Τι είναι τελικά ο «Αντισυστημισμός»;

Ο Χέρτ Βίλντερς και ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν δεν έχουν τίποτα κοινό. Ο ένας θέλει να κλείσει τα σύνορα, ο άλλος τις τράπεζες. Ο ένας μισεί το Ισλάμ, ο άλλος τον καπιταλισμό. Και όμως, αν ερωτηθούν αυτοπροσδιορίζονται με τον ίδιο τρόπο: «αντισυστημικός».

Το γεγονός αυτό δεν είναι τυχαίο. Αντιθέτως, είναι αποκαλυπτικό του εύρους του πιο διαδεδομένου όρου της εποχής μας.

Αν όμως μια λέξη σημαίνει τα πάντα, μήπως τελικά δεν σημαίνει τίποτα; Ή μήπως το πρόβλημα είναι αλλού — στο ότι το «σύστημα» που αρνείται ο καθένας είναι διαφορετικό;

Τι ακριβώς είναι το «σύστημα» που πολεμούν;

Στην πολιτική ρητορική το «σύστημα» εμφανίζεται με τρεις διαφορετικές εκδοχές.

Την οικονομία. Αυτή είναι η κλασική αριστερή εκδοχή — ο εχθρός έχει διεύθυνση. Είναι η Wall Street, η ΕΚΤ, το ΔΝΤ, ο καπιταλισμός, οι αγορές, «τα συμφέροντα».

Την πολιτική τάξη. Αυτή η εκδοχή είναι διαταξική — απαντάται εξίσου στην ακροδεξιά και σε συλλογικότητες. Είναι το κατεστημένο, οι ελίτ που ανακυκλώνονται, η οικογενειοκρατία, οι μηχανισμοί που μοιράζουν θέσεις και προνόμια.

Τους θεσμούς. Αυτή είναι η πιο επικίνδυνη εκδοχή, γιατί δεν στοχεύει πρόσωπα ή πολιτικές αλλά τους ίδιους τους μηχανισμούς που εμποδίζουν την αυθαιρεσία. Είναι οι ίδιοι οι κανόνες του παιχνιδιού — το Σύνταγμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, τα διεθνή δικαστήρια, οι ανεξάρτητες αρχές.

Η δύναμη — και η επικινδυνότητα — του αντισυστημισμού έγκειται στο γεγονός ότι οι περισσότεροι αντισυστημικοί πολιτικοί, όταν μιλάνε, υπονοούν και τα τρία ταυτόχρονα, αφήνοντας τον ακροατή να εννοήσει ό,τι θέλει.

Με τον τρόπο αυτό, το «σύστημα» μοιάζει με ένα φύλλο χαρτί, κενό περιεχομένου, που γεμίζει με τον φόβο, την οργή ή την απογοήτευση του καθένα.

Ίδιο σχήμα, διαφορετικό περιεχόμενο

Αν υπάρχει κάτι που ενώνει τον Μελανσόν με τον Βίλντερς, δεν είναι η ιδεολογία — είναι το αφήγημα.

Ένας αδικημένος «λαός», μια διεφθαρμένη «ελίτ» που τον προδίδει, και ένας ηγέτης που επιτέλους λέει «την αλήθεια». Αυτό το σχήμα — που οι πολιτικοί επιστήμονες αποκαλούν λαϊκισμό — είναι ο κορμός του σύγχρονου αντισυστημισμού. Το περιεχόμενο, όμως, αλλάζει ριζικά.

Στην αριστερή εκδοχή, ο «λαός» είναι οι οικονομικά αδύναμοι. Η «ελίτ» είναι οι τραπεζίτες, οι μεγαλοεπιχειρηματίες, οι τεχνοκράτες — ο εχθρός έχει ταξικό πρόσημο. Στη δεξιά εκδοχή, ο «λαός» ορίζεται εθνικά: είναι οι «γνήσιοι» Ολλανδοί, οι «γνήσιοι» Γερμανοί, το «αυτόχθονο» έθνος. Η «ελίτ» δεν είναι οι πλούσιοι — είναι τα ΜΜΕ, οι δικαστές, η «βαθιά κυβέρνηση».

Το παράδοξο είναι ότι αυτές οι δύο εκδοχές συναντιούνται εκεί που δεν το περιμένεις. Στην Ελλάδα, ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ σχημάτισαν κυβέρνηση, ενωμένοι από την κοινή απέχθεια στο «σύστημα». Ιδεολογικά αδύνατο. Αφηγηματικά απόλυτα συνεκτικό.

Αυτό συμβαίνει γιατί ο αντισυστημισμός λειτουργεί πρώτα ως συναίσθημα και μετά ως πολιτική πρόταση. Και τα συναισθήματα, σε αντίθεση με τις ιδεολογίες, δεν έχουν αριστερό ή δεξιό πρόσημο.

Το παράδοξο της εξουσίας

Υπάρχει όμως κάποια στιγμή στην ιστορία κάθε αντισυστημικού κινήματος που είναι ταυτόχρονα η μεγαλύτερη νίκη και η αρχή της κατάρρευσής του. Είναι η στιγμή που κυριαρχεί.

