Ποτέ και κανένα ποσό χρήματος δεν εξαφανίζεται. Κάπου θα πάει. Σε κάποια τσέπη ή «τσέπη». Για παράδειγμα, τα εκατοντάδες εκατομμύρια δραχμές των υπερχρεωμένων, γνωστών ως «προβληματικές» επιχειρήσεις της περιόδου 1979-1989 χρεώθηκαν σε βάρος των φορολογουμένων, τα πολλά, των τραπεζών, τα περισσότερα και, τα λιγότερα, των μετόχων τους. Το ίδιο συνέβη με τα χρέη των ΔΕΚΟ, δηλαδή των κρατικών οργανισμών, που δανειζόντουσαν στο όνομα του ελληνικού κράτους, συχνά σε συνάλλαγμα και τα μετέτρεπαν σε δραχμές είτε για να καλύπτουν το κόστος της λειτουργίας τους (από τους συνεχώς αυξανόμενους μισθούς και τα «χαμηλά» τιμολόγια, κυρίως) είτε για να κλείνουν οι τρύπες που άνοιγε η κακή διαχείρισή τους, από τις λανθασμένες αποφάσεις των διοικήσεών τους (όλες κομματικώς διορισμένες), είτε από τις κλοπές που γινόντουσαν μέσω προμηθειών και άλλων σκοτεινών μεθόδων.
Όλα μαζευόντουσαν και κατέληγαν στο μεγάλο δημόσιο χρέος, δηλαδή σε λογαριασμούς που θα έπρεπε, κάποια στιγμή, να πληρώσουν οι φορολογούμενοι. Όπερ και εγένετο: μετά το 2010, όταν οι αγορές έχασαν την εμπιστοσύνη τους στο ελληνικό κράτος, βρεθήκαμε, εμείς οι φορολογούμενοι, να χρωστάμε τεράστια ποσά. Κι επειδή ήταν αδύνατο, ακόμη και με τα μέτρα βαριάς λιτότητας που επιβλήθηκαν και τις περικοπές που έγιναν σε όσα πλήρωνε το κράτος, να συγκεντρωθούν – και μάλιστα σε τόσο σύντομο χρόνο – ένα τόσο μεγάλο ποσό, χρειάστηκε να μας δανείσουν οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι και το ΔΝΤ.
Το ποιος χρωστούσε σε ποιoν, ποιο ποσό και για ποιο λόγο, κανείς δεν το γνώριζε με ακρίβεια, μέχρις ότου οι «τροϊκανοί» απαίτησαν να συντάξουν όλοι οι δημόσιες επιχειρήσεις και οι άλλοι οργανισμοί του δημοσίου, αλλά και το ίδιο το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και, προφανώς οι εμπορικές τράπεζες, ακόμη και οι ιδιωτικές, λεπτομερείς και ονομαστικούς καταλόγους με τα χρέη.
Ποτέ στη Βουλή δεν έγινε κάποια συζήτηση, συγκροτημένη και ρεαλιστική, για όλα αυτά. Ποτέ η δημόσια διοίκηση, δηλαδή οι κυβερνήσεις, δεν πήραν στα χέρια τους, ούτε βεβαίως τις ζήτησαν, εκθέσεις που να καταγράφουν με λεπτομέρεια και διαφάνεια όλα αυτά τα χρέη. Με αποτέλεσμα, κανείς πολίτης να μη γνωρίζει σε ποιόν πλήρωσε τόσα χρήματα. Προφανώς, δεν γνωρίζει και σε ποιoν να τα χρεώσει.
Το μόνο που μας γλιτώνει από την επανάληψη αυτής της κατάστασης είναι η ιδιωτικοποίηση πολλών από εκείνους τους δημόσιους οργανισμούς/επιχειρήσεις, που σημαίνει ότι ακολουθούν πλέον Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και ελέγχονται από τους μετόχους τους, η εποπτεία του τραπεζικού συστήματος από την Τράπεζα Ελλάδος και τον ευρωπαϊκό Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM), η μεταβίβαση των «κόκκινων» δανείων σε funds και η διαχείρισή τους από εξειδικευμένους servicers, η εποπτεία των λογαριασμών του ελληνικού κράτους από τους ειδικούς μηχανισμούς της συλλογικής Ευρωπαϊκής Εποπτείας και, τελικά, από το Εθνικό Αναπτυξιακό Ταμείο (υπερταμείο) και άλλους οργανισμούς που ιδρύσαμε και λειτουργούν κατ’ απαίτησιν της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κι όμως, ακόμη σήμερα, η ρυθμιστική αρχή για την Ενέργεια (ΡΑΑΕΥ) αποκάλυψε ότι χρωστούμε σε απλήρωτους λογαριασμούς ηλεκτρισμού περισσότερα από τρεις χιλιάδες εκατομμύρια ευρώ ή ποσό άνω των 3 δισ., όταν συνολικά για την Άμυνα της χώρας ξοδεύουμε 5,8 δισ. ευρώ!
Αν μαζέψουμε και πόσα άλλα χρωστούνται και δεν πληρώνονται, θα καταλάβουμε πόσο παραμένουμε αδιόρθωτοι και πόσο πολύ κάποιοι αδιαφορούν για όσα πληρώνουν οι γείτονές τους και συμπολίτες τους. Αδιαφορούν σε βαθμό προσβλητικό προς εμάς που πληρώνουμε τους λογαριασμούς και τα χρέη μας.
Κατά τα λοιπά έχουμε όλοι το ίδιο ακριβώς δικαίωμα ψήφου. Τα έχει αυτά η Δημοκρατία, αλλά δεν χρειάζεται να είναι η δική μας «δημοκρατία» τόσο εφεκτική. Κάτι πρέπει να αλλάζει, όταν οι πολίτες που πληρώνουν ψηφίζουν για να έχουν κράτος νοικοκύρη. Γιατί τα χρέη που δεν πληρώνονται καταλήγουν πάντοτε στην τσέπη των πολιτών που πληρώνουν τα χρέη τους.
