Η ανακοίνωση του νέου πολιτικού φορέα του Αλέξη Τσίπρα, της ΕΛΑΣ, αναζωπύρωσε την αυτόματη –σχεδόν τελετουργική– κριτική που συνοδεύει κάθε νέο εγχείρημα στην ελληνική πολιτική σκηνή: «άλλο ένα αρχηγικό κόμμα». Η ένσταση αυτή, όσο εύλογη κι αν ακούγεται, παραβλέπει μια βαθύτερη και διαχρονική πραγματικότητα. Στην Ελλάδα, τα κόμματα –ανεξαρτήτως ιδεολογίας ή ιστορικής διαδρομής– είναι δημοκρατικά μόνο στον τύπο. Στην ουσία τους υπήρξαν, παραμένουν και πιθανότατα θα συνεχίσουν να είναι αρχηγικά.
Τυπικά, όλα τα κόμματα διαθέτουν καταστατικά, οργανώνουν συνέδρια, εκλέγουν Κεντρικές Επιτροπές και συγκροτούν πολυμελή όργανα. Στην πράξη, όμως, η λειτουργία τους συμπυκνώνεται στην αρχή του «ενός ανδρός».
Η περίφημη φράση του Ανδρέα Παπανδρέου, με την οποία αποκαθήλωνε στελέχη επειδή «έθεσαν εαυτόν εκτός κινήματος», δεν ήταν μια στιγμιαία έκρηξη ηγετικού αυταρχισμού. Κατέληξε να λειτουργεί ως άτυπος κανόνας του πολιτικού μας συστήματος.
Αλλά και στην άλλη πλευρά, ο κομματικός δεσμός της Νέας Δημοκρατίας σφυρηλατήθηκε πάνω στο δόγμα ότι «η Νέα Δημοκρατία είναι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής».
Με άλλα λόγια, η προσωποκεντρική αντίληψη της εξουσίας δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα ενός χώρου, είναι διαχρονικό χαρακτηριστικό του ελληνικού κομματικού συστήματος.
Στην Αριστερά, η κουλτούρα του αρχηγισμού υπήρξε εξίσου ισχυρή, απλώς καλυπτόταν πίσω από τον μανδύα του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού». Σήμερα, όμως, η εξίσωση έχει αλλάξει: η διαφωνία δεν αντιμετωπίζεται ως εσωτερική συζήτηση, αλλά ως προοίμιο διάσπασης. Γι’ αυτό και ο χώρος της Αριστεράς βρίθει από κόμματα που γεννιούνται ως προϊόντα ρήξεων και όχι ως αποτέλεσμα οργανικής πολιτικής εξέλιξης.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι, είτε με τη μορφή της πειθαρχίας είτε με τη μορφή της διάσπασης, το δικαίωμα του αρχηγού να καθορίζει την πορεία του κόμματος παραμένει στην πράξη αδιαμφισβήτητο.
Επομένως, το κρίσιμο ερώτημα για την ΕΛΑΣ δεν είναι αν είναι αρχηγικό κόμμα — αυτό, στην Ελλάδα, αποτελεί σχεδόν δεδομένο. Το πραγματικό ζητούμενο είναι ο βαθμός αρχηγισμού: πόσο χώρο δηλαδή αφήνει ο εκάστοτε αρχηγός στα μέλη να λειτουργούν, να προτείνουν, να συνδιαμορφώνουν και, κυρίως, να αμφισβητούν χωρίς να θεωρούνται απειλή για την ενότητα του φορέα. Σε κάθε κόμμα υπάρχει μια αναπόφευκτη συγκέντρωση ισχύος γύρω από τον αρχηγό.
Η διαφορά βρίσκεται στο πώς αυτή η ισχύς ασκείται. Είναι φίλτρο ιδεών ή φραγμός, μηχανισμός παραγωγής πολιτικής ή διαδικασία αποτροπής της διαφωνίας;
Άρα, το πραγματικό ερώτημα για την ΕΛΑΣ δεν είναι τυπικό αλλά ουσιαστικό: θα επιτρέψει την ύπαρξη εσωτερικής δημοκρατίας ή θα αναπαράγει το ελληνικό πρότυπο όπου ο αρχηγός είναι το κόμμα και το κόμμα είναι ο αρχηγός;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο την πολιτική της φυσιογνωμία, αλλά και τη δυνατότητά της να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον όπου η διαφωνία συχνά οδηγεί σε διάσπαση και η διάσπαση σε έναν ακόμη μικρό κομματικό σχηματισμό.
Εδώ, όμως, εισέρχεται μια κρίσιμη πολιτική παράμετρος: η ειδοποιός διαφορά μεταξύ του «Ηγέτη» και του «Αρχηγού».
