Προβληματισμό στην κυβέρνηση προκαλεί η πορεία των τιμών του φυσικού αερίου, η οποία παρά τη σχετική εκτόνωση του γεωπολιτικού σκηνικού στη Μέση Ανατολή, εξακολουθεί να μην έχει επιστρέψει στα επίπεδα που εκτιμούσαν οι αρμόδιοι μετά την αποκλιμάκωση της κρίσης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, το οικονομικό επιτελείο παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, χωρίς ωστόσο να θεωρεί ότι οι σημερινές συνθήκες στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας δικαιολογούν την επαναφορά μέτρων στήριξης για τους λογαριασμούς ρεύματος.
Η εικόνα που επικρατεί στη χονδρεμπορική αγορά δεν θεωρείται τέτοια ώστε να δικαιολογεί κρατική παρέμβαση αντίστοιχη με εκείνες προηγούμενων περιόδων. Η μέση τιμή στην αγορά ηλεκτρισμού τον Ιούλιο κινείται περίπου στα 113 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επίπεδα που είχαν καταγραφεί και κατά τη διάρκεια του περασμένου χειμώνα, χωρίς να συνιστούν συνθήκες έκτακτης κρίσης.
Την ίδια στιγμή, η διαμόρφωση των τιμών στις γειτονικές αγορές επιβεβαιώνει ότι η πίεση δεν αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα. Βουλγαρία, Ρουμανία και Ουγγαρία καταγράφουν αντίστοιχα ή ακόμη υψηλότερα επίπεδα στη χονδρική αγορά, γεγονός που αποτυπώνει μια ευρύτερη περιφερειακή τάση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η πτώση της αιολικής παραγωγής αλλάζει το ενεργειακό μείγμα
Κυβερνητικές εκτιμήσεις αποδίδουν σημαντικό μέρος της ανόδου των τιμών στη μειωμένη συμμετοχή της αιολικής ενέργειας στο ηλεκτρικό σύστημα. Η παραγωγή από αιολικά πάρκα έχει περιοριστεί αισθητά τις τελευταίες εβδομάδες λόγω της εξασθένησης των ανέμων, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ανάγκη λειτουργίας μονάδων φυσικού αερίου για την κάλυψη της ζήτησης.
Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς το φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί την τεχνολογία που διαμορφώνει την οριακή τιμή στην αγορά τις περισσότερες ώρες της ημέρας.
Παράλληλα, η αυξημένη τουριστική δραστηριότητα και η εντατική χρήση συστημάτων κλιματισμού έχουν οδηγήσει σε αισθητή ενίσχυση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Κυβερνητικές πηγές εκτιμούν ότι η ζήτηση εμφανίζεται αυξημένη κατά περίπου 20% σε σχέση με προηγούμενες εβδομάδες, κυρίως λόγω της εποχικής επιβάρυνσης και όχι εξαιτίας ακραίων θερμοκρασιών.
Παρά τις πιέσεις που καταγράφονται στην αγορά, αρμόδιες πηγές υπογραμμίζουν ότι δεν υπάρχει εισήγηση ούτε σχεδιασμός για επαναφορά επιδοτήσεων στα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως επισημαίνουν, η σημερινή συγκυρία διαφέρει σημαντικά από τις περιόδους έντονης ενεργειακής κρίσης, όταν οι τιμές στη χονδρική αγορά είχαν εκτιναχθεί σε πολύ υψηλότερα επίπεδα.
Επιπλέον, σημειώνουν ότι η εξέλιξη της χονδρεμπορικής τιμής δεν μεταφέρεται αυτομάτως στους τελικούς λογαριασμούς των καταναλωτών. Στη διαμόρφωση του κόστους προμήθειας συμμετέχουν και άλλοι παράγοντες, όπως το κόστος εξισορρόπησης του συστήματος, το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις κινείται αντίθετα από τις τιμές της αγοράς επόμενης ημέρας, περιορίζοντας μέρος των επιβαρύνσεων.
Το φυσικό αέριο παραμένει η βασική εστία ανησυχίας
Ο μεγαλύτερος προβληματισμός της κυβέρνησης επικεντρώνεται στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου. Παρά τη γεωπολιτική αποκλιμάκωση και τη σημαντική υποχώρηση των διεθνών τιμών πετρελαίου, το ολλανδικό σημείο αναφοράς TTF εξακολουθεί να διατηρείται κοντά στα 48-49 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σημαντικά υψηλότερα από τα επίπεδα που εκτιμούσε η ελληνική πλευρά ότι θα διαμορφώνονταν μετά την εκτόνωση της κρίσης.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι οι αρχικές προβλέψεις έκαναν λόγο για επιστροφή της αγοράς κοντά στα 30 ευρώ ανά μεγαβατώρα, κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει συμβεί.
Πρόσθετη ανησυχία προκαλεί και η εικόνα των ευρωπαϊκών αποθεμάτων φυσικού αερίου. Η σημερινή διάρθρωση των προθεσμιακών συμβολαίων δεν δημιουργεί επαρκές οικονομικό κίνητρο για την αποθήκευση ποσοτήτων ενόψει του χειμώνα, καθώς οι τιμές των χειμερινών παραδόσεων εμφανίζονται χαμηλότερες ή αντίστοιχες με τις σημερινές. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι εμπορικές εταιρείες δεν έχουν ισχυρό λόγο να αγοράσουν αέριο τώρα και να επιβαρυνθούν με το κόστος αποθήκευσής του.
Η εξέλιξη αυτή παρακολουθείται στενά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς σε αρκετές χώρες, μεταξύ των οποίων η Γερμανία και η Ολλανδία, η αναπλήρωση των αποθεμάτων προχωρά με βραδύτερους ρυθμούς από τους επιθυμητούς.
Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι η ελληνική αγορά επηρεάζεται πλέον περισσότερο από τις εξελίξεις στις διασυνδεδεμένες αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η υποχώρηση των εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας έχει περιορίσει το πλεονέκτημα που διέθετε η Ελλάδα προηγούμενους μήνες, όταν οι αυξημένες διασυνοριακές ροές συνέβαλλαν στην καλύτερη απορρόφηση της εγχώριας παραγωγής.
Με τα σημερινά δεδομένα, κυβερνητικές πηγές εκτιμούν ότι δεν συντρέχουν λόγοι για έκτακτες παρεμβάσεις στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Η προσοχή, ωστόσο, παραμένει στραμμένη στην πορεία του φυσικού αερίου, στην ταχύτητα πλήρωσης των ευρωπαϊκών αποθηκών και στις καιρικές συνθήκες, παράγοντες που θα κρίνουν την εξέλιξη των ενεργειακών τιμών τους επόμενους μήνες.
