Δεν σταματά στο τέλος των 3 ευρώ η ευρωπαϊκή προσπάθεια να περιορίσει τις στρεβλώσεις που έχουν δημιουργήσει οι πλατφόρμες χαμηλού κόστους από την Ασία. Το επόμενο βήμα, σύμφωνα με τον ευρωβουλευτή Dirk Gotink, ο οποίος έχει τον κεντρικό ρόλο στη μεταρρύθμιση του ευρωπαϊκού τελωνειακού πλαισίου, θα είναι η επιβολή ενός επιπλέον τέλους διαχείρισης στις μικροαποστολές που κατακλύζουν καθημερινά την ενιαία αγορά.
Μιλώντας στο συνέδριο M.O.RE. του ΣΕΛΠΕ, ο Ολλανδός ευρωβουλευτής αποκάλυψε ότι η σχετική πρωτοβουλία αναμένεται μετά το καλοκαίρι, επισημαίνοντας ότι τα τελωνεία των κρατών-μελών επιβαρύνονται πλέον με τεράστιο διοικητικό και οικονομικό κόστος προκειμένου να διαχειριστούν τις αδιάκοπες ροές μικροδεμάτων από τρίτες χώρες.

«Δεν είναι μόνο η φορολογία. Η διαχείριση και ο έλεγχος όλων αυτών των προϊόντων κοστίζουν χρήματα και τα τελωνεία χρειάζονται πρόσθετους πόρους», ήταν το βασικό μήνυμα του Gotink, εξηγώντας ότι το νέο τέλος δεν έχει εισπρακτικό χαρακτήρα, αλλά αποσκοπεί στη χρηματοδότηση ενός αποτελεσματικότερου μηχανισμού ελέγχων.
Η μάχη κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού
Η ανακοίνωση έρχεται να συμπληρώσει τα ήδη ανακοινωμένα μέτρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα μικροδέματα από πλατφόρμες όπως η Temu και η Shein. Όπως τόνισε ο ευρωβουλευτής, επί σειρά ετών οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις αξιοποιούσαν το καθεστώς απαλλαγής για αποστολές μικρής αξίας, ενώ σε πολλές περιπτώσεις γινόταν υποτιμολόγηση προϊόντων ώστε να εμφανίζονται κάτω από το όριο των 150 ευρώ και να αποφεύγονται επιβαρύνσεις.
Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον έντονου αθέμιτου ανταγωνισμού απέναντι στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, οι οποίες τηρούν αυστηρούς κανόνες, καταβάλλουν φόρους, συμμορφώνονται με την ευρωπαϊκή νομοθεσία και επενδύουν σε ανθρώπινο δυναμικό εντός της ΕΕ.
«Εφαρμόζουμε το ευρωπαϊκό δίκαιο στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, αλλά όχι στις ξένες πλατφόρμες. Αυτό είναι που πρέπει να αλλάξει», υπογράμμισε χαρακτηριστικά.
Έξι δισεκατομμύρια δέματα τον χρόνο
Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται στους αριθμούς. Σύμφωνα με τον κ. Gotink, μόνο την προηγούμενη χρονιά εισήλθαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδόν έξι δισεκατομμύρια μικροδέματα χαμηλής αξίας.
Η έκρηξη των ηλεκτρονικών παραγγελιών δεν επιβαρύνει μόνο τα δημόσια έσοδα αλλά δημιουργεί και σοβαρά ζητήματα ασφάλειας και προστασίας του καταναλωτή. Ο ευρωβουλευτής έκανε ειδική αναφορά σε παιχνίδια, καλλυντικά και μπαταρίες που συχνά δεν πληρούν τα ευρωπαϊκά πρότυπα, την ώρα που οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις υποχρεώνονται να ακολουθούν ένα εξαιρετικά αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο.
Παράλληλα, επισήμανε και τη σημαντική περιβαλλοντική επιβάρυνση από τα δισεκατομμύρια συσκευασιών που συνοδεύουν αυτές τις αποστολές.
Το μεγάλο στοίχημα των νέων τελωνείων
Πέρα όμως από τα οικονομικά μέτρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά και σε μια βαθύτερη μεταρρύθμιση της τελωνειακής λειτουργίας.
Σήμερα κάθε κράτος-μέλος διαχειρίζεται αυτόνομα τους τελωνειακούς ελέγχους, παρότι η Ευρώπη λειτουργεί ως ενιαία αγορά. Ο νέος σχεδιασμός προβλέπει τη δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού κόμβου τελωνειακών δεδομένων, μέσω του οποίου όλες οι εθνικές αρχές θα ανταλλάσσουν σε πραγματικό χρόνο πληροφορίες για προμηθευτές, αποστολές και ύποπτα προϊόντα.
Με περίπου 2.000 σημεία εισόδου στην ευρωπαϊκή αγορά, από μεγάλα λιμάνια έως αεροδρόμια και χερσαίες πύλες, η ΕΕ φιλοδοξεί να αποκτήσει για πρώτη φορά πλήρη εικόνα των εμπορευματικών ροών και να ενισχύσει την καταπολέμηση της απάτης στον ΦΠΑ, των παράνομων εισαγωγών και της κυκλοφορίας μη συμμορφούμενων προϊόντων.
Η επόμενη ημέρα για το ευρωπαϊκό λιανεμπόριο
Ο κ. Gotink ξεκαθάρισε ότι η Ευρώπη δεν επιδιώκει να περιορίσει το εμπόριο με την Κίνα ούτε να κλείσει την αγορά της. Αντίθετα, στόχος είναι να ενισχυθεί το νόμιμο και συμμορφούμενο εμπόριο και να εξαλειφθούν τα επιχειρηματικά μοντέλα που βασίζονται στην αποφυγή κανόνων και υποχρεώσεων.
Όπως ανέφερε, πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις συνεργάζονται ήδη με Κινέζους παραγωγούς που τηρούν πλήρως τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Η διαφορά, πλέον, είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να μεταφέρει το βάρος των ελέγχων εκεί όπου εντοπίζεται η πραγματική στρέβλωση, ήτοι στις μεγάλες διεθνείς πλατφόρμες που δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά χωρίς να υπόκεινται, μέχρι σήμερα, στους ίδιους κανόνες με τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές τους.
Το νέο τέλος διαχείρισης, εφόσον προχωρήσει μετά το καλοκαίρι, αναμένεται να αποτελέσει το επόμενο βήμα αυτής της στρατηγικής, σηματοδοτώντας μια ακόμη αυστηρότερη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στον αθέμιτο ανταγωνισμό στο ηλεκτρονικό εμπόριο.
