Η τελευταία χρηματιστηριακή συνεδρίαση της εβδομάδας δεν ήταν πολύ καλή σε διεθνές επίπεδο καθώς οι σημαντικές πιέσεις στις μετοχές του τεχνολογικού κλάδου που έχουν πετύχει εντυπωσιακές αποδόσεις τους τελευταίους μήνες βάρυναν το κλίμα στη Wall Street.
Το αρνητικό κλίμα ενισχύθηκε και από τα καλά νέα για την απασχόληση στις ΗΠΑ, τα οποία έδειξαν πως η αγορά εργασίας παραμένει υγιής και επανέφεραν στο προσκήνιο τη συζήτηση για επικείμενες αυξήσεις των επιτοκίων αναφοράς από τη Fed, ανεβάζοντας και τις αποδόσεις των κρατικών αμερικανικών ομολόγων.
Όμως, παρά το γεγονός πως την ώρα που έκλεινε η δική μας αγορά ο δείκτης S&P 500 έχανε περίπου 1% και οι βασικοί ευρωπαϊκοί χρηματιστηριακοί δείκτες ήταν στο κόκκινο, ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών κατάφερε να κλείσει με άνοδο 0,65 %.
Η αλήθεια είναι πως κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης είχε βρεθεί και σε υψηλότερο επίπεδο, κοντά στο 1,56%, αλλά είναι επίσης αλήθεια πως η χθεσινή επίδοση της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς ξεχώρισε θετικά μέσα στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές.
Αν θέλαμε να ρίξουμε μία πιο λεπτομερή ματιά στη χθεσινή συνεδρίαση θα βλέπαμε αμέσως πως ο κλάδος που επηρεάζει κατά σχεδόν 50% τις μεταβολές των βασικών χρηματιστηριακών δεικτών, δηλαδή ο τραπεζικός, σημείωσε άνοδο που ξεπέρασε άνετα αυτήν του Γενικού, κλείνοντας με κέρδη 1,14 %. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε πως η προς το θετικότερο διαφοροποίηση του Γενικού μας Δείκτη οφείλεται κατά κύριο λόγο στην τραπεζική άνοδο.
Αυτό δεν πρέπει να μας παραξενεύει πολύ, καθώς οι αναβαθμίσεις των στόχων των Ελλήνων και διεθνών χρηματιστηριακών αναλυτών για τα οικονομικά αποτελέσματα, τις προοπτικές και εν τέλει για τις τιμές στόχους των ελληνικών τραπεζών διαδέχονται η μία την άλλη. Χθες είχαμε τη σχετική έκθεση του τμήματος ανάλυσης της Deutsche Bank για τις ελληνικές τράπεζες, ο τίτλος της οποίας ήταν «αλλαγή πρόγνωσης», συνοδευόμενος από τον χαρακτηρισμό «γερά θεμελιώδη, αξία που αντέχει στον χρόνο».
Στη συνέχεια ανέφεραν πολλά πράγματα τα οποία συναντούμε σχεδόν σε όλες τις αναλύσεις των συναδέλφων τους. Πάνω σε αυτά βασίζεται ουσιαστικά και η θετική άποψη για τις προοπτικές των ελληνικών τραπεζών. Ξεκινούν από τη διαπίστωση πως οι ελληνικές (και οι κυπριακές) τράπεζες εξακολουθούν να επιτυγχάνουν εξαιρετικές επιδόσεις, καθώς δραστηριοποιούνται μέσα σε μακροοικονομικό περιβάλλον που είναι πιο ανθεκτικό και με περισσότερο αναπτυξιακά χαρακτηριστικά από το αντίστοιχο πολλών ευρωπαϊκών χωρών.
Έτσι, ο ρυθμός χορήγησης νέων δανείων παραμένει ισχυρός, βοηθούμενος κυρίως από τον ταχέως αναπτυσσόμενο τομέα των εταιρικών δανείων, κάτι που σημαίνει πως τελικά οι τωρινές εκτιμήσεις για τη δανειακή επέκταση μπορεί τελικά να αποδειχθούν συντηρητικές. Η κατάσταση γίνεται ακόμα καλύτερη καθώς τα επιτοκιακά περιθώρια έχουν σταθεροποιηθεί και τα προβλεπόμενα έσοδα από το δανειακό χαρτοφυλάκιο αναμένεται να παραμείνουν υγιή, ενώ την ίδια στιγμή επιταχύνεται ο ρυθμός αύξησης των εσόδων από προμήθειες.
