Υπάρχουν γεγονότα που δεν μπορείς να τα αφήσεις πίσω σου. Σε ακολουθούν ακόμα και θέλεις να τα διαγράψεις παντελώς από τη μνήμη σου. Και όμως, κάθε φορά που η επικαιρότητα τα φέρνει μπροστά σου, ξυπνούν εικόνες που δεν έσβησαν ποτέ.
Η πρόσφατη τραγωδία στη Θεσσαλονίκη, όπου μια μητέρα έχασε τη ζωή της από επίθεση με γκαζάκια, δεν είναι μια ακόμη πράξη τυφλής βίας. Είναι μια υπενθύμιση ότι η βία, όταν επιστρέφει, δεν επιστρέφει ποτέ ουδέτερη. Επιστρέφει φορτωμένη με μνήμες, με πρόσωπα, με παλιές πληγές που νόμιζες πως είχαν κλείσει.
Και επιτρέψτε μου μια παρατήρηση: ακόμη και η έκφραση «επίθεση με γκαζάκια» είναι μέρος της ανοχής. Περιγράφει έναν εμπρηστικό μηχανισμό σαν κάτι μικρό, σχεδόν «ελαφρύ». Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για εκρηκτικό μηχανισμό - και μάλιστα θανατηφόρο. Η γλώσσα μας έχει συνηθίσει να υποβαθμίζει τη βία, και αυτή η υποβάθμιση είναι το πρώτο βήμα της ανοχής.
Για μένα, η μνήμη αυτή έχει ημερομηνία 29 Σεπτεμβρίου 2003, όταν τα χαράματα μου έκαψαν το σπίτι ολοσχερώς. Η επίθεση δεν στρεφόταν μόνο εναντίον μου, στρεφόταν εναντίον της γυναίκας μου και των παιδιών μας- το ένα μόλις τριών μηνών.
Εκείνη τη μέρα ήμουν στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στο Στρασβούργο και για έναν πατέρα, η πιο βαριά μορφή αδυναμίας είναι να ξέρει ότι οι άνθρωποί του κινδυνεύουν και να μην μπορεί να βρεθεί δίπλα τους.
Όταν οι φλόγες καταπίνουν τον χώρο όπου ζεις, δεν σκέφτεσαι πολιτικά. Σκέφτεσαι ανθρώπινα. Ότι κάποιος αποφάσισε πως η δική σου εξόντωση, είναι αποδεκτή απώλεια για να υπηρετήσει μια ιδεοληψία που τελικά είναι βαθιά αρρωστημένη σκέψη. Και αυτό δεν ξεχνιέται.
Λίγα χρόνια αργότερα, η βία ξαναχτύπησε. Η απόπειρα δολοφονίας εναντίον μου από τον «Επαναστατικό Αγώνα» - μια τρομοκρατική οργάνωση που έχει προκαλέσει βαθιές πληγές στη χώρα - ήταν μια ακόμη υπενθύμιση ότι οι τρομοκράτες δεν στοχεύουν μόνο πρόσωπα. Στοχεύουν τη Δημοκρατία, την κοινωνία και τελικά την αίσθηση ασφάλειας που όλοι θεωρούμε δεδομένη μέχρι να χαθεί.
Συγγνώμη αν γίνομαι αυτοαναφορικός, δεν το επιδιώκω. Αλλά δεν μπορώ να μιλήσω για τη βία σαν κάτι θεωρητικό διότι την έχω βιώσει. Και όταν την έχεις ζήσει, δεν μπορείς να την περιγράψεις χωρίς να επιστρέψεις σε εκείνες τις στιγμές.
Η βία έχει μια ιδιότυπη ψυχολογία: δεν χρειάζεται να σε στοχεύσει για να σε αφορά. Αρκεί να χτυπήσει κάποιον που μοιάζει με εσένα, κάποιον που ζει όπως εσύ, κάποιον που απλώς βρέθηκε στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή.
Η μητέρα που χάθηκε στη Θεσσαλονίκη δεν ήταν πολιτικό πρόσωπο. Ήταν ένας άνθρωπος που βρέθηκε στο επίκεντρο μιας πράξης που κάποιοι για χρόνια θεωρούσαν «αντίσταση», «διαμαρτυρία», «πολιτική έκφραση».
Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο ψέμα που καλλιεργήθηκε στη χώρα μας: ότι η βία μπορεί να είναι ιδεολογική. Ότι μπορεί να έχει «καλές προθέσεις». Ότι μπορεί να δικαιολογηθεί, να εξηγηθεί, να γίνει ανεκτή.
