Το όνειρο των αριστερών όπως και των φασιστών ήταν και παραμένει πάντα το κλείσιμο των τραπεζών και των συνόρων προκειμένου να εμποδίσουν τους πολίτες να επιλέγουν που θέλουν να εργάζονται και να φορολογούνται ή να κάνουν τα χρήματά τους ότι επιθυμούν.
Ένα από τα διαχρονικά χαρακτηριστικά των αυταρχικών ιδεολογιών, είτε αυτές προέρχονται από την άκρα Αριστερά είτε από τον φασισμό και τον εθνικοσοσιαλισμό λοιπόν, είναι η δυσπιστία απέναντι στην ελευθερία επιλογής των πολιτών.
Η ελευθερία μετακίνησης, η ελευθερία διαχείρισης της περιουσίας και η δυνατότητα επιλογής του τόπου εργασίας, διαμονής και φορολόγησης θεωρούνται συχνά απειλή για την κεντρική εξουσία. Γι’ αυτό και ιστορικά τα καθεστώτα αυτά επιδίωξαν τον έλεγχο των τραπεζών, των κεφαλαίων και των συνόρων.
Ο Αλέξης Τσίπρας ανέφερε πρόσφατα ότι ένα από τα λάθη του το 2015 ήταν πως δεν έκλεισε τις τράπεζες από την πρώτη ημέρα ανάληψης της εξουσίας. Η άποψη αυτή αποκαλύπτει μια βαθιά άγνοια για το πώς λειτουργεί η εμπιστοσύνη σε μια οικονομία. Οι τράπεζες δεν καταρρέουν επειδή οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να αποσύρουν τα χρήματά τους. Καταρρέουν όταν οι πολίτες χάνουν την εμπιστοσύνη τους σε αυτούς που τις εποπτεύουν και διαχειρίζονται τη χώρα.
Το καλοκαίρι του 2015 υπήρξε ένα ιστορικό παράδειγμα. Οι καταθέτες ανησυχούσαν ότι η Ελλάδα θα βρεθεί εκτός ευρώ ή ότι οι αποταμιεύσεις τους θα μετατραπούν σε ένα υποτιμημένο εθνικό νόμισμα. Τα capital controls και το κλείσιμο των τραπεζών δεν αποκατέστησαν την εμπιστοσύνη. Αντίθετα, επιβεβαίωσαν τους φόβους και προκάλεσαν σημαντική οικονομική ζημιά σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Η δυνατότητα ενός πολίτη να αποφασίζει πού θα τοποθετήσει τις αποταμιεύσεις του δεν διαφέρει ουσιαστικά από το δικαίωμά του να επιλέγει πού θα εργαστεί, πού θα επενδύσει ή σε ποια χώρα θα ζήσει. Όταν ένα κράτος προσπαθεί να εμποδίσει αυτές τις επιλογές μέσω περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων ή μέσω κλειστών συνόρων, στην πραγματικότητα παραδέχεται ότι δεν μπορεί να πείσει τους πολίτες να παραμείνουν με τα πλεονεκτήματα που προσφέρει. Επιχειρεί να τους κρατήσει με καταναγκασμό.
Η προστασία της ιδιοκτησίας και της περιουσίας αποτελεί θεμέλιο κάθε σύγχρονης και ευημερούσας κοινωνίας. Οι επενδύσεις, η επιχειρηματικότητα και η οικονομική ανάπτυξη δεν ανθίζουν εκεί όπου κυριαρχεί ο φόβος της αυθαίρετης δέσμευσης ή απαξίωσης της περιουσίας. Ανθίζουν εκεί όπου υπάρχουν σαφείς κανόνες, σεβασμός των δικαιωμάτων και εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα σύνορα πρέπει να είναι ανεξέλεγκτα. Τα ανοιχτά σύνορα χωρίς κανόνες μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις. Από την άλλη πλευρά, τα ερμητικά κλειστά σύνορα αποτελούν χαρακτηριστικό κοινωνιών που φοβούνται την ελευθερία.
Η ισορροπία βρίσκεται στον αποτελεσματικό έλεγχο των συνόρων και στην ταυτόχρονη διασφάλιση της ελευθερίας των πολιτών να μετακινούνται, να εργάζονται, να επενδύουν και να διαχειρίζονται την περιουσία τους όπως οι ίδιοι κρίνουν καλύτερα.
Τελικά, η πραγματική δύναμη μιας χώρας δεν μετριέται από το πόσο εύκολα μπορεί να κλείσει τις τράπεζες ή τα σύνορά της, αλλά από το πόσο ισχυρούς θεσμούς διαθέτει ώστε οι πολίτες να επιλέγουν ελεύθερα να παραμένουν σε αυτήν.