Ο Ηγέτης είναι εκείνος που εισάγει μια νέα ιδέα, γεννά ένα όραμα, δείχνει μια νέα κατεύθυνση και καταφέρνει να συσπειρώσει γύρω του κοινωνικές μάζες. Κατά κανόνα, ηγέτες είναι οι ιδρυτές των κομμάτων. Αρχηγοί, αντίθετα, είναι εκείνοι που ακολουθούν. Οι διάδοχοι που καταλαμβάνουν τη θέση του Προέδρου, κάποια στιγμή, για κάποιους λόγους σε έναν ήδη υφιστάμενο μηχανισμό.
Η διαφορά είναι χαοτική.
Ποιος θα μπορούσε ποτέ να αμφισβητήσει για παράδειγμα τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στη ΝΔ ή τον Ανδρέα Παπανδρέου στο ΠΑΣΟΚ; Κανένας.
Οι ιδρυτές-ηγέτες συνεπώς, είναι εξ ορισμού ισχυρότεροι πολιτικά, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της θητείας τους, αλλά και μετά την αποχώρησή τους. Αφήνουν ένα ανεξίτηλο, σχεδόν μεταφυσικό αποτύπωμα στον χώρο τους. Ακόμα και σήμερα, δεκαετίες μετά, χιλιάδες πολίτες αυτοπροσδιορίζονται ως «Καραμανλικοί» ή «Παπανδρεϊκοί». Έχει ακούσει κανείς, αντίθετα, να δηλώνει κανείς «Ραλλικός», «Αβερωφικός» η «Σημιτικός»; Μάλλον όχι.
Υπό αυτή την έννοια, οι ιδρυτές προΐστανται εξ ορισμού σε κόμματα που είναι βαθιά αρχηγικά.
Και υπό αυτό το πρίσμα, ο Αλέξης Τσίπρας πράγματι δημιουργεί ένα αρχηγικό κόμμα. Γι' αυτόν τον λόγο, όμως, έχει και κόμμα!
Αν την ίδια προσπάθεια ίδρυσης ενός νέου φορέα επιχειρούσε ένα άλλο στέλεχος ακόμα και αν είναι ο «ιδεολογικός μέντορας» αυτού του χώρου, το αποτέλεσμα θα ήταν τελείως διαφορετικό. Ένας τέτοιος στοχαστής θα μπορούσε να δημιουργήσει μια δεξαμενή σκέψης (think tank), αλλά δεν θα μπορούσε να ηγηθεί ενός μαζικού κινήματος.
Η ηγεσία, εξ ορισμού, συνδέεται με την ευρεία αποδοχή, τη μαζικότητα και το λαϊκό έρεισμα. Χωρίς αυτά, όχι μόνο δεν υπάρχει αρχηγικό κόμμα — δεν υπάρχει καν κόμμα.
Ο Αλέξης Τσίπρας, ως ιδρυτής-ηγέτης, διαθέτει το ειδικό πολιτικό βάρος να μετατρέψει μια ιδέα σε πολιτικό φορέα. Αυτό είναι το στοιχείο που διαφοροποιεί τον πολιτικό ηγέτη από τον θεωρητικό: η δυνατότητα να μετατρέπει τη θεωρία σε συλλογική κινητοποίηση.
Οι διάδοχοι των ηγετών μπορεί να διαθέτουν ηγετικά αντανακλαστικά, αλλά τα διαθέτουν σε πολύ μικρότερο βαθμό.
Όλη αυτή η συζήτηση, βέβαια, αφορά έναν κλειστό, κομματικό μικρόκοσμο. Αφορά τα στελέχη, τους εσωκομματικούς συσχετισμούς και τις ισορροπίες των μηχανισμών. Δεν αφορά τον πραγματικό κόσμο.
Ο μέσος ψηφοφόρος δεν ενδιαφέρεται για το αν το καταστατικό της ΕΛΑΣ είναι λιγότερο ή περισσότερο συγκεντρωτικό από εκείνο του ΠΑΣΟΚ ή της ΝΔ.
Ο ψηφοφόρος στέκεται απέναντι στο νέο εγχείρημα με ένα πολύ πιο απλό, αλλά ουσιαστικό κριτήριο: θέλει να δει αν αυτό το νέο σχήμα τον καλύπτει, αν τον εκφράζει, αν απαντά στις αγωνίες του και αν του δίνει έναν πραγματικό λόγο να σηκωθεί την Κυριακή των εκλογών από τον καναπέ του για να το ψηφίσει.
Η πολιτική παρουσία της ΕΛΑΣ, λοιπόν, δεν θα κριθεί από τον βαθμό του αρχηγισμού της, αλλά από την ικανότητα του αρχηγού της να μετατρέψει τον προσωπικό του πολιτικό κύκλο σε κοινωνικό ρεύμα.
