Η Ελλάδα, παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, συνεχίζει να έχει από τους χαμηλότερους μισθούς στην Ευρώπη. Αυτό οφείλεται κυρίως στη χαμηλή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, αλλά και στο χαμηλό επίπεδο ειδίκευσης ενός μέρους του εργατικού δυναμικού, καθώς και στη μειωμένη διάθεση για εργασία και επαγγελματική εξέλιξη.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε σημαντικά λόγω της φυγής, κατά την προηγούμενη δεκαετία, εκατοντάδων χιλιάδων νέων υψηλής ειδίκευσης προς χώρες του εξωτερικού.
Με βάση τον δείκτη παραγωγικότητας ανά εργαζόμενο (GDP per hour worked), η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο 55%-65% του μέσου όρου της ΕΕ, ανάλογα με τη μέτρηση και το έτος. Αυτό σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος στην Ελλάδα παράγει, κατά μέσο όρο, περίπου τα δύο τρίτα της αξίας που παράγει ο μέσος εργαζόμενος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι βασικοί λόγοι της υστέρησης της ανταγωνιστικότητας είναι η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας, το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων, οι χαμηλές επενδύσεις σε τεχνολογία και καινοτομία, η αργή απονομή της δικαιοσύνης, η γραφειοκρατία και η πολυπλοκότητα των κανονισμών, καθώς και η δημογραφική γήρανση και το brain drain.
Ωστόσο, η εικόνα βελτιώνεται.
Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών έχουν αυξηθεί σημαντικά. Οι επενδύσεις σε data centers, logistics, ενέργεια και τουρισμό ενισχύουν την παραγωγική βάση. Η Ελλάδα έχει ανακτήσει μέρος της χαμένης ανταγωνιστικότητας της περιόδου 2010-2020.
Παρά τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα και τους χαμηλούς μισθούς, μια σημαντική πλειοψηφία των Ελλήνων φαίνεται να ευημερεί, τηρουμένων των αναλογιών.
Τι δείχνουν οι αριθμοί
Το 2023, για παράδειγμα, δηλώθηκαν στην εφορία περίπου 106 δισ. ευρώ εισοδήματα, αυξημένα κατά 14,4 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2022. Την ίδια περίοδο, η ιδιωτική κατανάλωση κινήθηκε κοντά στα 146 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 40 δισ. ευρώ υψηλότερα από τα δηλωμένα εισοδήματα.
Κάτι ανάλογο συνέβη και το 2025, όταν τα δηλωθέντα εισοδήματα υπολογίζονται σε πάνω από 110 δισ. ευρώ και η κατανάλωση σε περισσότερα από 150 δισ. ευρώ. Όχι, οι Έλληνες δεν καταναλώνουν τα «έτοιμα» των τραπεζικών καταθέσεων, όπως διατείνονται ορισμένοι πονηροί οικονομολόγοι που παριστάνουν τους αφελείς. Η Ελλάδα διαθέτει ένα σημαντικό τμήμα μαύρης οικονομίας και αδήλωτων εισοδημάτων.
Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων, μεταξύ 2020 και 2026, έχουν αυξηθεί από περίπου 165 δισ. σε 210 δισ. ευρώ.
Οι χαμηλοί μισθοί στην Ελλάδα, πέρα από τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα, οφείλονται και στην έλλειψη φιλοδοξιών και διάθεσης για βελτίωση από μια σημαντική μερίδα εργαζομένων. Η μερίδα αυτή συχνά ξεκινά με χαμηλές προσδοκίες για τη ζωή. Η αριστεροκρατούμενη παιδεία, κατά την άποψή μου, συμβάλλει σε αυτό. Στη συνέχεια, όταν εντοπίζει τις μισθολογικές ανισότητες ή τις διαφορές με τις χώρες της Βόρειας Ευρώπης, οργίζεται και θεωρεί πως το πρόβλημα οφείλεται στην παγίδευσή της από το πολιτικό και οικονομικό σύστημα.
Το σκηνικό αυτό μου θυμίζει μια ανάλογη κατάσταση στη Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Στα πρώτα χρόνια μετά την κατάρρευση της κομμουνιστικής Ανατολικής Γερμανίας, πολλοί Δυτικογερμανοί επιχειρηματίες και επαγγελματίες αντικαθιστούσαν μετανάστες εργαζόμενους με Ανατολικογερμανούς.
Οι Ανατολικογερμανοί, όμως, έχοντας μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον χωρίς ανταγωνισμό και κίνητρα, αποδείχθηκαν συχνά λιγότερο αποδοτικοί εργαζόμενοι. Έτσι, μετά από λίγους μήνες, αρκετοί εργοδότες τούς αντικαθιστούσαν ξανά με μετανάστες από φτωχότερες χώρες, οι οποίοι είχαν ισχυρό κίνητρο να βελτιώσουν τη ζωή τους μέσω της εργασίας.
Μια αντίστοιχη «σοβιετοποίηση», πιστεύω, έχει συμβεί σε κάποιο βαθμό και στην Ελλάδα, περισσότερο απ’ ό,τι σε άλλες δυτικές χώρες. Το κράτος πρόνοιας και ο οικογενειακός προστατευτισμός συχνά αποδυναμώνουν τα κίνητρα για βελτίωση της ζωής μέσω της μόρφωσης και της εργασίας. Από την άλλη πλευρά, το επίπεδο αποδοτικότητας του δημόσιου τομέα λειτουργεί συχνά ως μέτρο σύγκρισης και για τον ιδιωτικό τομέα.
