Θέλει ο Τσίπρας να (ξανα)κλείσει τις τράπεζες;

Κατόπιν «απαίτησης» προσεκτικών αναγνωστών, οι οποίοι θέλουν να γνωρίζουν τα πάντα -προφανώς δεν θέλουν να μοιάσουν στον «άντε-πάλι-τα-ίδια» πρώην και επίδοξο Αλέξη Τσίπρα, παραθέτω ολόκληρο το σχετικό με τον αναβαλλόμενο φόρο στο σημείωμα που ενσωμάτωσαν οι αναλυτές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην πλέον πρόσφατη έκθεσή τους για την εξέλιξη του προγράμματος εξυγίανσης του χρηματοπιστωτικού τομέα της Ελλάδας.

Αν έχετε το κουράγιο να διαβάσετε το τεχνικό αυτό κείμενο, θα καταλάβετε ότι:

1. Ο Αλέξης Τσίπρας ζητεί να αυξηθούν όσο γίνεται περισσότερο (που είναι αδύνατον) τα τραπεζικά κέρδη στα δύο επόμενα χρόνια, αφού απειλεί να τελειώσουν με τον αναβαλλόμενο φόρο μέχρι το 2028.

2. Ο Αλέξης Τσίπρας γνωρίζει άριστα ότι δεν πρόκειται για φόρο που χρωστούν οι τράπεζες αλλά για υποχρέωση που βαραίνει το ελληνικό δημόσιο και γι αυτό «απειλεί» να βάλει έκτακτο φόρο.

3. Αν πάλι ο Αλέξης Τσίπρας καμώνεται πως δεν κατανοεί τα παραπάνω, αυτό σημαίνει πως ετοιμάζεται να κλείσει και πάλι τις τράπεζες, όπως άλλωστε άφησε να εννοηθεί με το πρόσφατο «έπρεπε να τις έχω κλείσει ο ίδιος από την αρχή», δηλαδή με το που σχημάτισε κυβέρνηση το 2015.

Για όσες/όσους δεν έχουν την υπομονή/χρόνο να διαβάσουν την ανάλυση του ΔΝΤ, ζήτησα από το ChatGPT να κάνει την απλή σύνοψη που ακολουθεί:

«Η μέθοδος αναβαλλόμενης φορολογίας στις ελληνικές τράπεζες είναι ένας μηχανισμός που τους επιτρέπει να μεταφέρουν φορολογικές ζημίες από το παρελθόν και να τις χρησιμοποιήσουν για να πληρώσουν λιγότερο φόρο στο μέλλον.

Με απλά λόγια, όταν μια τράπεζα έχει μεγάλες ζημίες – για παράδειγμα επειδή πολλά δάνεια δεν αποπληρώθηκαν – αποκτά το δικαίωμα να μειώσει τους φόρους που θα όφειλε να πληρώσει όταν ξαναγίνει κερδοφόρα.

Στην Ελλάδα, μετά την οικονομική κρίση, θεσπίστηκε ένα ειδικό καθεστώς για τις τράπεζες. Σύμφωνα με αυτό, ένα μέρος αυτών των μελλοντικών φορολογικών ωφελημάτων έχει την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν η τράπεζα δεν εμφανίσει αρκετά κέρδη στο μέλλον, μπορεί να διατηρήσει το όφελος αυτό, καθώς το κράτος εγγυάται την αξία του.

Ο μηχανισμός αυτός βοήθησε τις ελληνικές τράπεζες να ενισχύσουν τα κεφάλαιά τους μετά την κρίση και να παραμείνουν χρηματοοικονομικά ισχυρές.

Παράδειγμα:

Αν μια τράπεζα χάσει 1 δισεκατομμύριο ευρώ λόγω προβληματικών δανείων, αποκτά το δικαίωμα να πληρώσει λιγότερους φόρους στο μέλλον. Αυτό το δικαίωμα θεωρείται περιουσιακό στοιχείο για την τράπεζα και σε ορισμένες περιπτώσεις υποστηρίζεται από το Ελληνικό Δημόσιο.

