηθεί μέχρι το τέλος.
* Ο Σπύρος Σταυρούλιας είναι Πρόεδρος της ASD FINANCIAL ADVISORS S.A.
