Ερχονται λοιπόν νέα κόμματα. Της Καρυστιανού. Του Τσίπρα. Του Σαμαρά, ίσως. Ακόμη και του Πολάκη. Σπεύδουν να πάρουν θέση στο ήδη θολό και μπερδεμένο τοπίο της αντιπολίτευσης. Αν υπάρχουν τόσες προσδοκίες για κάποιο μερίδιο στην προσεχή κάλπη, είναι γιατί μυρίζει «αίμα» στο πολιτικό πεδίο.
Ματώνει η πολιτική πλειοψηφία του 2024, του 2023 και των δύο αναμετρήσεων του 2019. Από τα 1,8 εκατομμύρια ψηφοφόρων στις ευρωεκλογές του 2019, που λίγες ημέρες αργότερα έγιναν 2,2 εκατ. στις βουλευτικές, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αύξησε σε 2,4 εκατ. «ΝΑΙ» στις βουλευτικές του 2023, για να πέσει στο 1,1 εκατομμύριο ψήφους έναν χρόνο αργότερα, στην ευρωκάλπη του 2024. Βεβαίως, το ποσοστό της τελευταίας πραγματικής αναμέτρησης ήταν «μόλις» 28,3%.
Λογικό και αναμενόμενο. Δεν πρόκειται άλλωστε για οριστική ζημιά. Με την προϋπόθεση ότι η Νέα Δημοκρατία θα καταφέρει να κερδίσει και πάλι την εμπιστοσύνη ενός σε κάθε τρεις πολίτες που θα πάνε στην κάλπη, την επόμενη κυβέρνηση θα σχηματίσουν και πάλι οι «μπλε».
Δύσκολο. Κυρίως γιατί πολλοί από όσους θα εκφραστούν με την ψήφο τους, θα το κάνουν για να δώσουν μήνυμα αρνητικό. Υπάρχουν ολοένα περισσότερα σημάδια ότι έχει ολοκληρωθεί ο κύκλος εμπιστοσύνης εκείνων που συσπειρώθηκαν για να μην επαναληφθούν τα λάθη, ένθεν κακείθεν, της μακράς δεκαετίας 2009-2018.
Το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας αυτές τις ημέρες έδειξε αυτήν ακριβώς την κόπωση.
Όμως, το καλύτερο φάρμακο σε αυτή την μάλλον φυσιολογική αναιμία της κυβερνώσας πλειοψηφίας είναι οι «νέοι» αντίπαλοί της. Οι αντίπαλοι του κ. Μητσοτάκη είναι πολλοί και κάνουν όλοι το ίδιο λάθος: στοχεύουν στην αποκαθήλωση του ηγέτη της κεντροδεξιάς και πολύ λίγα έχουν να πουν για όσα χρειάζεται να επιτύχει η Ελλάδα στην επόμενη τετραετία.
Επ’ αυτού του μάλλον κρίσιμου ζητήματος, ιδιαιτέρως για εκλογές στις εποχές που ζούμε, το πολύφερνο τοπίο των αντιπάλων της σημερινής πλειοψηφίας, δεν έχει πολλά νέα για να πει. Ακόμη χειρότερα: όσα περισσότερα λέγει το κάθε ένα ρεύμα του αντι-μητσοτακικού κύματος, όσο περισσότερο εξηγεί τι θέλει να κάνει στην πράξη ο καθένας και η καθεμιά των αντιπολιτευομένων σχηματισμών, εφόσον βρεθεί στην διακυβέρνηση, τόσο θα πολλαπλασιάζεται ο σκεπτικισμός και η αμφιβολία μεταξύ όσων πολιτών έχασε η πλειοψηφία στην τελευταία κάλπη.
Με δεδομένο ότι η παράταξη της οποίας χωρίς καμία πλέον αμφισβήτηση ηγείται ο κ. Μητσοτάκης, κέρδισε στη δεύτερη κυβερνητική αναμέτρηση φέρνοντας κοντά της πάνω από 150.000 πρόσθετους ψηφοφόρους φθάνοντας στο ρεκόρ των 2 εκατομμυρίων 407 χιλιάδων πολιτών. Σημειώστε ότι ο Αλέξης Τσίπρας είχε πάρει μαζέψει 2 εκατ. 245 χιλιάδες τον Ιανουάριο και 1 εκατ.926 τον Σεπτέμβριο του 2015, ενώ ο Γιώργος Παπανδρέου είχε κερδίσει 3 εκατ. 12 χιλιάδες πολίτες το 2009 και ο Κώστας Καραμανλής 3 εκατ. 360 χιλιάδες το 2004.
Το συμπέρασμα είναι απλό: αν ο κ. Μητσοτάκης καταφέρει να κινητοποιήσει πάνω από 2 εκατομμύρια πολίτες στο πλευρό του, ήδη από την πρώτη κάλπη, ο πολυκερματισμός της αντιπολίτευσης θα τον διευκολύνει διπλά: οι πολίτες θα έχουν στείλει μήνυμα αλλά μετά θα καθήσουν σπίτι τους περιμένοντας να σχηματιστεί κυβέρνηση.
Με αυτά κατά νου, το επιτελείο της Νέας Δημοκρατίας βλέπει τους newcomers και αναφωνεί «καλώς τους κι ας αργήσατε». Γιατί, αν τελικά ο εκλογικός κύκλος είναι βραχύς, το μόνο που τελικά θα μετρήσει στο φώτο φίνις είναι ποιος θέλουμε να σηκώνει το τηλέφωνο όταν έρχονται τα άσκημα νέα.
