Η BioNTech και το τέλος της πανδημικής αυταπάτης

Η BioNTech και το τέλος της πανδημικής αυταπάτης

Η ιστορία της BioNTech μπορεί να διαβαστεί εύκολα ως μια ακόμη ιστορία ανόδου και πτώσης. Μια σχεδόν άγνωστη εταιρεία από το Μάιντς, με δύο χαρισματικούς επιστήμονες στην κορυφή της, έγινε μέσα στην πανδημία σύμβολο της παγκόσμιας απάντησης στον κορονοϊό. Σήμερα, η ίδια εταιρεία ανακοινώνει περιορισμό παραγωγικών μονάδων, μεταφορά παραγωγής Covid-19 στην Pfizer και περικοπές που, σύμφωνα με το Reuters, επηρεάζουν έως 1.860 εργαζομένους σε Γερμανία και Σιγκαπούρη. 

Όμως αυτή δεν είναι μια απλή ιστορία επιχειρηματικής αποτυχίας. Και σίγουρα δεν είναι ιστορία αποτυχίας της επιστήμης. Η επιστήμη πέτυχε εντυπωσιακά. Αυτό που δοκιμάζεται τώρα είναι κάτι διαφορετικό: η ικανότητα μιας εταιρείας, ενός κράτους και τελικά μιας ηπείρου να μετατρέψουν μια έκτακτη τεχνολογική επιτυχία σε μακροχρόνια βιομηχανική στρατηγική.

Δεν κατέρρευσε η επιστήμη — τελείωσε η αγορά της έκτακτης ανάγκης

Η BioNTech δεν είναι μια κατεστραμμένη εταιρεία. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 ανακοίνωσε έσοδα 118,1 εκατ. ευρώ και καθαρή ζημία 531,9 εκατ. ευρώ, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί περίπου 16,8 δισ. ευρώ σε ταμειακά διαθέσιμα, ισοδύναμα και επενδύσεις σε τίτλους, ενώ επιβεβαίωσε δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης 2,2 έως 2,5 δισ. ευρώ για το 2026. 

Άρα δεν βλέπουμε μια απλή κατάρρευση. Βλέπουμε το πέρασμα από το έκτακτο κέρδος της κρίσης στη σκληρή κανονικότητα της αγοράς. Η πανδημία δημιούργησε μια μοναδική συνθήκη: παγκόσμια ζήτηση, πολιτικά εγγυημένες αγορές, προπληρωμές, ρυθμιστική επιτάχυνση και τεράστια κοινωνική πίεση για άμεση λύση. Όταν αυτή η ζήτηση υποχώρησε, φάνηκε το πραγματικό ερώτημα: μπορεί μια εταιρεία που απογειώθηκε μέσα σε μια κρίση να σταθεί ως βιώσιμος, πολυπροϊοντικός βιοφαρμακευτικός οργανισμός;

Αυτό είναι το δύσκολο πέρασμα της BioNTech.

Το εμβόλιο δεν ήταν καθαρό δημόσιο αγαθό — αλλά παρήγαγε δημόσιο όφελος

Στα οικονομικά, εδώ χρειάζεται ακρίβεια. Η δόση του εμβολίου, ως φυσικό προϊόν, δεν είναι καθαρό δημόσιο αγαθό. Μπορεί να τιμολογηθεί, να διανεμηθεί, να αποκλειστεί κάποιος από την πρόσβαση και η χρήση της από έναν άνθρωπο αποκλείει τη χρήση της ίδιας δόσης από έναν άλλο. Με άλλα λόγια, η δόση εμβολίου είναι οικονομικά ιδιωτικό αγαθό.

Όμως ο εμβολιασμός παράγει κοινωνικό όφελος πέρα από το ατομικό. Μειώνει τη μετάδοση, προστατεύει ευάλωτους τρίτους, αποσυμφορεί τα νοσοκομεία, περιορίζει το κόστος των lockdowns και επιτρέπει στην οικονομία να επιστρέψει ταχύτερα στην κανονικότητα. Η βιβλιογραφία για τα οικονομικά του εμβολιασμού κάνει ακριβώς αυτή τη διάκριση: το μεμονωμένο εμβόλιο είναι ιδιωτικό αγαθό, ενώ η ανοσία αγέλης και η μείωση κινδύνου για τρίτους έχουν χαρακτηριστικά δημόσιου οφέλους. 