Η Μελόνι στην Ιταλία είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον παράδειγμα. Ήρθε στην εξουσία το 2022 ως η αντισυστημική εκπρόσωπος της «ξεχασμένης Ιταλίας», με ρητορική ρήξης με την ευρωπαϊκή ελίτ και την παγκοσμιοποίηση. Σήμερα κυβερνά ως κεντροδεξιά, έχει άριστες σχέσεις με τις Βρυξέλλες, και θεωρείται από τις σταθερότερες κυβερνήσεις της Νότιας Ευρώπης. Δεν κατάργησε το σύστημα — το διαχειρίστηκε.

Στην Αργεντινή, ο Χαβιέρ Μιλέι — αυτοπροσδιοριζόμενος ως αναρχοκαπιταλιστής — κέρδισε τις εκλογές του 2023 κουνώντας αλυσοπρίονο, κυριολεκτικά, υποσχόμενος να κατεδαφίσει το κρατικό «σύστημα». Σήμερα διαχειρίζεται το σύστημα που κατήγγειλε.

Το συμπέρασμα είναι σαφές: ο αντισυστημισμός είναι πολιτικά ισχυρότερος στην αντιπολίτευση, διότι τότε το σύστημα έχει ονοματεπώνυμο. Αντίθετα, αντισυστημισμός στην εξουσία επιβιώνει μόνο αν μεταλλαχθεί — ή αν καταφέρει να μετατρέψει την αποτυχία σε συνωμοσία.

Σύμπτωμα ή αιτία;

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο αντισυστημισμός είναι «καλός» ή «κακός». Είναι αν πρόκειται για σύμπτωμα ή για αιτία.

Η απάντηση είναι ότι κατά βάση είναι σύμπτωμα. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία έχει πραγματικά προβλήματα. Η ανισότητα και τα οικονομικά αδιέξοδα δεν είναι εφεύρεση λαϊκιστών. Αν όμως το «σύστημα» αδυνατεί να αυτοδιορθωθεί, δεν έχει άμυνες απέναντι σε όσους το αμφισβητούν.

Αν ο αντισυστημισμός γίνει αυτοσκοπός — αν μετατραπεί δηλαδή από κριτική σε ταυτότητα, από αμφισβήτηση σε μηδενισμό — τότε σταματά να είναι απάντηση και γίνεται μέρος του προβλήματος. Γιατί μια δημοκρατία δεν χρειάζεται μόνο ανθρώπους που αρνούνται το παλιό. Χρειάζεται ανθρώπους που μπορούν να χτίσουν κάτι καινούργιο.

Η ελληνική περίπτωση: καθρέφτης, όχι εξαίρεση

Η Ελλάδα έχει παρουσιαστεί συχνά ως ιδιαίτερη περίπτωση. Δεν είναι. Αλλά το ελληνικό έδαφος είναι εξαιρετικά πρόσφορο — και αυτό δεν είναι τυχαίο.

Το πελατειακό κράτος έχτισε ιστορικά μια σχέση πολίτη-κράτους γύρω από το «ρουσφέτι». Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιότυπη αντίφαση: ο Έλληνας μισεί το σύστημα και ταυτόχρονα το χρησιμοποιεί. Η δυσπιστία στους θεσμούς — Δικαιοσύνη, Κοινοβούλιο, ΜΜΕ — παραμένει από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Και όταν η δυσπιστία γίνεται καθολική, δεν οδηγεί σε μεταρρυθμίσεις — οδηγεί σε ισοπέδωση.

Η κρίση του 2010-2015 δεν δημιούργησε τον ελληνικό αντισυστημισμό. Τον έκανε εκρηκτικό. Και εκεί εντοπίζεται η ιστορική ιδιαιτερότητα: η Ελλάδα βίωσε σε πέντε χρόνια ό,τι άλλες χώρες βιώνουν σε γενιές — κατάρρευση εμπιστοσύνης, οικονομική εξαθλίωση, πολιτική αποσύνδεση.

Σήμερα, η εικόνα δεν είναι εντελώς διαφορετική. Ο αντισυστημισμός έχει εγκατασταθεί στα κοινωνικά δίκτυα, στις θεωρίες συνωμοσίας, στη διάχυτη πεποίθηση ότι «κάτι σαπίζει». Και νέοι σχηματισμοί επιχειρούν να δώσουν εκ νέου πολιτική στέγη σε αυτή τη δυσαρέσκεια — επενδύοντας στη λήθη και στη σύντομη μνήμη του εκλογικού σώματος.

Τα καμπανάκια χτυπούν ήδη. Ο αντισυστημισμός δεν απειλεί να επανέλθει — επανέρχεται. Και όποιος δεν το βλέπει, είτε δεν κοιτάζει, είτε δεν θέλει να δει.

Οι δυνάμεις της μεταρρύθμισης δεν έχουν την πολυτέλεια της αναμονής. Το σύστημα δεν θα σωθεί από μόνο του — θα σωθεί μόνο αν υπάρξουν άνθρωποι που θα το διεκδικήσουν, θα το αλλάξουν και θα το υπερασπιστούν ταυτόχρονα. Αυτό είναι το μόνο αντίδοτο στον μηδενισμό που έρχεται.