📬🖊️ Επιστολές αναγνωστών
1)Όσοι δεν προσαρμοστούν θα την πατήσουν
Κύριε Στούπα, σχετικά με το άρθρο σας: « Η οργή έχει αιτία αλλά όχι λύση»
Μεγάλωσα στη Γερμανία και έζησα εκεί για πολλές δεκαετίες. Από τα πολλά που μου άρεσαν στη Γερμανία, ήταν τα μεγάλα Kaufhäuser (εμπορικός οίκος) όπως το Karstadt ή το C u A, ή το KDW στο Βερολίνο. Τουλάχιστον μια φορά τη μέρα έμπαινα σε ένα τέτοιο μεγάλο πολυκατάστημα, τις περισσότερες φορές όχι για να ψωνίσω κάτι, αλλά για να περπατήσω μέσα στον κόσμο και να θαυμάσω τα προϊόντα (όλα δημιουργίες ανθρώπινης ευφυΐας) που τα βλέπω (και τώρα) ως έργα τέχνης (παραξενιά μου αυτή, ξέρω, άλλοι μιλάνε εδώ για καταναλωτισμό ή υλισμό).
Πριν περίπου 20 χρόνια επέστρεψα στην Ελλάδα. Εδώ μου λείπουν οι βόλτες στα μεγάλα εμπορικά μαγαζιά. Μία με δύο φορές το χρόνο όμως πηγαίνω ταξίδι στη Γερμανία, συνήθως στο Βερολίνο όπου έχω καλούς φίλους. Ναι, ξέρετε τι θα πω τώρα, κάνω τις βόλτες, που τόσο τις λαχτάρησα, στους εμπορικούς οίκους. Μέσα σε αυτά τα τεράστια μαγαζιά έχει (μάλλον είχε) καφετέριες, παγωτατζίδικα, εστιατόρια. Κάθομαι, μάλλον καθόμουν, εκεί και έτρωγα ή έπινα τον καφέ μου μαζί με ένα ωραίο κομμάτι τούρτα ( μοναδικές οι γερμανικές τούρτες) και παρατηρούσα τον κόσμο γύρω μου.
Πριν από 15 χρόνια περίπου άρχισα να βρίσκω όλο και λιγότερο κόσμο στα αγαπημένα μου πολυκαταστήματα. Αρχικά δεν του έδωσα και μεγάλη σημασία, ώσπου η έλλειψη κόσμου σε αυτά τα μαγαζιά έγινε εφιαλτικά αισθητή. Καταστήματα κλείνουν, άλλα δεν έχουν πια εστιατόριο, όλα έχουν πλέον λίγες πωλήτριες ή πωλητές, υπάρχουν μόνο ελάχιστα ταμεία με ανθρώπους να δουλεύουν σε αυτά, τα ταμεία είναι αυτόματα, περνάς δηλαδή το παντελόνι που θέλεις να αγοράσεις με το bar code από το μηχάνημα και το βάζεις μετά μόνος στην σακούλα. Με έπιασε κατάθλιψη και ρώτησα τους φίλους μου να μου πουν τι συμβαίνει με αυτά τα αγαπημένα μου μαγαζιά. Μου εξήγησαν πως το concept Kaufhaus φτάνει προς το τέλος του, οι νέοι και οι μεσήλικες ψωνίζουν από το ίντερνετ και από μικρά ειδικευμένα μαγαζιά που ταυτόχρονα προσφέρουν με διάφορους τρόπους lifestyle.
Ο κόσμος αλλάζει, πάντα άλλαζε και πάντα οι άνθρωποι κάθε γενιάς που πίστευαν πως ο δικός τους κόσμος ήταν για πάντα ο μόνος πραγματικός, έβλεπαν τον κόσμο να χαλάει. Αυτός όμως άντεχε και θα αντέξει ακόμα για πάρα πολύ, με τους ανθρώπους στο μέλλον να μην είναι λιγότερο ευτυχισμένοι, ή περισσότερο δυστυχισμένοι, από ό,τι είμαστε εμείς. Επίσης, θα βρίσκουν καινούριους τρόπους να βγάζουν χρήματα. Μόνο όσοι δεν προλάβουν να προσαρμοστούν, θα την πατήσουν.
Γ.Κ.
2) Σχετικά με τους μισθούς πείνας
Κύριε Στούπα, καλημέρα σας.
Διαβάζω ανελλιπώς τις αναλύσεις σας από πολύ νέος, και ας είμαι σήμερα 36 ετών. Όλα αυτά τα χρόνια συμφωνώ σε πάνω από το 80% με αυτά που γράφετε, αλλά τελευταία παρακολουθώ στενά τη συζήτηση που άνοιξε για τις αμοιβές στον ιδιωτικό τομέα.
Θα σας μιλήσω με απόλυτη ειλικρίνεια και θα καταθέσω τη δική μου πραγματικότητα, η οποία έρχεται να κουμπώσει απόλυτα με την εξαιρετική επιστολή του αναγνώστη σας Δ.Κ. που διάβασα σήμερα και με έκανε να σας στείλω για πρώτη φορά, αποδομώντας όμως το αφήγημα ότι «όποιος έχει όρεξη και προσόντα, αμείβεται».
