Είναι θλιβερές οι απίθανες απόψεις που ακούγονται στο δημόσιο διάλογο για την προσπάθεια της χώρας να μειώσει το κρατικό χρέος. Η πιο συνηθισμένη, τις τελευταίες εβδομάδες, είναι αυτή που ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει λόγος και είναι λάθος να αποπληρώνουμε με ταχείς ρυθμούς το ύψος του χρέους και, για κάποια «ακριβότερα» δάνεια, προτού φθάσουν στη λήξη τους.
Ο πολιτικός κόσμος αρέσκεται να παριστάνει πως δεν υφίσταται πλέον ζήτημα υπερχρέωσης της Ελληνικής Δημοκρατίας, επειδή ρυθμίσαμε τα σχετικά υπό την εποπτεία των δανειστών μας Ευρωπαίων. Συνεχίζει δηλαδή τη στάση, πλην ορισμένων πεφωτισμένων διαλειμμάτων, ακόμη και μετά το τρίτο μνημόνιο, σύμπασας της πολιτικής «τάξης», που συστηματικά αδιαφορεί για την ανάγκη να μειωθεί το δημόσιο χρέος, τουλάχιστον, κοντά στο 90% του εθνικού εισοδήματος.
Προφανώς, η υγιής μείωση χρέους γίνεται από τις δύο κατευθύνσεις. Η μια προκύπτει από την αύξηση του εθνικού εισοδήματος, αφού το χρέος εκφράζεται σε αναλογία προς το ΑΕΠ. Η άλλη όμως μείωση χρέους προκύπτει όταν τα δάνεια που εξοφλούνται είναι μεγαλύτερα από εκείνα που συνάπτει, για λόγους τρέχουσας διαχείρισης, το κράτος.
Αυτό κάνει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Αποτελεί αυτό άριστη πρακτική. Το αναγνωρίζουν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και όλοι οι σοβαροί διεθνείς οργανισμοί, ανάμεσά τους και οι κρίσιμοι για εμάς, οργανισμοί αξιολόγησης της δανειοληπτικής μας ικανότητας.
Ο εφαρμοζόμενος προγραμματισμός σκοπεύει στη μείωση του χρέους στο 119% του ΑΕΠ μέχρι το 2029. Είκοσι χρόνια πίσω, το 2009, το χρέος ήταν στο 127%. Το 2019, όταν πλέον είχαν τελειώσει τα ασφυκτικά προγράμματα δημοσιονομικής διόρθωσης, είχε πάει στο 180%. Ένα χρόνο αργότερα όμως, λόγω του έκτακτου δανεισμού για να καλυφθούν οι έκτακτες ανάγκες στήριξης εν μέσω πανδημίας, έφτασε στο 209% του ΑΕΠ.
Η πανδημική κρίση θα είχε διαλύσει τη χώρα αν δεν είχε προηγηθεί η εξυγίανση και ρύθμιση του χρέους και αν η Ελλάδα δεν ήταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τις πλάτες της οποίας δανειστήκαμε τα απαιτούμενα τεράστια ποσά.
Επιβεβαιώνει όμως την ανάγκη να μειώνουμε συνεχώς το απόλυτο και το σχετικό ύψος του Χρέους. Οι ξαφνικές κρίσεις, όπως και αυτή που ζούμε τώρα, υπενθυμίζουν την ανάγκη να συνεχιστεί η σίγουρα σοφή πολιτική διαχείριση του δημόσιου χρέους.
Όλα τα άλλα είναι ανοησίες που αποσκοπούν στην τύφλωση της κοινής γνώμης και την αποκοίμιση των πολιτών.
Θα ήταν σωστό να αναλάβει ο υπουργός Πιερρακάκης την πρωτοβουλία ώστε η Βουλή να συζητήσει, έστω στην αρμόδια Επιτροπή της, καλώντας τους αρμόδιους και άλλους έμπειρους διαχειριστές του χρέους να φωτίσουν τα πραγματικά δεδομένα.
