Γιατί οι άνθρωποι λατρεύουν να μισούν;

Οι άνθρωποι δεν αγαπούν απαραίτητα το μίσος. Αγαπούν αυτό που τους προσφέρει το μίσος. Και αυτό είναι πολύ πιο ανησυχητικό.

Πολλοί θεωρούν ότι ο υπαίτιος γι αυτό το φαινόμενο είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η θεώρηση αυτή είναι πέρα για πέρα λανθασμένη. Τα κοινωνικά δίκτυα  δεν δημιούργησαν αυτό το φαινόμενο, το μεγέθυναν. Του έδωσαν βήμα, ανωνυμία, κοινό. Και κάτι ακόμα: την ψευδαίσθηση ότι το πληκτρολόγιο είναι μαχαίρι χωρίς αίμα στα χέρια.

Παλιά οι κοινωνίες ενώνονταν γύρω από κοινές αξίες. Σήμερα συχνά ενώνονται γύρω από κοινούς εχθρούς. Είναι εντυπωσιακό πόσο γρήγορα μπορεί να δημιουργηθεί μια ψηφιακή «φυλή» ανθρώπων που δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους, εκτός της αντιπάθειας για κάποιο πρόσωπο. 

Ο κοινός εχθρός γίνεται συγκολλητική ουσία — με μια  δεύτερη, ανομολόγητη  ιδιότητα. Η δημόσια καταδίκη του άλλου, ψυχολογικά  «απαλλάσσει» τον κατήγορο, από τις δικές αδυναμίες. Η κατακραυγή λειτουργεί- σε εσωτερικό επίπεδο, ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ.

Αυτός ο μηχανισμός είναι ιδιαίτερα εμφανής στην πολιτική. Ειδικά σε περιπτώσεις στελεχών που βρέθηκαν αντιμέτωποι με εκστρατείες εξόντωσης — όπου ο στόχος δεν ήταν η άποψή, ή η θέση τους, αλλά να ταυτιστεί το όνομά τους με μια κατηγορία.

Και αν αυτός ο μηχανισμός επιβιώνει και αναπαράγεται, είναι γιατί εξυπηρετεί κάτι ακόμα πιο πρωτόγονο. Την ένταση των αρνητικών συναισθημάτων, την αδρεναλίνη που προκαλεί η οργή και το θέαμα της δημόσιας διαπόμπευσης. Γι' αυτό και στα κοινωνικά δίκτυα οι πιο θυμωμένες αναρτήσεις διαδίδονται ταχύτερα. Δεν ανταγωνίζονται την αλήθεια. Ανταγωνίζονται το θέαμα. 

Όμως τίποτα από αυτά δεν θα είχε τη σημερινή του έκταση, χωρίς έναν τρίτο παράγοντα: την ανωνυμία.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα έλεγαν ποτέ κατά πρόσωπο, αυτά που γράφουν πίσω από μια οθόνη. Το πληκτρολόγιο δεν δημιουργεί το μίσος, το αποκαλύπτει. Αφαιρεί το κοινωνικό κόστος και όταν αφαιρείται το κόστος, εμφανίζονται πλευρές του χαρακτήρα που συνήθως παραμένουν κρυφές. 

Κάποιος που σε γνωρίζει χρόνια, που σου χαμογελά στον δρόμο, μπορεί ταυτόχρονα να είναι ο ανώνυμος λογαριασμός που σε κατασπαράζει στα σχόλια. Αυτή η διπλή ζωή δεν είναι εξαίρεση, είναι ο κανόνας.

Όταν αυτή όμως η ανωνυμία συναντήσει την οργανωμένη επίθεση, το αποτέλεσμα δεν είναι πλέον αυθόρμητη αγανάκτηση, αλλά κατασκευασμένη δολοφονία χαρακτήρα. 

Ανώνυμοι λογαριασμοί, ψεύτικες πληροφορίες, συντονισμένες επιθέσεις, επαναλαμβανόμενα σχόλια - μέχρι να ταυτιστεί το όνομα κάποιου με μια κατηγορία, ανεξάρτητα από την αλήθεια. 

Η οργανωμένη δυσφήμιση δεν είναι θεωρητική υπόθεση για την ελληνική πραγματικότητα. Έχουμε δει εκστρατείες όπου δεκάδες λογαριασμοί, πολλοί από αυτούς δημιουργημένοι επί τούτου, αναπαράγουν το ίδιο αφήγημα ταυτόχρονα - μέχρι να αποκτήσει χαρακτηριστικά «αυθόρμητης» λαϊκή κατακραυγής, ενώ στην πραγματικότητα είναι σκηνοθετημένο. 

Δυστυχώς το ψηφιακό μίσος, δεν μένει πάντα μόνο στις οθόνες. Όταν μια εκστρατεία στοχοποίησης πετύχει το στόχο της, είναι πιθανό να ενεργοποιήσει ανθρώπους που αισθάνονται ότι εκπληρώνουν ένα συλλογικό αίτημα, και το θύμα ενδέχεται να μην λιθοβολείται μόνο ψηφιακά. 

Πρόκειται για μια μορφή βίας που υποτιμάται επειδή δεν αφήνει πάντα ορατά τραύματα. Αφήνει όμως κοινωνικά, επαγγελματικά και συχνά οικογενειακά. 

Είναι προφανές ότι όταν βρεθεί στόχος, η αλήθεια και η πραγματικότητα είναι αδιάφορη. Ενδιαφέρει μόνο η διαπόμπευση.

Αυτή η διαδικασία δεν είναι ανώδυνη. Φθείρει – εκτός των άλλων τις ίδιες τις λέξεις και το νόημα τους.