Είμαι 12 χρόνια Ηλεκτρονικός Μηχανικός του R&D σε μία από τις μεγαλύτερες και πιο εξωστρεφείς βιομηχανίες ηλεκτρονικών στη Βόρεια Ελλάδα. Έχω πτυχίο ΤΕΙ (ΑΤΕΙ Θεσσαλονίκης), δύο μεταπτυχιακά (Βιομηχανικό Σχεδιασμό και Εφαρμοσμένα Ηλεκτρονικά) και τα skills μου περιλαμβάνουν Analog Design, PCB Layout και 3D CAD (δεν αναφέρω καν αυτονόητα για τη δουλειά μας, όπως κώδικα κ.λπ.). Στην Ευρώπη, αυτό το stack καλύπτει δύο ή τρεις διαφορετικές θέσεις εργασίας και σου λένε και ευχαριστώ. Στην Ελλάδα, η επιχείρηση παίρνει το πακέτο «3 σε 1».
Ο καθαρός μισθός μου, μετά από 12 χρόνια στην ίδια δουλειά (ξεκίνησα να εργάζομαι εκεί ακριβώς μετά την πρακτική μου), δύο παιδιά και την πρόσφατη αποφορολόγηση, μόλις που αγγίζει τα 1.450 ευρώ. Μάλιστα, για να βοηθήσω την οικογένειά μου, αναγκάζομαι να δουλεύω και τα απογεύματα διδάσκοντας σε ιδιωτικό ΣΑΕΚ για επιπλέον 200-300 ευρώ, τα οποία όμως εξανεμίζονται λόγω των κρατήσεων και της τελικής φορολογίας. Το τραγικό αποτέλεσμα; Έχω φτάσει στο σημείο να μην χαίρομαι την ίδια μου την οικογένεια, τρέχοντας από δουλειά σε δουλειά, μόνο και μόνο για να μπορώ να της παρέχω τα στοιχειώδη. Όταν διεκδίκησα αύξηση στην κύρια εργασία μου προβάλλοντας την εξέλιξη των γνώσεών μου, η επίσημη απάντηση του management ήταν η κλασική ελληνική επωδός: «Ουδείς αναντικατάστατος».
Την ίδια ακριβώς ώρα, η σύζυγός μου, με πτυχίο ΤΕΦΑΑ Κομοτηνής, δεύτερο πτυχίο στη Λογιστική και Χρηματοοικονομική (ΤΕΙ Σερρών) και μεταπτυχιακό από το ΠΑΜΑΚ (Δίκαιο και Οικονομικά), εργάζεται 5 χρόνια στον κλάδο της (Λογιστικά) και αμείβεται με 877 ευρώ καθαρά.
Δηλαδή, ένα σπίτι με 3 πτυχία, 3 μεταπτυχιακά και σχεδόν 20 χρόνια αθροιστικής εμπειρίας, εισφέρει στην ελληνική οικονομία και μεγαλώνει δύο παιδιά με περίπου 2.500 ευρώ τον μήνα συνολικά.
Όπως πολύ σωστά έγραψε ο Δ.Κ., το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη εξειδίκευσης ή η «άρνηση για δουλειά». Το πρόβλημα είναι η δομική ανικανότητα της πλειονότητας των ελληνικών επιχειρήσεων να αξιολογήσουν και να διαχειριστούν την υψηλή εξειδίκευση. Προτιμούν τη μετριότητα με χαμηλό κόστος, παρά την υπεραξία με το ανάλογο τίμημα. Κοιτάζουν τη λογιστική εγγραφή του μήνα και όχι το R&D του μέλλοντος.
Όταν λοιπόν οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν τους επιστήμονες ως αναλώσιμους εργάτες γραμμής παραγωγής, είναι νομοτελειακό ότι οι εργαζόμενοι, προκειμένου να προστατεύσουν την ψυχική τους υγεία, θα διολισθήσουν σε «υπαλληλική νοοτροπία δημοσίου». Όχι από τεμπελιά, αλλά από καθαρή απογοήτευση.
Όταν η αγορά κλαίγεται ότι «δεν βρίσκει στελέχη» αλλά αμείβει τους μηχανικούς με μισθούς λαντζέρη, τότε το brain drain δεν είναι επιλογή κακομαθημένων, αλλά πράξη επιβίωσης.
Τέλος, δεν θα ήθελα να σχολιάσω τις επιστολές των υπόλοιπων αναγνωστών. Η μία πλευρά, αυτή του «εργοδότη», μονίμως κλαίγεται για το μη μισθολογικό κόστος την ίδια ώρα που υποτιμά το προσωπικό της (αναφέρομαι στην ΓΕΝΙΚΗ λογική). Η άλλη πλευρά, αυτή του επιτυχημένου manager που είδε τον τζίρο της εταιρείας του να τετραπλασιάζεται, αποτελεί την εξαίρεση του 1 στους 100.000 στην Ελλάδα. Η σκληρή πραγματικότητα για τη συντριπτική πλειονότητα των εξειδικευμένων στελεχών είναι αυτή που περιγράφω παραπάνω.
Σας ευχαριστώ που μου επιβεβαιώσατε ότι το brain drain είναι μονόδρομος για εμένα και την οικογένειά μου.
Με εκτίμηση,
Κ.Χ. , Θεσσαλονίκη