Πάμε τώρα στο κείμενο του ΔΝΤ και διαβάστε τουλάχιστον την τελευταία παράγραφο:

Παράρτημα ΙΙ. Αναβαλλόμενες Φορολογικές Πιστώσεις (Deferred Tax Credits - DTCs)

1. Οι Αναβαλλόμενες Φορολογικές Πιστώσεις (Deferred Tax Credits - DTCs) έχουν τις ρίζες τους στην ελληνική κρίση χρέους των αρχών έως τα μέσα της δεκαετίας του 2010. Ως αποτέλεσμα των μεγάλων ζημιών που υπέστησαν, οι ελληνικές τράπεζες συσσώρευσαν σημαντικές Αναβαλλόμενες Φορολογικές Απαιτήσεις (Deferred Tax Assets - DTAs). Οι DTAs καταχωρούνταν ως στοιχεία του ενεργητικού στους ισολογισμούς τους, όμως, σύμφωνα με τους κανόνες τραπεζικής εποπτείας (prudential rules), έπρεπε να αφαιρούνται από τα εποπτικά κεφάλαια κατά τον υπολογισμό της κεφαλαιακής επάρκειας. Η αφαίρεση αυτή προβλεπόταν από το πλαίσιο της (Συμφωνίας της) Βασιλείας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επειδή οι DTAs έχουν αξία μόνο εφόσον η τράπεζα παρουσιάζει κέρδη. Εάν η τράπεζα χρεοκοπούσε, οι απαιτήσεις αυτές πιθανότατα δεν θα άξιζαν τίποτε.

2. Προκειμένου να ενισχύσει την κεφαλαιακή θέση των τραπεζών, το Ελληνικό Δημόσιο θέσπισε τον Νόμο 4172/2013, ο οποίος παρείχε κρατική εγγύηση στις επιλέξιμες DTAs. Οι απαιτήσεις αυτές μετατράπηκαν σε Αναβαλλόμενες Φορολογικές Πιστώσεις (DTCs). Στο καθεστώς αυτό εντάχθηκαν μόνο DTAs που είχαν δημιουργηθεί έως τις 23 Νοεμβρίου 2016, ενώ μετά την ημερομηνία αυτή δεν δημιουργήθηκαν ούτε πρόκειται να δημιουργηθούν νέες DTCs.

Οι DTAs που μπορούσαν να μετατραπούν σε DTCs προέρχονταν από τρεις κατηγορίες ζημιών:

  • Ζημίες που αναγνωρίστηκαν λόγω της συμμετοχής των ελληνικών τραπεζών στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους (PSI), οι οποίες αποσβένονται σε διάστημα 30 ετών.
  • Ζημίες από διαγραφές δανείων και από πώληση δανείων σε τιμή χαμηλότερη της ονομαστικής τους αξίας (below par), οι οποίες αποσβένονται σε διάστημα 20 ετών.
  • Συσσωρευμένες προβλέψεις και λοιπές ζημίες από δάνεια που σχετίζονται με πιστωτικούς κινδύνους («κόκκινα», συν δάνεια Κατσέλη), οι οποίες αποσβένονται όταν πραγματοποιούνται.

3. Οι DTCs θα μετατρέπονταν σε μετοχές μέσω εισφοράς κεφαλαίου από το Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον μια τράπεζα εμφάνιζε ζημίες σε οποιοδήποτε οικονομικό έτος. Η μετατροπή υπολογιζόταν με συγκεκριμένο μαθηματικό τύπο: το ποσοστό των εκκρεμών DTCs που μετατρεπόταν ήταν ίσο με το ποσοστό που αντιπροσώπευαν οι ετήσιες ζημίες επί του αθροίσματος των ιδίων κεφαλαίων στο τέλος του έτους και των ζημιών του ίδιου έτους.

Εάν κατά τη διάρκεια του έτους δεν υπήρχε άλλη μεταβολή στα ίδια κεφάλαια, πέραν των ζημιών (π.χ. αύξηση μετοχικού κεφαλαίου), τότε το ποσοστό αυτό ισοδυναμούσε απλώς με το ποσοστό του αρχικού κεφαλαίου που χάθηκε.

Για παράδειγμα, εάν μια τράπεζα κατέγραφε λογιστικές ζημίες ίσες με το 20% των κεφαλαίων που διέθετε στην αρχή του έτους, το Ελληνικό Δημόσιο θα εισέφερε κεφάλαιο ίσο με το 20% των εκκρεμών DTCs.

Τύπος υπολογισμού:

DTC προς μετατροπή ισούται με το DTC πριν από τη μετατροπή πολλαπλασιαζόμενο με το κλάσμα Λογιστικές ζημίες μετά από φόρους του έτους προς Σύνολο ιδίων κεφαλαίων στο τέλος του έτους μείον Λογιστικές ζημίες μετά από φόρους του έτους.

4. Σε αντίθεση με τις DTAs, των οποίων η αξιοποίηση εξαρτάται από τη μελλοντική κερδοφορία της τράπεζας, οι DTCs δεν εξαρτώνται από αυτήν και, συνεπώς, δεν απαιτείται να αφαιρούνται από τα Κοινά Ίδια Κεφάλαια της Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 – CET1) για εποπτικούς σκοπούς.