Η ψυχολογία της ανοχής στη βία είναι ύπουλη. Ξεκινά από μια μικρή δικαιολογία - «ναι, αλλά…» - και καταλήγει σε μια κοινωνία που συνηθίζει τις φωτιές, τις μολότοφ, τα γκαζάκια, τις επιθέσεις σε σπίτια και γραφεία.
Και όταν μια κοινωνία συνηθίζει τη βία, τότε η βία δεν χρειάζεται πια δικαιολογία. Απλώς συνεχίζει.
Όμως οι συνέπειες δεν είναι μόνο πολιτικές, είναι βαθιά ανθρώπινες. Η βία αφήνει πίσω της δράματα - όχι με τη θεατρική έννοια, αλλά με την υπαρξιακή.
Αφήνει πίσω της οικογένειες που ξαφνικά ζουν με μια μόνιμη αίσθηση απειλής. Παιδιά που ξυπνούν τη νύχτα από θορύβους που πριν δεν άκουγαν. Συζύγους που κοιτούν δύο φορές την πόρτα πριν την κλείσουν. Γονείς που φοβούνται για τα παιδιά τους χωρίς να μπορούν να το πουν δυνατά.
Και ύστερα αρχίζει η πιο δύσκολη διαδρομή: η επούλωση. Η βία δεν τελειώνει όταν σβήσουν οι φλόγες ή όταν απομακρυνθούν οι κάμερες. Συνεχίζει να υπάρχει μέσα στους ανθρώπους που τη βίωσαν. Η αίσθηση ασφάλειας δεν αποκαθίσταται με μια επισκευή του σπιτιού, ούτε με μια δικαστική απόφαση. Χρειάζεται χρόνος και καθημερινός αγώνας για να ξαναχτιστεί η εμπιστοσύνη ότι ο κόσμος μπορεί να είναι και πάλι ένα ασφαλές μέρος για να ζεις.
Αυτή η διαδικασία δεν αφορά μόνο το θύμα, αφορά ολόκληρη την οικογένεια. Και είναι ένα βάρος που δεν φαίνεται στις κάμερες, δεν αποτυπώνεται στα ρεπορτάζ και σπάνια απασχολεί τον δημόσιο διάλογο.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη - αθέατη, συνέπεια: η πολιτική εκμετάλλευση. Όταν μια πράξη βίας γίνεται αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης, όταν κάποιοι σπεύδουν να την αξιοποιήσουν θετικά ή αρνητικά, τότε η οικογένεια βιώνει μια δεύτερη επίθεση. Μια εισβολή που δεν γίνεται κατανοητή αν δεν την βιώσεις προσωπικά.
Η πολιτική εκμετάλλευση - είτε για να κατηγορήσει είτε για να υπερασπιστεί - είναι μια μορφή βίας που δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια, αλλά σας διαβεβαιώ, βιώνεται ως τέτοια.
Η τραγωδία στη Θεσσαλονίκη δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς κουλτούρας ανοχής. Μιας κουλτούρας που για χρόνια αντιμετώπιζε τις επιθέσεις σε πολιτικά πρόσωπα ως «αναμενόμενες». Που έβλεπε τις καταλήψεις, τις εμπρηστικές ενέργειες, τις «συλλογικότητες» ως κάτι σχεδόν ρομαντικό. Που θεωρούσε ότι η Δημοκρατία είναι αρκετά ισχυρή ώστε να αντέχει τα πάντα.
Η αλήθεια είναι ότι η Δημοκρατία είναι ισχυρή - αλλά οι άνθρωποι δεν είναι. Οι οικογένειες δεν είναι. Οι ζωές δεν είναι. Η Δημοκρατία μπορεί να αντέξει τις επιθέσεις. Οι άνθρωποι όμως όχι πάντα.
Όταν μου έκαψαν το σπίτι το 2003 και όταν αργότερα βρέθηκα στο στόχαστρο τρομοκρατών, έμαθα κάτι που δεν το διδάσκει κανένα βιβλίο πολιτικής θεωρίας: η βία δεν έχει χρώμα, αλλά έχει συνέπειες. Και αυτές τις συνέπειες δεν τις ζει ο δράστης. Τις ζει η οικογένεια, ο άνθρωπος που δεν είχε καμία σχέση με τίποτα. Τις ζει η κοινωνία.
Η τραγωδία στη Θεσσαλονίκη πρέπει να γίνει η τελευταία υπενθύμιση ότι η ανοχή είναι συνενοχή. Και ότι η Δημοκρατία, για να παραμείνει Δημοκρατία, χρειάζεται κάτι πολύ απλό: να προστατεύει τους ανθρώπους της, πριν προστατεύσει τις ιδέες της.