«Δολοφόνος» είναι αυτός που είχε αφαιρέσει μια ανθρώπινη ζωή. «Παιδόφιλος» είναι αυτός που είχε κακοποιήσει ένα παιδί. «Προδότης» αυτός που έχει στραφεί εναντίον της πατρίδας του. Οι λέξεις αυτές δεν είναι απλοί χαρακτηρισμοί. Περιγράφουν κακουργήματα. 

Σήμερα χρησιμοποιούνται διαφορετικά. Αρκεί μια πολιτική διαφωνία, μια δημόσια τοποθέτηση η και μια ατυχής λεκτική διατύπωση  για να αποδοθούν σε κάποιον οι πιο βαριές κατηγορίες, μέσα από λίγες λέξεις σε μια οθόνη.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι ενδέχεται να αδικούνται συγκεκριμένα πρόσωπα. Το πρόβλημα είναι ότι οι ίδιες οι λέξεις αρχίζουν να χάνουν το νόημά τους.

Όταν όλα βαφτίζονται έγκλημα, τίποτα δεν μοιάζει πραγματικά εγκληματικό. Όταν κάθε πολιτικός αντίπαλος είναι προδότης, η προδοσία παύει να σημαίνει κάτι συγκεκριμένο. Όταν κάθε άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί μας είναι τέρας, κάποια στιγμή παύουμε να αναγνωρίζουμε τα πραγματικά τέρατα.

Το πραγματικό κόστος όμως δεν το πληρώνει μόνο όποιος στοχοποιηθεί. Όταν μια κοινωνία συνηθίζει να μισεί, δεν καταστρέφει μόνο τα θύματά της. Καταστρέφει και τον εαυτό της. Γιατί εκπαιδεύει τους πολίτες της να αντιδρούν πριν κατανοήσουν. Να καταδικάζουν πριν ακούσουν. Να απολαμβάνουν την τιμωρία περισσότερο από την αλήθεια. Και τότε το μίσος παύει να είναι συναίσθημα. Γίνεται αντανακλαστικό.

Μια δημοκρατία δεν κινδυνεύει όταν οι πολίτες της διαφωνούν. Κινδυνεύει όταν παύουν να αναγνωρίζουν ο ένας στον άλλον, το δικαίωμα της διαφωνίας. Και ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της εποχής μας δεν είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που μισούν - τέτοιοι υπήρχαν πάντοτε - αλλά ότι χρησιμοποιούμε όλο και συχνότερα τους πιο ακραίους χαρακτηρισμούς  για ανθρώπους που απλώς βρίσκονται απέναντί μας.

Η λύση δεν βρίσκεται στην απαγόρευση της ανωνυμίας, αλλά στην αλλαγή των κινήτρων.

Οι πλατφόρμες δεν ενδιαφέρονται τυχαία για το μίσος που φιλοξενούν. Κερδίζουν από αυτό, διότι η οργή κρατάει τον χρήστη περισσότερη ώρα στην οθόνη και το πληκτρολόγιο. Γι αυτό και το προωθούν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ανάρτηση.

Όσο ο αλγόριθμος ανταμείβει την αντίδραση και όχι την αλήθεια, καμία έκκληση σε «ψηφιακή ηθική» δεν θα αλλάξει τις συμπεριφορές. 

Χρειάζεται ρυθμιστικό πλαίσιο που να αγγίζει το ίδιο το οικονομικό μοντέλο - όχι μόνο το περιεχόμενο που επιτρέπεται, αλλά τον τρόπο που αμείβεται η προσοχή. 

Αυτό σημαίνει διαφάνεια στον αλγόριθμο προτεραιοποίησης και νομική ευθύνη όταν η συστηματική ενίσχυση περιεχομένου που προκαλεί οργή, οδηγεί σε αποδεδειγμένη βλάβη. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη κάνει τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, με τον Κανονισμό για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA)  Απομένει να εφαρμοστεί με συνέπεια.

Η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας, δεν είναι η ανοχή στη διαφορετική άποψη. Είναι η αντίσταση  να μετατρέψουμε τον διαφωνούντα σε εχθρό . Να θυμόμαστε ότι πίσω από κάθε προφίλ υπάρχει ένας άνθρωπος. 

Όποιος περνά έστω και λίγο χρόνο στο ελληνικό Twitter/X, θα διαπιστώσει ότι το μοτίβο είναι σχεδόν πάντα το ίδιο: λίγοι λογαριασμοί, πολύς θόρυβος και ένας νέος στόχος, κάθε τόσο . 

Κάθε φορά λοιπόν, που συμμετέχουμε σε έναν ψηφιακό λιθοβολισμό, δεν αποδομούμε μόνο έναν άνθρωπο. Διαμορφώνουμε και την  κοινωνία στην οποία ζούμε.

Το πρόβλημα συνεπώς, δεν είναι ότι κάποιοι άνθρωποι θα αδικηθούν. Αυτό συνέβαινε πάντα. Το πρόβλημα είναι αυτό που  συμβαίνει σε μια κοινωνία όταν η δημόσια ταπείνωση μετατρέπεται σε μορφή ψυχαγωγίας και «χαβαλέ».

ΥΣ: Το κείμενο αυτό είναι το δεύτερο της τριλογίας : «Η κρυφή γοητεία του Λαϊκισμού»,  «Γιατί οι άνθρωποι λατρεύουν να μισούν;» και αυτό που θα ακολουθήσει «Είναι τα Fake News η νέα κανονικότητα;»