Αυτό εξηγεί γιατί στην πανδημία το κράτος δεν λειτούργησε απλώς ως αγοραστής. Λειτούργησε ως εγγυητής συλλογικής υγειονομικής ασφάλειας. Αγόρασε, προπλήρωσε, αποδέχθηκε μέρος του κινδύνου και επιτάχυνε διαδικασίες που υπό κανονικές συνθήκες θα χρειάζονταν πολύ περισσότερο χρόνο.

Το αποτέλεσμα ήταν ιστορικό. Αλλά ήταν και αποτέλεσμα μιας ιστορικά μοναδικής συγκυρίας.

Το μάθημα του Schumpeter: η καινοτομία δεν είναι σταθερότητα

Εδώ η υπόθεση BioNTech συναντά τον Joseph Schumpeter. Η «δημιουργική καταστροφή» δεν είναι ένα κομψό θεωρητικό σχήμα για τα εγχειρίδια οικονομικών. Είναι η πραγματική και συχνά οδυνηρή διαδικασία με την οποία η καινοτομία ανατρέπει αγορές, μετακινεί κεφάλαια, κλείνει παραγωγικές μονάδες, καταργεί θέσεις εργασίας και δημιουργεί νέες τεχνολογικές δυνατότητες. Ο Schumpeter περιέγραψε τη δημιουργική καταστροφή ως το ουσιώδες γεγονός του καπιταλισμού: τη διαδικασία που επαναστατικοποιεί την οικονομική δομή από μέσα, καταστρέφοντας το παλιό και δημιουργώντας το νέο. 

Αυτό ακριβώς βλέπουμε σήμερα. Η BioNTech δεν πληρώνει το τίμημα της επιστημονικής αποτυχίας. Πληρώνει το τίμημα της μετάβασης από την αγορά της έκτακτης ανάγκης στην αγορά της κανονικότητας. Η mRNA τεχνολογία δεν ακυρώνεται. Αντιθέτως, μεταφέρεται σε νέα πεδία υψηλού ρίσκου, όπως η ανοσο-ογκολογία, οι εξατομικευμένες θεραπείες και οι νέες βιοφαρμακευτικές πλατφόρμες, στις οποίες η ίδια η εταιρεία συνεχίζει να κατευθύνει πολύ υψηλές δαπάνες R&D. 

Από επιχειρηματική άποψη, η αναδιάρθρωση έχει λογική. Καμία εταιρεία δεν μπορεί να διατηρεί επ’ αόριστον παραγωγικές δυνατότητες για μια ζήτηση που έχει υποχωρήσει. Από πλευράς δημόσιας πολιτικής, όμως, το ζήτημα είναι πιο σύνθετο. Διότι οι ίδιες παραγωγικές δυνατότητες που σήμερα εμφανίζονται ως υπερβάλλουσα δυναμικότητα, χθες ήταν στοιχείο υγειονομικής ασφάλειας.

Αυτό είναι ένα από τα πιο κρίσιμα μαθήματα της δημόσιας διοίκησης: αυτό που η αγορά θεωρεί κόστος σε περίοδο ηρεμίας, το κράτος το ανακαλύπτει ως κρίσιμη υποδομή σε περίοδο κρίσης.

Η ανθεκτικότητα δεν είναι δωρεάν

Η ανθεκτικότητα δεν είναι σύνθημα. Δεν είναι διαφάνεια σε συνέδριο. Δεν είναι μια λέξη που προσθέτουμε σε στρατηγικά κείμενα μετά από κάθε κρίση. Είναι κόστος που κάποιος πρέπει να αποφασίσει συνειδητά να πληρώσει πριν χρειαστεί.

Εδώ βρίσκεται και το θεμελιώδες πρόβλημα της δημόσιας διοίκησης. Οι δημοκρατίες συνήθως επενδύουν στην ετοιμότητα όταν έχουν ήδη πληρώσει το κόστος της ανετοιμότητας. Η θεσμική μνήμη είναι μικρή, ο πολιτικός χρόνος είναι βραχύς και η αγορά, εύλογα, δεν διατηρεί ακριβές υποδομές όταν δεν υπάρχει ζήτηση.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν η BioNTech πήρε σωστές ή λάθος επιχειρηματικές αποφάσεις. Το πραγματικό ερώτημα είναι ευρωπαϊκό: ποιες παραγωγικές δυνατότητες θεωρούμε κρίσιμες και ποιος πληρώνει για να παραμείνουν διαθέσιμες όταν η αγορά δεν τις χρειάζεται άμεσα;

Ο κανονισμός Critical Medicines Act ως ευρωπαϊκή αυτοκριτική

Σε αυτό το σημείο, η προσωρινή συμφωνία για τον Κανονισμό Critical Medicines Act είναι εξαιρετικά σημαντική. Στις 12 Μαΐου 2026, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατέληξαν σε προσωρινή συμφωνία για την ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού κρίσιμων φαρμάκων, με στόχο τη μείωση των ευρωπαϊκών ευαλωτοτήτων, τη διαφοροποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού και την ενίσχυση της ικανότητας παραγωγής κρίσιμων φαρμάκων και συστατικών πιο κοντά στην Ευρώπη. 