Ενδιαφέρουσα είναι και η εκτίμησή τους πως η εξαιρετική αποτελεσματικότητά τους και η καλή ποιότητα των περιουσιακών τους στοιχείων κάνει πιο εύκολη την πρόβλεψη των μελλοντικών κερδών και τις κάνει ανθεκτικές απέναντι στην τωρινή γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Μία άλλη διαπίστωση, με την οποία συμφωνούν και όλες οι προηγούμενες σχετικές αναλύσεις συναδέλφων τους, είναι πως παρά τα πολύ καλά τους στοιχεία, οι τιμές των μετοχών τους εξακολουθούν να είναι αρκετά πιο φθηνές από αυτές των άλλων ευρωπαϊκών τραπεζών.
Αυτό, κατά την άποψή τους, οφείλεται και στο ότι ακόμα υπάρχουν διαχειριστές που κινούνται επιφυλακτικά έχοντας στην μνήμη τους παλαιότερες δυσκολίες της χώρας και του κλάδου. Πάνω σε αυτό το ζήτημα όμως, επισήμαναν πως οι πολύ ικανοποιητικές διανομές προς τους μετόχους (μερίσματα και αγορές ιδίων μετοχών) σταδιακά θα κλείσουν αυτή την διαφορά υπέρ των ελληνικών τραπεζών.
Σχετικά με αυτές τις διαφορές στις αποτιμήσεις, αξίζει να πούμε πως σύμφωνα με εκτιμήσεις χρηματιστηριακών αναλυτών οι τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες είναι πολύ πιο φθηνές από τις ευρωπαϊκές, και όσον αφορά τον δείκτη Ρ/Ε (τιμή προς κέρδη ανά μετοχή) και όσον αφορά την τιμή τους σε σχέση με την λογιστική τους αξία, κοντά στο 12% κατά μέσο όρο και πάνω από 30% κατά μέσο όρο αντίστοιχα.
Διαβάζοντας όλα αυτά στις αναλύσεις που έχουν εκπονηθεί τους τελευταίους μήνες, δεν μας εκπλήσσει το γεγονός πως οι τιμές στόχοι για τις τιμές των 4 συστημικών ελληνικών τραπεζών (Alpha, Eurobank, Εθνική και Πειραιώς) συστηματικά ανεβαίνουν, δίνοντάς τους σημαντικό ανοδικό περιθώριο από τα τωρινά επίπεδα, σε κάποιες περιπτώσεις και πάνω από 30%.
Εκτός όμως από τις 4 συστημικές, υπάρχει και η ανερχόμενη 5η δύναμη, δηλαδή η CrediaBank, η οποία συνεχίζει τις επεκτατικές κινήσεις της μετά την πολύ πετυχημένη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου που έγινε πριν περίπου 2 μήνες, με τελευταία κίνηση αυτή της συμφωνίας εξαγοράς της «Ευρώπη Ασφαλιστική».
Εν όψει και της επικείμενης εισόδου της στον δείκτη μεγάλης κεφαλαιοποίησης του Euronext Athens (αυτό θα γίνει σε δύο εβδομάδες), το επενδυτικό ενδιαφέρον παραμένει ισχυρό. Την ίδια στιγμή, εδώ και λίγες εβδομάδες έχουν αρχίσει να κυκλοφορούν και εκθέσεις ανάλυσης από Έλληνες και διεθνείς αναλυτές, με κάποιες από αυτές να δίνουν τιμές στόχους πάνω από 25% υψηλότερες της τωρινής τιμής.
Έχοντας υπόψη μας τη θετική άποψη των χρηματιστηριακών αναλυτών τόσο γενικά όσο και μεμονωμένα για τις ελληνικές τράπεζες και τη σημαντική υστέρησή τους από τους στόχους που έχουν θέσει αυτές οι εκθέσεις των αναλυτών, δεν μας προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως δεν φαίνεται να επηρεάζονται πλέον εύκολα από την αναταραχή που προκαλεί μερικές φορές στα διεθνή χρηματιστήρια η γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Η χθεσινή συνεδρίαση του Euronext Athens μας έδειξε μάλιστα πως, υπό φυσιολογικές συνθήκες στα διεθνή χρηματιστήρια, ίσως πλησιάζει η ώρα που οι επενδυτές θα οδηγήσουν τις μετοχές των ελληνικών τραπεζών σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα, κάτι που όταν συμβεί θα οδηγήσει αναμφίβολα και τον Γενικό Δείκτη σε διάσπαση των πολυετών υψηλών που είχε πετύχει τις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου.