Με λίγα λόγια, δεν βλέπω γιατί οι μισθοί θα βελτιωθούν ουσιαστικά τα επόμενα χρόνια, εφόσον δεν υπάρξει μεγαλύτερη διάθεση και ικανότητα από μια σημαντική μερίδα του πληθυσμού για αύξηση της παραγωγικότητας και βελτίωση της απόδοσης της οικονομίας. Βέβαια, υπάρχουν και άνθρωποι με φιλοδοξίες, εργατικότητα και δεξιότητες· αυτοί ήδη απολαμβάνουν σημαντικά καλύτερες απολαβές.
📬🖊️ Επιστολές αναγνωστών
Καλές δουλειές υπάρχουν αλλά όχι πολλές
Καλησπέρα Κώστα, Επίτρεψέ μου τον ενικό καθώς σε διαβάζω σχεδόν 20 χρόνια και είτε το πιστεύεις είτε όχι, η αρθρογραφία σου ήταν καταλυτική στο πώς άρχισα να βλέπω την πολιτική και την οικονομία. Συνεπώς είναι σαν να σε γνωρίζω.
Με αφορμή το άρθρο σου σχετικά με τους μισθούς, τελείωσα ένα ταπεινό ΤΕΙ ηλεκτρολογίας πριν 22 χρόνια περίπου. Δούλεψα πιο πριν και στην βιοτεχνία του πατέρα μου και σε ιδιωτικά έργα, ακόμη και οικοδομή.
Πριν ακριβώς 14 χρόνια και καταμεσής της κρίσης, αποφάσισα να φύγω Γερμανία με την τώρα σύζυγό μου. Ήταν τέτοια η θέληση που έμαθα την γλώσσα μέσα σε 6 μήνες!
Δεν το παλέψαμε όσο έπρεπε τότε και τελικά επέστρεψα (ίσως και έπαιξε ρόλο και το βιογραφικό που έστειλα στην τωρινή μου δουλειά). Ξεκίνησα ως μαθητευόμενος υπεύθυνος παραγωγής (με 920€ καθαρά το 2013) και αυτή την στιγμή είμαι διευθυντής παραγωγής με καθαρές ετήσιες απολαβές πάνω από 35 χιλιάδες € ( περίπου 2.500€/μήνα). Δεν υπήρξε χρόνια που δεν είχα αύξηση.
Η εταιρεία όταν πήγα είχε τζίρο 12-13εκ.€ και σήμερα έφτασε να έχει 40εκ. τζίρο με καθαρά κέρδη μετά φόρων 12εκ. Που θέλω να καταλήξω.
Δουλειές υπάρχουν, όχι πολλές αλλά υπάρχουν. Αυτό που βλέπω ότι λείπει είναι η πραγματική θέληση για δουλειά και εξέλιξη.
Εύχομαι καλή συνέχεια και να συνεχίσεις να γράφεις και να φωτίζεις νέους όπως έκανες με εμένα. Να είσαι πάντα καλά.
Θ.Α.
2) Τα περί μισθών πείνας τα ακούω βερεσέ...
Αγαπητέ Κώστα,
Απόλυτα σωστό ως προς τον πληθωρισμό «πανεπιστημιακών» σπουδών σε άχρηστα αντικείμενα (Με κύριους ωφελούμενους τους αριστερόστροφους «πανεπιστημιακούς» που εξασφαλίζουν ικανοποιητικούς μισθούς σε ένα ακαδημαϊκό χάος.) Βγάζουμε άπειρους πτυχιούχους «θεωρητικής» κατεύθυνσης αντί για τεχνικούς κ ιδιαίτερα μέσου επιπέδου εργοδηγούς κ.τλ. Η αγορά απλά δεν πληρώνει ανθρώπους που δεν παράγουν.
Οι ελέφαντες στο δωμάτιο όμως είναι επίσης.
Ο νόμιμος μισθός επιβαρύνεται δυσανάλογα φορολογικά κ ασφαλιστικά κ βαρύνεται με πολλούς αντιπαραγωγικούς περιορισμούς δήθεν φιλεργατικούς. Γιατί δεν υιοθετείται ενιαίος flat tax πχ 15% κ συνταξιοδοτική εισφορά επίσης 15% ( + μια κατά κεφαλή πάγια εισφορά για υγειονομική περίθαλψη πχ 800 € / έτος ). Η επιβάρυνση και για τον πλέον χαμηλόμισθο θα είναι μικρότερη.
Για να δημιουργηθούν θέσεις που να απορροφήσουν παραγωγικούς εργαζόμενους απαιτούνται επενδύσεις από μεγάλες αποτελεσματικές επιχειρήσεις στην βιομηχανία αλλά και στην Γεωργία. Για να γίνουν αυτές απαιτείται αφ' ενός ανταγωνιστικό φορολογικό καθεστώς κ αφ' ετέρου αποτελεσματική κ υποστηρικτική Δημόσια Διοίκηση αλλά κ πραγματική απελευθέρωση της αγοράς.
Τι κάνει για αυτά τα θέματα η μοναδική παράταξη που υποτίθεται πιστεύει στην ελεύθερη οικονομία ( οι υπόλοιπες είναι «σοσιαλ- » ) κ μας κυβερνά;
Δυστυχώς ( γιατί δεν έχουμε εναλλακτική ) πολύ λίγα.
Ασχολείται με ανοησίες όπως η νομοθέτηση ίσης αμοιβής ανδρών- γυναικών , ανώτερο περιθώριο κέρδους κτλ . Μήπως παραέβαλε " ευαίσθητους " σοσιαλδημοκράτες στην κυβέρνηση του ο Κυριάκος ?
Με εκτίμηση
ΓΙΩΡΓΟΣ Π.