Το Reuters παρουσίασε την ίδια συμφωνία ως προσπάθεια της ΕΕ να αντιμετωπίσει ελλείψεις βασικών φαρμάκων, να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή και να μειώσει την εξάρτηση από εισαγωγές, ιδίως από Κίνα και Ινδία. 

Αυτή είναι η σωστή κατεύθυνση. Αλλά ας μη γελιόμαστε: ένας κανονισμός δεν αρκεί για να δημιουργήσει βιομηχανική στρατηγική. Η Ευρώπη πρέπει να απαντήσει σε πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα. Ποιες παραγωγικές δυνατότητες θέλει να διατηρήσει; Ποιο κόστος είναι διατεθειμένη να αναλάβει; Πώς θα σχεδιάσει δημόσιες προμήθειες που δεν επιβραβεύουν μόνο τη χαμηλότερη τιμή, αλλά και την ασφάλεια εφοδιασμού, την ποιότητα, τη γεωγραφική διαφοροποίηση, την τεχνογνωσία και την ικανότητα ταχείας κλιμάκωσης σε κρίση;

Το ίδιο ερώτημα δεν αφορά μόνο τα εμβόλια. Αφορά συνολικά τα κρίσιμα φάρμακα και τις αλυσίδες που τα καθιστούν διαθέσιμα: από τις δραστικές ουσίες και τις βιοτεχνολογικές πλατφόρμες έως τις βιολογικές πρώτες ύλες, όπως το ανθρώπινο πλάσμα για την παραγωγή φαρμάκων που χρησιμοποιούνται σε ανοσοανεπάρκειες, αιμορραγικές διαταραχές και άλλες σοβαρές παθήσεις. Αν η Ευρώπη θέλει πραγματικά στρατηγική αυτονομία στην υγεία, δεν μπορεί να κοιτάζει μόνο το τελικό φάρμακο. Πρέπει να κοιτάζει ολόκληρη την αλυσίδα αξίας.

Ο Critical Medicines Act έχει αξία ακριβώς επειδή δείχνει ότι η Ευρώπη αρχίζει να καταλαβαίνει κάτι που η πανδημία έδειξε βίαια: στα κρίσιμα φάρμακα, η πλήρης εξάρτηση από την παγκόσμια αγορά δεν είναι πάντα αποδοτικότητα. Μερικές φορές είναι ευαλωτότητα.

Ούτε κρατισμός ούτε αφέλεια της αγοράς

Η λύση, όμως, δεν είναι να περάσουμε από την αφέλεια της αγοράς στην αφέλεια του κράτους. Δεν χρειαζόμαστε ένα κράτος που υποκαθιστά την επιχειρηματικότητα. Δεν χρειαζόμαστε ένα κράτος που κρατά τεχνητά ζωντανές όλες τις παραγωγικές μονάδες, ανεξαρτήτως κόστους, ζήτησης και τεχνολογικής προοπτικής.

Αυτό θα ήταν κακή δημόσια διοίκηση και κακή οικονομική πολιτική.

Χρειαζόμαστε κάτι πιο δύσκολο: ένα κράτος που ξέρει πότε η αγορά παράγει αποδοτικότητα και πότε υποπαράγει ανθεκτικότητα. Η αγορά είναι εξαιρετική στο να κατανέμει πόρους όταν οι τιμές ενσωματώνουν σωστά το κόστος και το όφελος. Όμως στην υγεία, στην πανδημική ετοιμότητα, στα κρίσιμα φάρμακα, στις αλυσίδες εφοδιασμού και στις τεχνολογίες αιχμής, οι τιμές συχνά δεν ενσωματώνουν πλήρως την κοινωνική αξία της διαθεσιμότητας.

Η ύπαρξη μιας παραγωγικής μονάδας στην Ευρώπη μπορεί να μην είναι κερδοφόρα σε κανονικές συνθήκες. Μπορεί, όμως, να είναι ανεκτίμητη όταν κλείνουν σύνορα, διακόπτονται αλυσίδες εφοδιασμού ή αλλάζει βίαια το γεωπολιτικό περιβάλλον.