Οι DTCs αποτελούν επομένως μια καθαρά εποπτική έννοια και όχι λογιστική ή οικονομική. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι, τεχνικά, οι DTCs δεν «προσμετρώνται» ως κεφάλαιο CET1, όπως συχνά αναφέρεται. Μια τέτοια διατύπωση δημιουργεί την εντύπωση ότι πρόκειται για ένα είδος ισότιμου μετοχικού κεφαλαίου. Η ακριβέστερη περιγραφή είναι ότι δεν αφαιρούνται από τα εποπτικά κεφάλαια. Έτσι, παραμένουν ως στοιχεία του ενεργητικού για σκοπούς εποπτικής κεφαλαιακής επάρκειας και, ως αποτέλεσμα, το ύψος των εποπτικών κεφαλαίων της τράπεζας είναι μεγαλύτερο κατά το ποσό των DTCs από ό,τι θα ήταν εάν αυτά αφαιρούνταν.

5. Οι DTCs εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό στοιχείο των ισολογισμών των σημαντικών τραπεζικών ιδρυμάτων (αυτές που αποκαλούμε συστημικές τράπεζες-SIs). Στο τέλος του 2024, οι DTCs αντιστοιχούσαν στο 50,1% των κεφαλαίων CET1 των SIs. Για τα λιγότερο σημαντικά ιδρύματα (μη συστημικές τράπεζες– LSIs), το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 2,4%. Μόνο τρεις LSIs διέθεταν DTCs, με τη μεγαλύτερη να φτάνει το 30% των κεφαλαίων CET1. Ο λόγος είναι ότι το μεγαλύτερο LSI (το οποίο πρόσφατα συγχωνεύθηκε με άλλο LSI, πρόκειται για την Τράπεζα Αττικής και ήδη Crediabank) είχε ήδη αξιοποιήσει πλήρως τις DTCs του λόγω των επαναλαμβανόμενων ζημιών που κατέγραφε τα προηγούμενα έτη.

6. Παρότι οι DTCs δεν αφαιρούνται από τα εποπτικά κεφάλαια, θεωρείται ότι μειώνουν την ποιότητα των κεφαλαίων των τραπεζών. Ο βασικός λόγος είναι η στενή σχέση μεταξύ κράτους και τραπεζικού συστήματος (sovereign-bank nexus). Εάν το τραπεζικό σύστημα αντιμετώπιζε σοβαρές ζημίες, θα ενεργοποιούνταν η μετατροπή των DTCs και μέρος των ζημιών θα μεταφερόταν ουσιαστικά στο Ελληνικό Δημόσιο. Παράλληλα, υπάρχει ο κίνδυνος αραίωσης (dilution) της συμμετοχής των υφιστάμενων μετόχων, καθώς η μετατροπή των DTCs συνεπάγεται απόκτηση μετοχών από το Δημόσιο. Επιπλέον, οι DTCs θεωρούνται ότι ενέχουν κίνδυνο για τη φήμη των τραπεζών, καθώς υπενθυμίζουν την κληρονομιά της οικονομικής κρίσης. Για τον λόγο αυτό, οι εποπτικές αρχές, οι ίδιες οι τράπεζες και οι αγορές επιδιώκουν σταδιακά την εξάλειψή τους, ώστε οι ισολογισμοί των τραπεζών να αποκτήσουν μια πιο συμβατική δομή, με μικρότερη εξάρτηση από κρατικές εγγυήσεις.

7. Για τους λόγους αυτούς, οι σημαντικές ελληνικές τράπεζες (SIs) έχουν ξεκινήσει μια επιταχυνόμενη, μη γραμμική εποπτική απόσβεση των DTCs, η οποία συνδέεται με το ποσοστό των ετήσιων διανεμόμενων μερισμάτων (δηλαδή με το ύψος των καθαρών κερδών). Το σχήμα αυτό επιτρέπει να επιταχύνουν την εποπτική διαγραφή των DTCs κατά περίπου οκτώ έτη, ολοκληρώνοντάς την μετατροπή στην περίοδο 2031–2033, αντί για το 2041. Πρόκειται για εθελοντική πρωτοβουλία των τραπεζών, η οποία συμφωνήθηκε με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) και έγινε θετικά δεκτή τόσο από τους οίκους αξιολόγησης όσο και από τις αγορές.

8. Ωστόσο, η λύση αυτή είναι προσωρινή. Βασίζεται στην παραδοχή ότι οι τράπεζες θα παραμείνουν κερδοφόρες και θα συνεχίσουν να διανέμουν μερίσματα τα επόμενα χρόνια, ενώ μέχρι σήμερα η λογιστική και φορολογική μεταχείριση των DTCs παραμένει αμετάβλητη.