Αυτό δεν είναι επιχείρημα υπέρ του κρατισμού. Είναι επιχείρημα υπέρ μιας έξυπνης, λογοδοτούσας και μετρήσιμης βιομηχανικής πολιτικής.

Το ελληνικό μάθημα

Για την Ελλάδα, αυτή δεν είναι θεωρητική συζήτηση. Είναι απολύτως πρακτική. Αν θέλουμε να μιλάμε σοβαρά για υγεία, βιοτεχνολογία, φαρμακευτική πολιτική, κλινικές μελέτες, real world data, ψηφιακό φάκελο υγείας και τεχνητή νοημοσύνη στην ιατρική, πρέπει να πάψουμε να βλέπουμε την υγεία μόνο ως δαπάνη.

Η υγεία είναι και παραγωγικός τομέας. Είναι πεδίο καινοτομίας, εξαγωγικής δυνατότητας, επιστημονικής απασχόλησης και τεχνολογικής κυριαρχίας.

Αλλά για να γίνει αυτό, χρειάζεται δημόσια διοίκηση που καταλαβαίνει την αγορά και αγορά που αναγνωρίζει το δημόσιο συμφέρον. Χρειάζονται πανεπιστήμια που συνδέονται με την παραγωγή. Χρειάζονται κλινικές μελέτες που δεν χάνονται σε διοικητική αδράνεια. Χρειάζονται δεδομένα υγείας που αξιοποιούνται με κανόνες, λογοδοσία και προστασία προσωπικών δεδομένων by design. Χρειάζονται δημόσιες προμήθειες που δεν αντιμετωπίζουν την καινοτομία ως πολυτέλεια, αλλά ως επένδυση. Χρειάζεται ρυθμιστική διοίκηση που προστατεύει χωρίς να παραλύει.

Και, κυρίως, χρειάζεται λογοδοσία. Όταν το κράτος χρηματοδοτεί την καινοτομία, πρέπει να ξέρει τι αγοράζει. Αγοράζει απλή πρόσβαση σε προϊόν; Αγοράζει παραγωγική δυνατότητα; Αγοράζει τεχνογνωσία; Αγοράζει ετοιμότητα; Αγοράζει δικαιώματα; Αγοράζει χρόνο στην επόμενη κρίση;

Αν αυτά δεν ορίζονται από την αρχή, τότε μετά την κρίση μένουμε με δελτία τύπου, όχι με υποδομές.

Το τέλος της πανδημικής αυταπάτης

Η BioNTech μάς έδωσε στην πανδημία ένα σπάνιο μάθημα αισιοδοξίας: ότι η επιστήμη μπορεί να κινηθεί με ταχύτητα που άλλοτε θεωρούσαμε αδιανόητη. Η σημερινή της αναδιάρθρωση μάς δίνει ένα δεύτερο, λιγότερο εντυπωσιακό αλλά ίσως πιο χρήσιμο μάθημα: ότι η καινοτομία δεν αρκεί να γεννηθεί. Πρέπει να ενσωματωθεί σε θεσμούς, αγορές, παραγωγικές δυνατότητες και στρατηγική χώρας.

Η ιστορία της BioNTech δεν είναι ιστορία για το τέλος της mRNA τεχνολογίας. Είναι ιστορία για το τέλος της πανδημικής αυταπάτης. Κανένα εμβόλιο, όσο σπουδαίο και αν είναι, δεν θεραπεύει από μόνο του τις αδυναμίες της οικονομικής πολιτικής. Καμία startup, όσο λαμπρή και αν είναι, δεν υποκαθιστά μια στρατηγική βιομηχανικής ανθεκτικότητας. Και καμία κρίση δεν μετατρέπεται αυτόματα σε αναπτυξιακή ευκαιρία, αν το κράτος δεν έχει την ικανότητα να κρατήσει τη γνώση, να οργανώσει την αγορά και να προστατεύσει την παραγωγική του βάση.

Η BioNTech έδωσε στην ανθρωπότητα χρόνο. Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη ξέρει τι να κάνει με τον χρόνο που κέρδισε.


*Ο Γιάννης Σ. Καλαντζάκης είναι εμπειρογνώμων για πολιτικές υγείας, ESG συμμόρφωση και προστασία δεδομένων, ιδρυτής της OLYSIS και συνιδρυτής του Urban Policy Lab, cDPO σε 30+ οργανισμούς. Οι απόψεις εκφράζονται με προσωπική ιδιότητα.

#OwnYourCity #IOwnMyHealthData